Legislator Case Law & Legislation
1717/2012 AI generated

1717/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1717/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1947/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεχτεί αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 14.500 ευρώ, το οποίο από αμέλεια τους οι βοηθοί εκπληρώσεως αυτής κατέβαλαν σε τρίτο που εμφάνισε πλαστή επιταγή εκδόσεως του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Legislator headnote

AI generated

1717/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ.

Keywords

AI generated
fault-based liability motor vehicle expenses non-contractual liability freight carrier liability damage to credit motor vehicle liability insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1717 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1717/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ) πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (ΤΡΑΠΕΖΑ Ι ΕΦ ΤΖΙ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ανδριόπουλο, αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 12.10.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελευθερία Καλλιώρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1974/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 541/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουνίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1947/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεχτεί αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 14.500 ευρώ, το οποίο από αμέλεια τους οι βοηθοί εκπληρώσεως αυτής κατέβαλαν σε τρίτο που εμφάνισε πλαστή επιταγή εκδόσεως του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

2. Από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του ν. 5960/1933 και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτου και πελάτου αυτού, ρητώς ή σιωπηρώς με την παράδοση από τον πρώτο στον δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (έκδοτης επιταγής),έχει το δικαίωμα διαθέσεως των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις τραπεζικές συνήθειες.

Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 823 ΑΚ, από την οποία προβλέπεται η ευθύνη του θεματοφύλακα, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης που δημιουργείται με την κατάθεση των χρημάτων στην Τράπεζα, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ προβλέπεται ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.

Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται, σε γεγονός που δεν υπέχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα. Όταν η σύμβαση της επιταγής, είναι αυτοτελής και εφαρμόζονται επ' αυτής, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα οι διατάξεις περί εντολής (713-730 ΑΚ), δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 715 εδ.

τελευταίο και 716 ΑΚ, που προβλέπουν, σε περίπτωση υποκαταστάσεως, τον περιορισμό της ευθύνης του εντολοδόχου, όταν ο τελευταίος αμείβεται για τις υπηρεσίες του. Περαιτέρω αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ' αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης ή της εντολής παραμένει άθικτη, και στις δύο δε περιπτώσεις (εντολής και παρακαταθήκης), η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτή αμείβεται για τις υπηρεσίες της (άρθρα 714, 823 ΑΚ).

Η τράπεζα κατά την πληρωμή της επιταγής οφείλει να τηρεί τις προφυλάξεις που επιβάλλονται από το νόμο ή τις τραπεζικές συνήθειες, όπως είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας της επιταγής. Ακόμη οι τράπεζες εν γένει, αφού η δραστηριότητα τους αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, έχουν απέναντι στους πελάτες τους υποχρέωση να προστατεύουν τα περιουσιακά αγαθά τους όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 177/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης καταθέσεως χρημάτων εταιρία ή πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει σε δόλο ή μεγάλη αμέλεια" οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου, όχι δε και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ' ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δ' επιταγής" και από το άρθρο 35 του ιδίου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιώνεται τρίτος, η ευθύνη της προστήσασας Τράπεζας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 330 και 334 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι για να ευθύνεται ο οφειλέτης, όταν, προκειμένου να εκπληρώσει προϋπάρχουσα συμβατική του υποχρέωση προς τον αντισυμβαλλόμενο, χρησιμοποιεί ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρκεί το πρόσωπο αυτό να αναμείχθηκε στο πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας του κυρίου της υποθέσεως (οφειλέτη) με τη βούληση και για την εξυπηρέτηση του τελευταίου.

Η έννομη σχέση που συνδέει τον οφειλέτη με το ενδιάμεσο πρόσωπο δεν ενδιαφέρει, καταρχήν. Επίσης είναι αδιάφορο, αν το τελευταίο έχει ή όχι την εξουσία να αντιπροσωπεύει τον πρώτο (οφειλέτη), ή να ενεργεί κατ' εντολή και για λογαριασμό του (οφειλέτη) ως εντολοδόχος του, αφού η ιδιότητα του αντιπροσώπου ή του εντολοδόχου, δεν αναιρεί εκείνη του βοηθού εκπληρώσεως.

Η ιδιότητα αυτή δεν αναιρείται επίσης, έστω και αν το τρίτο πρόσωπο που χρησιμοποίησε ο οφειλέτης ενήργησε ως υποκατάστατος, ήτοι δεν τον βοήθησε απλώς στην εκπλήρωση της προαναφερόμενης υποχρεώσεώς του, αλλά τον αντικατέστησε. Και το πρόσωπο αυτό είναι σε τελευταία ανάλυση (εμμέσως) βοηθός εκπληρώσεως.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Ν 1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου κλπ", ορίζεται ρητώς ότι η εμφάνιση προς πληρωμή και η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής μπορεί να γίνει και σε κατάστημα της πληρώτριας τράπεζας διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ακόμη δε και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα οποιασδήποτε Τράπεζας μετά από εξουσιοδότηση της πληρώτριας.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής άρχισε από 20-2-1992, σύμφωνα με την 6617/Β104/11-24 Φεβρουαρίου 1992 (ΦΕΚ Β 100) κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 88 Ν. 1969/1991). Το άρθρο δηλαδή 88 του ν. 1969/1991 και η εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση αυτού ως άνω Υπουργική απόφαση επέτρεψαν να εμφανίζονται οι επιταγές προς πληρωμή και σε υποκαταστήματα άλλων τραπεζών, εκτός από τα υποκαταστήματα της πληρώτριας τράπεζας, ορίστηκε δε ότι οι άλλες τράπεζες στο ρόλο που τους ανατίθεται ενεργούν κατ' εξουσιοδότηση της πληρώτριας και ότι η βεβαίωση της μη πληρωμής συντάσσεται έπειτα από "σχετικές πληροφορίες", οι οποίες μπορεί να λαμβάνονται και με "ηλεκτρονικούς μηχανογραφικούς τρόπους" (και επομένως και με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο τηλεπικοινωνίας).

Στην τελευταία περίπτωση παρέπεται ότι, αν η εξόφληση της επιταγής έγινε, από υποκατάστημα άλλης από της πληρώτριας Τράπεζας, η τελευταία παρείχε στην άλλη, την πιο πάνω εξουσιοδότηση για την πληρωμή της επιταγής. Με βάση ποια έννομη σχέση του κοινού δικαίου (αντιπροσωπεία ή εντολή κλπ), παρέχεται η εξουσιοδότηση αυτή δεν ενδιαφέρει κατ' αρχήν, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αφού και στην μια και στην άλλη περίπτωση δεν αναιρείται η έννοια του βοηθού εκπληρώσεως.

Σε κάθε περίπτωση η κατ' αυτόν τον τρόπο πληρωμή της επιταγής υποδηλώνει σαφώς, ανάμειξη της Τράπεζας που δεν είναι η πληρώτρια, στο πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας της πληρώτριας με τη βούληση και για την εξυπηρέτηση της τελευταίας, κατά το στάδιο εκπλήρωσης της παροχής, με αποτέλεσμα να θεωρείται, τουλάχιστον, κατά τη διενέργεια των εργασιών αυτών, ως βοηθός εκπληρώσεως της πληρώτριας Τράπεζας.

Επομένως και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ. Εξαίρεση εισάγουν ειδικώς οι επί εντολής, οι διατάξεις των άρθρων 715 και 716 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν αποκλείεται κατά τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα. Από την τελευταία διάταξη ορίζεται: "αν ο εντολοδόχος υποκατάστησε άλλον χωρίς δικαίωμα, ευθύνεται για το πταίσμα του άλλου σαν για δικό του πταίσμα.

Αν υποκατέστησε άλλον έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ο εντολοδόχος ευθύνεται μόνον για πταίσμα προς την εκλογή του υποκατάστατου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε". Η υποκατάσταση διαφέρει από τη χρησιμοποίηση βοηθού για την εκπλήρωση της παροχής. Διότι η πρώτη συνίσταται σε μεταβίβαση από τον εντολοδόχο, με σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, της υποχρέωσης διεξαγωγής της υπόθεσης του εντολέα (Ολ.ΑΠ 25/1995).

Άρα ο υποκατάστατος αναλαμβάνει να διεξαγάγει την υπόθεση αυτοτελώς, με δική του ευθύνη, στη θέση του εντολοδόχου. Σε κάθε περίπτωση όμως, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που οδηγούν στην περιστολή της ευθύνης του εντολοδόχου φέρει αυτός που έχει συμφέρον από την εφαρμογή τους, συνήθως δε ο εντολοδόχος.

Έτσι ο τελευταίος, εφόσον δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ευθύνεται για κάθε πταίσμα του υποκατάστατου, άρα δε και για αμέλεια. Η τελευταία συντρέχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι εκείνη που με βάση αντικειμενικά και αφηρημένα κριτήρια, επιδεικνύει ο μέσος συνετός άνθρωπος στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

3. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Ο ενάγων Δ. Κ., έμπορος αυτοκινήτων, διατηρεί, από το έτος 1997 περίπου, τον με αριθμό ...

προσωπικό λογαριασμό όψεως, στην εναγομένη τράπεζα με την επωνυμία "ΕFG Eurobank Ergasias ΑΕ", στο υποκατάστημα αυτής επί της ..., στη ... . Ο λογαριασμός αυτός κινείται, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, μόνο με επιταγές. Στις 22-5-2007 εμφανίστηκε στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., επί της ..., στη ..., η με αριθμό ...

τραπεζική επιταγή της εναγομένης, που εσύρετο στον παραπάνω λογαριασμό όψης του ενάγοντος. Η επιταγή αυτή προερχόταν από "μπλόκ" επιταγών που είχε χορηγήσει η εναγομένη στον ενάγοντα και στο κάτω αριστερό μέρος της έφερε προεκτυπωμένο το όνομά του. Ως τόπο έκδοσης ανέγραφε την Αθήνα, ημερομηνία έκδοσης την 20-5-2007, ποσό 14.500 Ευρώ, εκδότρια την εταιρεία "Κ.

Δ. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤ-ΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ ΜΟΝ-ΠΗ ΕΠΕ", με έδρα τη ..., δηλαδή την έδρα της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος και υπογραφή δήθεν του ιδίου. Είχε εκδοθεί σε διαταγή Μ. Σ., με τελευταίο κομιστή από οπισθογράφηση τον Π. Ζ., ο οποίος την παραπάνω ημερομηνία την εισέπραξε συμψηφιστικά, από το προαναφερόμενο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια της διατραπεζικής πρακτικής.

Η επίδικη αυτή επιταγή ήταν όμως πλαστή, καθόσον το σώμα της είχε κλαπεί από την κατοχή του ενάγοντα από άγνωστο δράστη και είχε συμπληρωθεί ως προς όλα τα χειρόγραφα στοιχεία της, με πλαστογραφημένη εταιρική σφραγίδα και υπογραφή του ενάγοντα, ο οποίος στις 7-6-2007 προέβη σε σχετική καταγγελία προς το Τμήμα Ασφαλείας Ν.

Φιλαδέλφειας. Στο μεταξύ, στις 22-5-2007 πληροφορήθηκε το γεγονός της είσπραξής της, όταν η εναγομένη αρνήθηκε την πληρωμή άλλης επιταγής του, με την αιτιολογία ανεπαρκούς υπολοίπου. Με την από 29-5-2007 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 11-6-2007, διαμαρτυρήθηκε για την είσπραξη της επίδικης πλαστής επιταγής και ζήτησε από την εναγομένη να του καταβάλει το ποσό αυτής, των 14.500 ευρώ.

Η πλαστότητα της επιταγής πλήρως αποδεικνύεται από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ιδιαίτερα δε από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα, η οποία δεν αναιρείται, στο σημείο αυτό από την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης. Άλλωστε η φερόμενη ως εκδότρια εταιρεία δεν αντιστοιχεί με το προεκτυπωμένο όνομα του ενάγοντα, φυσικού προσώπου, στο σώμα της επιταγής και δικαιούχου του λογαριασμού όψης.

Δεν έχει δηλαδή σχέση με τον προσωπικό αυτό λογαριασμό του. Την συμφωνία αυτή, μεταξύ εκδότη και δικαιούχου του λογαριασμού, ευχερώς μπορούσαν να διαπιστώσουν οι προστηθέντες υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, στο οποίο η πλαστή επιταγή εμφανίστηκε. Από βαριά τους όμως αμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν προέβησαν σε στοιχειώδη έλεγχο του σώματος της επιταγής, την εξόφλησαν στον τελευταίο κομιστή Π.

Ζ.. Για το πταίσμα των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε και, συνεπώς της ίδιας αυτής Τράπεζας, ευθύνεται η εναγομένη τράπεζα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ, αφού η εναγομένη χρησιμοποίησε την πρώτη Τράπεζα για να εκπληρώσει την παροχή της πληρωμής της επιταγής, συμψηφιστικά, στα πλαίσια της διατραπεζικής τακτικής.

Άρα, δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης, και το άρθρο 3 του ν.δ. 17.7/13-8-1923, αφού αποδείχθηκε περίπτωση βαριάς αμέλειας. Οφείλει, κατά συνέπεια, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της επιταγής, των 14.500 Ευρώ, από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης που τους συνδέει (άρθρα 827, 830 ΑΚ), βάση στην οποία στηρίζεται η αγωγή.

Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε τα ίδια και δέχθηκε την αγωγή, αν και με μερικά εσφαλμένη αιτιολογία, δηλαδή ότι η σχέση της εναγομένης Τράπεζας με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, ήταν αυτή της εντολής, αντί του ορθού, βοηθού εκπλήρωσης της παροχής, δεν έσφαλε στο αποτέλεσμα της.

Οι περιεχόμενες δε, στην έφεση αιτιάσεις, κατά το μέρος που συνοψίζονται, είτε στο διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους ή την Εθνική Τράπεζα, είτε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επί των πιο πάνω θεμάτων, είναι αβάσιμες. Πρέπει, επομένως, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της στο σημείο αυτό από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να απορριφθούν οι τέσσερις πρώτοι λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, σχετικά με την ευθύνη της για απόδοση του ποσού της ανώμαλης παρακαταθήκης των 14.500 ευρώ.

Τέλος, ο πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο παραπονείται γιατί η εκκαλούμενη απόφαση δεν δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντα, που πρότεινε, ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος δεν της είχε δηλώσει την κλοπή της επίδικης επιταγής είναι αβάσιμος, διότι εδώ δεν πρόκειται για αποζημιωτική ευθύνη, ώστε να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αλλά για εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε, ενόψει των όσων έχουν ήδη έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη, στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, δηλαδή δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 334 επ.

ΑΚ ή εκείνες των άρθρων 715 και 716 του ίδιου Κώδικα. Πράγματι, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές αποδεικνύεται ότι η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση ήταν εκείνη της παρακαταθήκης (ανώμαλης) και ως παρεπόμενη αυτής η σύμβαση της επιταγής και όχι της εντολής, όπως, αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα η επιταγή αυτή εξοφλήθηκε συμψηφιστικά στα πλαίσια της διατραπεζικής πρακτικής, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 88 ν. 1961/1991, διαδικασία που διέπει τις διατραπεζικές εργασίες, σε υποκατάστημα της Εθνική Τράπεζας που δεν ήταν η πληρώτρια, όπου εμφανίστηκε η επιταγή, και έτσι η τελευταία αναμείχθηκε στο πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, με τη βούληση αυτής και προς εξυπηρέτησή της, και συνακόλουθα νοείται ως βοηθός εκπληρώσεως της πληρώτριας.

Επομένως, είχε εφαρμογή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, εκείνη του άρθρου 334 σε συνδυασμό με εκείνη το άρθρο 823 ΑΚ. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν ενδιαφέρει κατ' αρχήν η συνδέουσα την αναιρεσείουσα πληρώτρια Τράπεζα έννομη σχέση, με την Εθνική Τράπεζα, αρκεί ότι υπάρχει ανάμειξη της τελευταίας στην επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν δέχεται ότι συντρέχουν περιστατικά, που ορθώς χαρακτηριζόμενα υπάγονται στο πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 715 και 716 ΑΚ, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων. Τα υποστηριζόμενα, λοιπόν από την αναιρεσείουσα ότι η ευθύνη της έπρεπε να κριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 716 παρ. 2 ΑΚ, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθούν.

Η τελευταία παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία "... οι περιεχόμενες στην έφεση αιτιάσεις, κατά το μέρος που συνοψίζονται, είτε στο διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους ή την Εθνική Τράπεζα, είτε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επί των πιο πάνω θεμάτων, είναι αβάσιμες ...", δεν αναφέρεται, στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 716 παρ. 2 ΑΚ, αλλά κατά τη σαφή έννοια του περιεχομένου της, αποκρούει απλώς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη συνδρομής των όρων της διατάξεως του άρθρου 334 παρ 1 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε.

Επομένως, το Εφετείο με την αιτιολογία που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά τη γενικότητα με την οποία στο σημείο αυτό διατυπώνεται, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τη διάταξη αυτή (334 παρ. 1 ΑΚ), με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε. Αντιθέτως δεν παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 716 παρ. 2 ΑΚ, αφού δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, για την εφαρμογή της.

Ούτε άλλωστε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα τούτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή της επιεικέστερης για την αναιρεσείουσα διατάξεως του άρθρου 716 παρ. 1 εξαρτάται, όχι μόνο από το χαρακτηρισμό των σχέσεων που συνέδεε τους διαδίκους, στοιχεία στα οποία και αναφέρεται η επίμαχη αιτιολογία, αλλά και σε άλλα πρόσθετα στοιχεία, τη μη συνδρομή των οποίων, δεν όφειλε, με βάση τις λοιπές παραδοχές του, να αιτιολογήσει το Εφετείο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, που υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος κατά τα δυο σκέλη του ως αβάσιμος.

4. Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της υποστηρίζει η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τον αγωγικό ισχυρισμό του αντιδίκου της, όσον αφορά την ιδιότητα της Εθνικής Τράπεζας, σε υποκατάστημα της οποίας εμφανίστηκε η επιταγή, ως βοηθού εκπληρώσεως της παροχής της. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός και αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, που οι διάδικοι προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθώς και από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα. Το ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αρνητικό, για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, αποδεικτικό πόρισμα δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου αυτού ισχυρισμού.

5. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή μνεία και αξιολόγηση αυτών, ούτε είναι αναγκαίο να εκθέτει στο αποδεικτικό του πόρισμα Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, στη περίπτωση που το δικαστήριο δεν προβαίνει στην μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών στοιχείων ή δεν αναφέρει ειδικώς από ποια ή ποιο από τα αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε να δεχτεί ή να μη δεχτεί ορισμένο ισχυρισμό.

Αν ήθελε υποτεθεί ότι με τον ίδιο πρώτο λόγο αναιρέσεως υποβάλλονται, υπό την επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αιτιάσεις για το ότι το Εφετείο δεν εξατομικεύει σε ποια από όλα τα ενώπιον του προσκομιζόμενα στοιχεία στήριξε την παραδοχή του για την ιδιότητα της Εθνικής Τράπεζας, ως βοηθού εκπληρώσεως της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-6-2011 αίτηση της Τράπεζας EUROBANK, για αναίρεση της 541/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ