Legislator Case Law & Legislation
1717/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of evidence, ruling clear intent to use documents valid even without specific citation.

Case Number 1717/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of the appellant's evidence. The appellant argued that documents submitted in the first instance were properly introduced at the appellate level through integrated text in written submissions. The court held that explicit intent to use specific evidence is demonstrated by incorporating the full text of first-instance submissions into appellate briefs, rendering the lower court's rejection of the evidence inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 529 of the Code of Civil Procedure; Evidence may be introduced for the first time at the appellate level if the party's clear intent to use them is demonstrated through the integration of first-instance submission text into appellate briefs.

Keywords

AI generated
appellate evidence admissibility first instance documents clear intent requirement integrated submission text Code of Civil Procedure appellate review standard evidence introduction

Cited Legislation

AI generated
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 984 of the Civil Code
Article 989 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1717 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1717/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.

Του αναιρεσίβλητου: ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 473/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 4-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδάφ. α΄ και 989 εδάφ. α΄ του ΑΚ, στοιχεία της αγωγής διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος.

Διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται ή διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 5-6-1996 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Κέρκυρας τη 6-5-1997, με αυτήν ο ενάγων ιστορεί ότι από το έτος 1977, που του το παραχώρησε η μητέρα του, είναι νομέας του περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου, αποτελούμενου από αμπέλι εμβαδού 512 τ.μ.

και συνεχόμενο χερσότοπο, εμβαδού 1356 τ.μέτρων. Ως πράξεις με διάνοια κυρίου φυσικής εξουσίασης του ακινήτου αυτού αναφέρει, ότι το αμπέλι το καλλιεργεί συστηματικά, ότι καθαρίζει το χερσότοπο και έχει κατασκευάσει μέσα σε αυτό αποθήκη, ότι έχει περιφράξει το ακίνητο περιμετρικά με σιδηροπασάλους και συρματοπλέγματα, ότι έχει κατασκευάσει σε αυτό δύο "πορτόνια", ένα στο αμπέλι και ένα στο χερσότοπο, ότι όλο το διάστημα από τότε που του το παραχώρησε η μητέρα του εποπτεύει το ακίνητο, το καλλιεργεί και συλλέγει τους καρπούς.

Εξιστορεί, επίσης, ότι οι εναγόμενοι, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου του !996, τοποθέτησαν λουκέτα στα δύο "πορτόνια", αφού κατέστρεψαν τα δικά του, έγραψαν στην ξύλινη αποθήκη με χρώμα τα αρχικά του πρώτου από αυτούς Δ.Λ. και ξερίζωσαν μια συκιά που είχε φυτέψει στο χερσότοπο, ότι έτσι οι εναγόμενοι, οι οποίοι αμφισβητούν τη νομή του στο επίδικο ακίνητο, τον προσέβαλαν στην άσκηση αυτής και ότι αφού οι εναγόμενοι με τις πιο πάνω ενέργειές τους αυτοδύναμα επιδίωκαν την κατάληψη του ανωτέρω ακινήτου, άσκησε κατ' αυτών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έγινε δεκτή.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί νομέας του ανωτέρω ακινήτου και να απαγορευθεί στους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) κάθε πράξη προσβολής της νομής του σ' αυτό στο μέλλον. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία της αγωγής από τη διατάραξη της νομής.

Ειδικότερα εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο ενάγων είναι νομέας του επίδικου ακινήτου και ότι οι εναγόμενοι με τις εκτιθέμενες ενέργειές του προσβάλλουν με διατάραξη τη νομή του. Χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι με την αγωγή εκτίθεται ότι η νομή του ενάγοντος υπήρχε και κατά το χρόνο της εκ μέρους των εναγομένων προσβολής της και εξακολουθούσε να υπάρχει και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, οι δε πράξεις προσβολής εκ μέρους των εναγομένων ουδαμού εκτίθεται ότι έφθασαν έως την αποβολή του ενάγοντος από τη νομή του, πράξη δε αποβολής δε συνιστά μόνη η αλλαγή των κλειδαριών των θυρών εισόδου, η οποία δε σημαίνει ότι στέρησε τον ενάγοντα από την εποπτεία του ακινήτου, αλλά και τη δυνατότητα εισόδου σε αυτό από άλλο μέρος, έστω και με καθαίρεση της συρμάτινης περίφραξης που αυτός είχε τοποθετήσει.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή αυτή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο μα κηρύξει απαράδεκτο και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 984 εδάφ. α΄ και 989 εδάφ. α΄ του ΑΚ για την εφαρμογή των οποίων δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα αυτές απαιτούν.

Ειδικότερα, ορθώς έκρινε ότι η αγωγή, θεμελιούμενη σε προσβολή της νομής του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με διατάραξη, περιείχε το στοιχείο της ύπαρξης νομής του ενάγοντος σε αυτό, τόσο κατά το χρόνο της διατάραξης, όσο και κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να μην απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να αρκεσθεί για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που αυτές απαιτούν, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

β΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β΄, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Η επίκληση αυτή , μπορεί να γίνει στο Εφετείο είτε με τις ενώπιον αυτού προτάσεις κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφασή του, είτε με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων της προηγούμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδείξεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 9/2000 και 14/2005). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.

Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι, προς σχηματισμό της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη :

α) την από 9-4-1987 αίτηση του ενάγοντος προς τη Διεύθυνση Δασών Κέρκυρας, με το προσαρτημένο σ αυτή διάγραμμα, β) την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ.Δ. 1115/22-5-1987 άδεια εκχέρσωσης της Διεύθυνσης Δασών Κέρκυρας, γ) την υπ' αριθμ. 581/1997 ένορκη βεβαίωση του Σπυρίδωνα Ζενεμπίση ενώπιον της συμβολαιογράφου Παξών Ιωάννας Βλάσση και δ) μια φωτογραφία με την ειδικότερα αναφερόμενη στο αναιρετήριο απεικόνιση, παρότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν τα είχε επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιόν του ο ενάγων, αφού πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτός δεν είχε ειδικώς με αυτές επικαλεσθεί τα αποδεικτικά αυτά μέσα, αλλά αρκέσθηκε με αυτές σε γενική παραπομπή στο περιεχόμενο των ενώπιον του πρωτοδικείου έγγραφων προτάσεών του, με τις οποίες είχε πρωτοδίκως επικαλεσθεί αυτά και σε ενσωμάτωση αυτών στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.

Μειοψήφησε ένα μέλος του Δικαστήριο, ο αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Νόμιμη επίκληση εγγράφων, με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου, υφίσταται και όταν σε αυτές έχουν καταχωρισθεί κατ' αντιγραφή οι προτάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, αφού με την ενσωμάτωση αυτή υποβάλλεται ενιαίο κείμενο προτάσεων στο Εφετείο, ενώπιον του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 529 του ΚΠολΔ, επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση και αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, ώστε να μην απαιτείται και η αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, που προσκομίζονται σε αντίγραφο.

Η αναφορά αυτή απαιτείται για τους επαναφερόμενους ισχυρισμούς, προκειμένου να διευκολυνθεί το εφετείο να ελέγξει, με την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εάν είχαν προβληθεί οι ισχυρισμοί και πρωτοδίκως, δεδομένου ότι κατά κανόνα μόνο εάν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως οι ισχυρισμοί μπορούν να προβληθούν και στο Εφετείο (άρθρο 527 ΚΠολΔ).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όμως, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει, αφού, ως προς αυτά, ο κανόνας είναι (άρθρο 529 ΚΠολΔ), ότι μπορούν να προβληθούν και για πρώτη φορά στο εφετείο.

Συνεπώς, ως προς αυτά, αν δεν προκύψει θέμα απαράδεκτης για πρώτη φορά προσκόμισής τους σε αυτό, το εφετείο δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στην ανάγνωση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθεί η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επίκληση και προσκόμισή τους, αλλ' αρκεί να αναγνωσθούν οι ενώπιον του εφετείου προτάσεις, η ανάγνωση όλου του περιεχομένου των οποίων, σε κάθε περίπτωση, με οτιδήποτε έχει ενσωματωθεί σε αυτές, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου.

Η επίκληση, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων δεν είναι ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλ' αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοια δε βούληση εκδηλώνεται με την ενσωμάτωση στις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του κειμένου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που και ενώπιον του εφετείου προσκομίζονται, ιδίως όταν ρητώς γίνεται αναφορά στο ενσωματωμένο στις ενώπιον του εφετείου προτάσεις περιεχόμενό τους.

Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, στις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος έχει ενσωματώσει ολόκληρο το κείμενο των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών του, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση όλων των προαναφερόμενων εγγράφων, τα οποία, όπως ανελέγκτως δέχεται το Εφετείο, τα είχε και προσκομίσει ενώπιόν του, η ενσωμάτωση δε αυτή συνοδεύεται και από ρητή αναφορά στο περιεχόμενό τους, προκύπτει αναμφίβολα έκφραση της βούλησης του αναιρεσιβλήτου να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα και υπάρχει νόμιμη, συνεπώς, επίκληση των εν λόγω εγγράφων στο Εφετείο από τον αναιρεσίβλητο, έστω και αν δε γίνεται με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις αυτού παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου είχε γίνει η επίκλησή τους πρωτοδίκως και έπρεπε ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 68/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ