Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of labor contract claim due to res judicata error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a labor dispute. The appellants argued that the lower court incorrectly applied the doctrine of res judicata by rejecting their new claim based on a previous judgment. The court found that the new claim regarding employment contracts did not fall under the scope of the prior final decision, which only covered specific salary and benefit details. Consequently, the court ruled that the lower court erred in law by deeming the new claim barred and ordered the case to be retried by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(16) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may review whether a lower court's finding of res judicata is correct, and if the new claim falls outside the scope of the prior final judgment, the dismissal based on res judicata constitutes a legal error warranting partial annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1717 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1717/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1331/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 3157/2002 μη οριστική και 4389/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 26-8-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, όπως αυτός, σε κάθε περίπτωση, διευκρινίζεται και συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα τα οποία προσέδωσε σ'αυτό η απόφαση όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τότε μόνο η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου όταν στηρίχθηκε και μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίχθηκε και σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως αόριστη παράγεται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό αυτό ζήτημα της αοριστίας, όχι δε και ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα, το οποίο με την αγωγή έγινε επίδικο, αφού το δικαίωμα αυτό, μετά την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, δεν εξετάστηκε.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλovται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο Αθηνών αφενός κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι υπάρχει δεδικασμένο και στη δίκη που διεξήχθη ενώπιόν του από την υπ'αριθ. 4849/2003 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Εφετείου Αθηνών, με την οποία προηγούμενη αγωγή των αναιρεσειόντων που απευθυνόταν επίσης κατά της αναιρεσίβλητης, είχε κριθεί ως αόριστη τόσο κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όσο και κατά την επικουρική βάση της, τη στηριζόμένη σε αδικαιολόγητο πλουτισμό και αφετέρου, κατόπιν της αμέσως πιο πάνω παραδοχής τους, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της υπάρξεως δεδικασμένου την ήδη ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχτηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε βάρος της αναιρεσίβλητης την από 18.11.1997 αγωγή τους με το ίδιο ακριβές περιεχόμενο με αυτό της ένδικης από 28.6.2000 αγωγής τους.
Η πρώτη (από 18-11-1997) αγωγή απορρίφτηκε ως αόριστη τόσο ως προς την κύρια βάση της (τη στηριζόμενη σε σύμβαση εργασίας) όσο και ως προς την επικουρική (τη στηριζόμενη σε αδικαιολόγητο πλουτισμό) "διότι δεν αναφέρονταν σ'αυτήν ονομαστικά οι εργαζόμενοι συνάδελφοι των αναιρεσειόντων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και τα προσόντα αυτών (κλιμάκια, πολυετία, τίτλος ή τίτλοι σπουδών, οικογενειακή κατάσταση, θέση, βαθμός), εφόσον η παροχή των ως άνω επιδομάτων έχει} κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως προϋπόθεση την ύπαρξη των προσόντων αυτών, δεν εκτίθεντο στην αγωγή οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των πιο πάνω συναδέλφων των αναιρεσειόντων, μαζί με τα παραπάνω επιδόματα, ούτε (εκτίθεντο) οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές των αναιρεσειόντων, ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί αν υπάρχουν μετά την αντιπαραβολή και των δύο αυτών αποδοχών, μισθολογικές διαφορές σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της μη χορήγησης σ'αυτούς των παραπάνω επιδομάτων κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του Κανονισμού Εργασίας της Αγροτικής Ασφαλιστικής, ούτε αναφερόταν στην αγωγή ποιες είναι συγκεκριμένα οι διαφορές αυτές για κάθε αναιρεσείοντα ξεχωριστά, ενώ επίσης δεν αναφερόταν στο αγωγικό δικόγραφο, σχετικά με την επικουρική βάση της αγωγής, για ποιο λόγο οι αναιρεσείοντες ζητούσαν τα παραπάνω ποσά, αν δεν έχει η αναιρεσίβλητη την αντίστοιχη υποχρέωση από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, αφού δεν γινόταν επίκληση της ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων, ως στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση της επικουρικής (κατ' άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.) βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού Η παραπάνω απόφαση (3298/99) κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της κατ'αυτής εφέσεως των αναιρεσειόντων με την 4849/2003 απόφαση του του Εφετείου Αθηνών.
Οι αναιρεσείοντες στην ήδη ένδικη από 28.6.2000 αγωγή τους δεν κάλυψαν τις αναφερόμενες ελλείψεις, εξαιτίας των οποίων απορρίφθηκε η προγενέστερη από 18.11.1997 αγωγή τους τελεσίδικα ως απαράδεκτη. Τούτο διαπιστώνεται και στην 3157/2002 απόφαση του ίδιου Εφετείου "... οι αυτές ακριβώς ελλείψεις παρατηρούνται και στην ένδικη (μεταγενέστερη) αγωγή ...", η οποία απόφαση ανέστειλε την εκδίκαση της εφέσεως κατά της εκκληθείσας αποφάσεως (1331/2001) μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της από 18.11.1997 αγωγής.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η ανωτέρω αναφερόμενη απόφαση (4849/2003), η οποία απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (3298/1999), η οποία κατέστη τελεσίδικη και αποτέλεσε δεδικασμένο ως προς το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκληθείσας υπ'αρ ιθ.1331/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ένδικη αγωγή των αναίρεσειόντων είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε την εν λόγω αγωγή ("ως απαράδεκτη") ως προσκρούουσα στο ως άνω δεδικασμένο.
Όπως όμως προκύπτει από την προαναφερόμενη προηγούμενη υπ'αριθ. 4849/2003 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, η πιο πάνω από 18-11-1997 προηγούμενη αγωγή των αναιρεσειόντων είχε κριθεί με την απόφαση αυτήν ως αόριστη ως προς την κύρια βάση της (πράγμα που μόνο ενδιαφέρει εδώ),γιατί δεν ανέφερε τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές τόσο των ίδιων των αναιρεσειόντων όσο και των υπαλλήλων της Α.Τ.Ε., μετά των επιδομάτων, ούτε τα προσόντα αυτών (κλιμάκια, πολυετίες, τίτλους σπουδών, οικογενειακή κατάσταση, θέσεις, βαθμούς) τα οποία δικαιολογούν τα επιδόματα, ώστε από τη σύγκριση να εξακριβωθεί αν υπάρχουν μισθολογικές διαφορές εις βάρος των αναιρεσειόντων, ενώ δεν αναφερόταν και το συνολικό ποσό που δικαιούνταν κάθε αναιρεσείων για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από την ήδη ένδικη από 28-6-2000 αγωγή των αναιρεσειόντων, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επίσης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, η αγωγή αυτή αναφορικά με την κύρια αυτής βάση, τη στηριζόμενη σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, δεν έχει τις ίδιες δικονομικές ελλείψεις, εξαιτίας των οποίων η ως άνω προηγούμενη από 18-11-1997 αγωγή των ίδιων είχε απορριφθεί ως αόριστη.
Ειδικότερα, στην εν λόγω ήδη ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στις διαφορές αποδοχών που καταβάλλονταν σ'αυτούς και σε αντίστοιχους με αυτούς υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρου 16 παρ.1 του Κανονισμού Εργασίας της Αγροτικής.
Ασφαλιστικής, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12~1997, αναφέρονται όλα τα παραπάνω στοιχεία, που είχε κρίνει αναγκαία για το ορισμένο της προηγούμενης από 18-11-1997 αγωγής η υπ'αριθ. 4849/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συγκεκριμένα αναφέρονται στην εν λόγω ήδη ένδικη από 28-6-2000 αγωγή οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τόσο των ίδιων των αναιρεσειόντων όσο και των αντίστοιχων με αυτούς υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, μαζί με τα επιδόματα, τα προσόντα αυτών (κλιμάκια, πολυετίες, τίτλοι σπουδών, οικογενειακή κατάσταση, θέσεις, βαθμοί).
Έτσι η άσκηση της νέας αυτής αγωγής αναφορικά με την κύρια αυτής βάση, τη στηριζόμενη σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, δεν προσκρούει στο δεδικασμένο που προκύπτει από την ως άνω υπ' αριθ. 4849/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε, ύστερα από κατά ένα μέρος αντικατάσταση της αιτιολογίας της, η εκκληθείσα υπ' αριθ. 3298/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ενόψει αυτών το Εφετείο με το να δεχτεί με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η άσκηση της νέας (ένδικης) αγωγής αναφορικά με την κύρια αυτής βάση, τη στηριζόμενη σε, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προσκρούει στο ως άνω δεδικασμένο, επειδή η αγωγή αυτή (κατά την παραδοχή του Εφετείου) είναι όμοια προς την προηγουμένη από 18-11-1997 αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη τελεσιδίκως, και να απορρίψει την εν λόγω ήδη.
ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της υπάρξεως δεδικασμένου, υπέπεσε και στην από το άρθρο αριθ.16 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εφόσον κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, αλλά και στην από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, αφού παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Γι'αυτό ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατ'αμφότερα τα μέρη του, δηλαδή και από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, αλλά και από.
τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, παραδεκτώς διευκρινίζεται και συμπληρώνεται, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ, με την έγγραφη εισήγηση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στο σύνολό του και να αναιρεθεί μερικώς, και δη μόνο κατά το μέρος της που αφορά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, τη στηριζόμενη σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.4389/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μερικώς, και δη μόνο κατά το μέρος της που αφορά την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, τη στηριζόμενη σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. - Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ