Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds for failure to apply substantive law or consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to apply substantive law and ignored specific evidence, but the court found these grounds invalid. Ultimately, the appeal was dismissed because the lower court had considered all submitted documents, including the disputed sales contract, without needing specific mention in the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) & 559(11)(a), (c) K.Pol.D.; An appeal for direct violation of substantive law requires proof of non-application or erroneous application of law, while an appeal for failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it examined all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1717 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1717/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Φινοκαλιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1775/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2007 αίτησή τoυ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρότασή του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν προκύπτει σε βαθμό σχηματισμού σαφούς και πλήρους δικανικής πεποίθησης παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο του πατέρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Π1 με βάση το ....
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ελασσόνας Ιωάννη Παπαχρήστου, εξαιτίας του ότι, "ναι μεν αναγράφηκε χειρόγραφα από τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ότι μεταγράφηκε (τομ. .... ά.α. ....βιβλίου μεταγραφών ....), πλην όμως το ίδιο παραπάνω συμβόλαιο και η ίδια πιο πάνω μεταγραφή του αναφέρεται στο υπ' αριθ. ....
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνου Μαντουλίδη, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ....., ά.α. ....), ως τίτλος κυριότητας του.... για έναν αγρό συνολικής εκτάσεως 4.500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας ...., διαιρετή έκταση 1000 τ.μ. του οποίου μεταβίβασε κατά το 1/2 εξαδιαιρέτου στους ....
και χήρα ....", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η ένδικη διεκδικητική αγωγή στηρίζεται αποκλειστικά στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή στην έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση από μέρους του πράξεων νομής με διάνοια κυρίου από του έτους 1965, οπότε του παραχωρήθηκε άτυπα η νομή από τον πατέρα του Π1, προς αποκατάστασή του και ανταπόδοση του για την ευθύνη περίθαλψης και κάλυψης όλων των αναγκών του τελευταίου, ενόσω ζούσε και εφεξής μέχρι το χρόνο κατάληψής του-ακινήτου από την αντίδικό του, με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο νομής αυτού και του χρόνου νομής του πιο πάνω δικαιοπαρόχου του, αφότου το εν λόγω ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν με το ....
πωλητήριο συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε, ο οποίος πρωτότυπος τρόπος- δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε πλημμέλεια με το να μη διευκρινίζει αν η περιγραφόμενη στο πιο πάνω πωλητήριο συμβόλαιο έκταση ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν περιγράφεται καθ' όρια και έκταση, αλλά απλώς προσδιορίζεται ως "επίδικη έκταση" είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν εκτίθεται στο λόγο αυτό σε τι συνίσταται η εν λόγω πλημμέλεια.
Ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί τα αμέσως πιο πάνω εκτιθέμενα, κατά την ανάπτυξη του πρώτου λόγου της αναίρεσης, καθώς και ότι δεν προέκυψε, ότι "ο πατέρας του αναιρεσείοντος μεταβίβασε άτυπα στον τελευταίο το 1965 την επίδικη έκταση, ούτε βέβαια τυχόν ειδικότερες πράξεις νομής εκείνου έκτοτε επ' αυτής, με αποτέλεσμα να μην ανακύπτει θέμα κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία επί της επίδικης έκτασης και ασφαλώς αμφισβήτησης αυτής από την εφεσίβλητη" και ήδη αναιρεσίβλητη και περαιτέρω με το να μη προσδιορίσει ποια είναι η επίδικη έκταση και ποιος ασκούσε πράξεις νομής επί αυτής και από πότε, ακολούθως δε, να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη διεκδικητική αγωγή του, έστω και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαταστάθηκε απ' αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, στέρησε την τελευταία από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης του δικαιώματος της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, του μεν πατέρα του αναιρεσείοντος με παράγωγο τρόπο, του ίδιου δε με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι αποδιδόμενες στην απόφαση αιτιάσεις αφορούν αποκλειστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 534 Κ.Πολ.Δ, αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, αφού ουσιώδες μέρος της απόφασης είναι το διατακτικό αυτής και όχι οι αιτιολογίες.
Εφόσον, επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας εσφαλμένο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με έφεση απόφασης, αλλά το διατακτικό της ορθό, αντικαθιστά τις εν λόγω αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, οπότε δεν εκδίδει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 536 Κ.Πολ.Δ, απόφαση, κατά της απόφασής του αυτής δεν συγχωρείται αναίρεση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Με τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι, "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε, αλλά ορθά, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ), ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις", χωρίς να προσδιορίζει ποιες αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένες και τις αντικατέστησε και ποιες ήταν ορθές και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 περίπτ. α' του άρθρου 558 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος σ' αυτή λόγος αναίρεσης της λήψης υπόψη μεταξύ άλλων από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου αφορά την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και άρα είναι γι' αυτήν κρίσιμο.
Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Αν το δικαστήριο της ουσίας αναφέρεται με την απόφασή του ότι σχημάτισε την κρίση του ως προς το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, που κρίνεται από τους μάρτυρες και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, με επίκληση, "και από όσα συνομολογούνται (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ), -από τους διαδίκους-", δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τη δικονομική διάταξη που προπαρατέθηκε, γιατί, από τη γενική αναφορά της απόφασης στα "εκατέρωθεν συνομολογούμενα", δεν συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία κάποιου διαδίκου, αφού η κρίση του σχηματίστηκε από τους μάρτυρες και τα έγγραφα και η φράση "και όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους" νοεί τα μη αμφισβητούμενα από τους διαδίκους πέραν εκείνων, με τα οποία σχηματίστηκε η πιο πάνω δικανική πεποίθηση, περιστατικά .
Ο τρίτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ, α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση "και απ' όσα συνομολογούνται (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ)", έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και περιεχόμενες στις προτάσεις των διαδίκων ομολογίες τους για πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ενώ τέτοιες ομολογίες δεν υπάρχουν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περιπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το .... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κατερίνης Ζαχαρούλας Τσάπουρα, με το οποίο μεταβίβασε ο αναιρεσείων στην τρίτη .... τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 895 τετρ. μέτρων, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε παραδεκτά ενώπιόν του ο αναιρεσείων, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί της άσκησης από μέρους του πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση, ο αναιρεσείων δεν έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και το προμνημονευόμενο πωλητήριο συμβόλαιο, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το συμβόλαιο αυτό, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2007 αίτηση του .... για αναίρεση της 1775/2006 απόφασης του Εφετείου Θσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ