Legislator Case Law & Legislation
1717/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of appeal against non-final labor court decision.

Case Number 1717/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' rejection of an appeal in a labor dispute. The appellant argued the lower court erred by rejecting the appeal against a non-final judgment, yet the court held that appeals are only admissible against final decisions. Since the first-instance judgment regarding the appellant's claim and evidence orders was not final, the Court of Appeals correctly rejected the appeal as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 513 para. 1, Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 8, Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; Appeals are admissible only against final decisions, and inadmissibility of an appeal against a non-final judgment precludes subsequent review of omitted evidence or arguments.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal final decision requirement labor dispute procedure omitted evidence review non-final judgment appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 513 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1717 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1717/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάλλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 , 3) Ψ3 και 4) Ψ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/7/1999 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 20/9/2000 προσεπίκληση-αγωγή των 2ης και 3ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4608/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7692/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην κρινόμενη υπόθεση οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου, καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ΄ αυτή, τους επιδόθηκε νομίμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ............., ............., ...........

και ......... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ............ Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό: α)εκείνης που παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως και απεκδύουσες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (Ολ.ΑΠ 230/1983).

Δεν είναι οριστική και δεν επιτρέπεται κατ΄ αυτής έφεση η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς, όπως η απόφαση που διατάσσει αποδείξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29.7.1999 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο πρώτος από τους αναιρεσιβλήτους Ψ1, επικαλούμενος ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε εργαζόμενος σε εργοτάξιο οικοδομής, ζήτησε να υποχρεωθούν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι και ειδικότερα οι δύο πρώτες, Ψ2 και Ψ3 (δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους), ως ιδιοκτήτρια της οικοδομής και επιβλέπουσα μηχανικός του έργου αντιστοίχως, και ο δεύτερος Χ1 (αναιρεσείων) ως εργολάβος, σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης.

Οι δύο πρώτες εναγόμενες άσκησαν ακολούθως, ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου την από 20/9/2000 προσεπίκληση, ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή τους κατά του ομοδίκου τους Χ1 και του Ψ4 (τέταρτου αναιρεσίβλητου), ως υπεργολάβου. Επί των ανωτέρω αγωγής και προσεπικλήσεως - αγωγής εκδόθηκε η 4608/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία το δικαστήριο, εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, πρόκειται για εργατικό ατύχημα στο οποίο η πρώτη και δεύτερη από τις εναγόμενες (κυρία και επιβλέπουσα μηχανικός), ενέχονται έναντι του παθόντος - ενάγοντος κατά τις διατάξεις του Ν. 551/34 ως πλασματικοί εργοδότες του, ενώ ο τρίτος εναγόμενος, ως εργολάβος που δεν τελούσε σε σχέση προστήσεως με τους ομοδίκους του, αφού δεν αναφέρεται ότι αυτοί είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους την όλη διεύθυνση του εκτελουμένου έργου, αλλά ούτε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον ενάγοντα, αφού αυτός είχε προσληφθεί από τρίτον υπεργολάβο που είχε αναλάβει την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού, ενέχεται από αδικοπραξία, διέταξε τον χωρισμό της υποθέσεως και την μεν από 29/7/1999 αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ενεχομένων από το εργατικό ατύχημα, δύο πρώτων εναγομένων, καθώς και την από 20/9/2000 προσεπίκληση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, παρέπεμψε κατ' εφαρμογήν των άρθρων 16 αριθ. 2, 591 § 2 και 663 επ.

του ΚΠολΔ, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να δικαστούν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, την ίδια δε άνω από 2917/1999 αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του μη προστηθέντος και μη συνδεομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας τρίτου εναγομένου, την κράτησε ως υπαγόμενη στην τακτική διαδικασία, και ακολούθως, αφού την έκρινε νόμω βάσιμη και απέρριψε όσα έκρινε απορριπτέα, διέταξε αποδείξεις.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο τρίτος εναγόμενος Χ1 άσκησε έφεση, με την οποία παραπονέθηκε, ότι εσφαλμένα κρατήθηκε και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού και ζήτησε να παραπεμφθεί αυτή και κατ' αυτό το μέρος, για το ενιαίο της κρίσεως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι απαραδέκτως αυτή στρέφεται κατά μη οριστικής αποφάσεως.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος της που κατά τα ανωτέρω προσβλήθηκε με την έφεση, ήτοι κατά το μέρος με το οποίο κρατήθηκε η αγωγή και διατάχθηκαν αποδείξεις, δεν είναι οριστική και, επομένως, ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση.

Για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει τα πράγματα αυτά να είχαν προταθεί κατά τρόπο παραδεκτό. Επομένως ο δεύτερος λόγος με τον οποίον αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τους δύο πρώτους λόγους της εφέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως, διότι προβάλλεται με λόγους απαραδέκτως ασκουμένης, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφέσεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, χωρίς προηγουμένως να προβεί σε εκτίμηση των προταθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Γι' αυτό ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη προσαχθέντα ενώπιόν του και επικληθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 7692/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ