Legislator Case Law & Legislation
1716/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on EU equal pay scope, ruling pension contributions do not constitute wages under Article 157 TFEU.

Case Number 1716/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by former employees against the National Bank of Greece regarding their supplementary pension benefits. The appellants argued that monthly contributions paid by employees and the employer constituted wages under Article 157(2) of the TFEU, thereby creating a property right under the Charter of Fundamental Rights. The court rejected this claim because the specific dispute concerned a private supplementary pension scheme, not the wages from an employment relationship, meaning the EU equal pay principle did not apply.

Legislator headnote

AI generated

Articles 157(2) TFEU; Article 17 Charter of Fundamental Rights: The principle of equal pay for equal work under Article 157(2) TFEU applies only to remuneration from an employment relationship and does not extend to supplementary pension contributions paid by employees and employers.

Keywords

AI generated
equal pay principle supplementary pension scheme employment relationship property right private social security Charter of Fundamental Rights wages definition

Cited Legislation

AI generated
Article 157(2) of the Treaty on the Functioning of the European Union
Article 17 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1716 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1716/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Β. του Ι., κατοίκου ..., 2. Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 3. Σ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 4. Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 5. Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 6. Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 7. Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 8. Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 9. Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ...,10. Γ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 11. Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 12.Δ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 13. Δ. Κ.-Ε. του Α., κατοίκου ..., 14. Ζ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 15. Ζ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 16. Ι. Ι. του Μ.-Π., κατοίκου ..., 17.Κ. Θ. του Β., κατοίκου ..., 18. Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 19. Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 20. Κ. Φ. του Β., κατοίκου ..., 21. Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 22.Κ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 23.Κ. Η. του Β., κατοίκου ..., 24. Κ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 25.Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 26.Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 27.Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 28. Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 29.Λ.-Π. Α. του Β., κατοίκου ..., 30. Λ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 31. Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 32.Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 33. Μ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., 34. Μ. Μ.-Ε. του Γ., κατοίκου ..., 35. Μ. Θ. του Π., κατοίκου ..., 36. Μ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 37. Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 38. Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., 39. Ν. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 40. Ν. Α. του Ε., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 1η, 3η, 5η, 24ος και 26η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σκιαδιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αίτημα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου-Σέργιου Σακκαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-03-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2039/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2850/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 του ίδιου νόμου), εφαρμόζεται δε και στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 116 παρ. 1β' του ως άνω νόμου) "όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από τον γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 1170/2023, 3/2021, 805/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, εκ των οποίων εκείνη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022, 1374/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπ' αριθ. ...-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης ανεστάλη η λειτουργία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της χώρας ενόψει των Αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023. Δικάσιμος της υπό κρίση αίτησης είχε οριστεί αρχικά η ...-2023, κατά την οποία αυτή δεν εισήχθη προς συζήτηση για τον προαναφερόμενο λόγο.

Κατόπιν τούτου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 6-10-2023 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δικάσιμος προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (19-3-2024) και εγγράφηκε η υπόθεση στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οι πρώτη, τρίτη, πέμπτη, εικοστός τέταρτος και εικοστή έκτη των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.

Σ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι κατόπιν της από 12-9-2022 έγγραφης παραγγελίας της δικηγόρου Αθηνών Μαρίας Σκιαδιώτη, η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσια των αναιρεσειόντων, αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της ...-2023 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία.

Πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η δικηγόρος Μαρία Σκιαδιώτη, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε την πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και για τους απολειπομένους αναιρεσείοντες, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση ως προς αυτούς.

Ούτε προκύπτει, άλλωστε, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της ...-2023.

Συνεπώς, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκαν νόμιμα, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς (απολειπομένους), ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που εκπροσωπούνται νόμιμα από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.

Όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην των ως άνω απολειπομένων), με την κρινόμενη από 28-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2506/235/30-3-2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2850/29-4-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 21-12-2018 έφεση των εναγόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 2039/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 29-3-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 34300/1171/2018) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, και β) αφού εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, απορρίφθηκε ως προς αυτά η αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην παρ. 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμιστούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ. και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ. 3 του Ν. 1876/1990 ορίστηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ. 3 του Ν. 1902/1990 διευκρινίστηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".

Ομοίως και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το Ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ των ως άνω νόμων είχε γίνει δεκτό, ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ.), διότι τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς, στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του Α.Ν. 1022/1946 (Α' 75), με την οποία οριζόταν ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται....

να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν.... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' άπαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 99-101/2024, 1238/2020, 1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρείες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από τον νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, 25/2008, ΑΠ 99-101/2024, 929/2023, 1238/2020, 1243/2019, 1244/2019, 1330/2018, ΟλΣτΕ 2197-2200/2010).

Συγκεκριμένα, στον τομέα των τραπεζών συστάθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών) και παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, ΑΠ 99-101/2024).

Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο, είτε με τη συμφωνία εργοδοτών-εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζομένους (ΑΠ 99-101/2024, 929/2023, 1244/2019).

Ο νομοθέτης, τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του Α.Ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε Ν.Π.Δ.Δ., τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 99-101/2024, 929/2023, 1243/2019, 1330/2018).

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του Ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι Ν.Π.Δ.Δ., με το άρθρο 10 του Ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και τον χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα, που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά, εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α' 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του Ν. 1902/1990 (Α' 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ".

Ακόμη, με το Ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α' 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού με τίτλο "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α' 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 1976/1991 (Α' 184), ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π.-Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "Ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 1976/1991, ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου, με το προαναφερθέν άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α' 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2227/1994 (Α' 129), ορίζεται ότι "Στον παρόντα νόμο οι παρακάτω όροι σημαίνουν αντίστοιχα: 1.[...]. 2.[...]. 3.[...]. 4.

Φορείς κοινωνικής ασφάλισης: Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος".

Με το άρθρο 46 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής-Λαϊκής, του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.-Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11%", με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2, από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά, και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη, ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.

Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, όσον αφορά την κάλυψη από τους εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής αυτών, των οργανικών ελλειμάτων των εν λόγω φορέων σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2992/ 2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων", και τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ .../2003, ΦΕΚ ...) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ αρ. 19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ.), ακόμη και των μη ληξιπρόθεσμων.

Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδ. α' και β' του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζόμενους", του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", ορίζεται ότι: "4.

Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών. Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5.

Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζόμενου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.

Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα....".

Από τις ως άνω διατάξεις του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού 1725/2003 συνάγεται ότι δίδεται μόνο ο ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, ενώ τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα, που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.

Οι ίδιοι ως άνω ορισμοί επαναλαμβάνονται και στην παράγραφο 7 του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού.

Συνεπώς, σύμφωνα με τον κατά τον Κανονισμό 1725/2003 ορισμό των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, όταν πρόκειται για προγράμματα καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές στους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότησή τους, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως στο ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.

Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την Τράπεζα-εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, προκειμένου περί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών είναι ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.

Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει τη νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πέραν των, λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσεως, διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.

Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.

Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως του ΔΛΠ 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/1992, τα οποία, με βάση ιδιωτικές συμφωνίες, είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο γι' αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ' επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.

Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το Ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ως προς την κύρια ασφάλιση υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση κυρίως ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίστηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν. 4052/2012 (Α' 41) συστάθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση.

Με το άρθρο 74 του Ν. 4387/2016 (Α' 85), με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος Ν. 4052/2012, το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.) μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.). Με τις εν λόγω ρυθμίσεις ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, έτσι ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 99-101/2024, 929/2023, 1238/2020, 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197-2202/2010).

Από τον συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως, με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που αποτελούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις προπαρατεθείσες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων, ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησής του υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του Ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των Ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα, αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα.

Εξάλλου, όσον αφορά το προσωπικό των τραπεζών, το έτος 1949 συστάθηκε από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός, ο Κανονισμός του οποίου εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.

Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε ως άνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το έτος 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", καθώς και στα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΑΠ 99-101/2024, 929/2023, ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή μεριμνά, μεταξύ άλλων, για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών, και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρούμενους (άρθρο 2 παρ. 2).

Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κλπ. (άρθρο 5).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το υπ' αριθ. 1047/22.11.1995 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ.Σ.

της Τράπεζας, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ. 2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι, με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).

Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του Ν. 4618/2019 (Α' 89/10.6.2019) ορίστηκαν στις παρ. 1 εδ. α' και 2 τα εξής: "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος-Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.

ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως....".

Με το άρθρο 63 του Ν. 4680/2020 (Α' 72/23.3.2020) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του εικοστού τετάρτου άρθρου του Ν. 4618/2019 και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ. 1), ότι η επικουρική σύνταξη, όπως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ. 4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές, από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ. 7), ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ, που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).

Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στο δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 99-101/2024, 929/2023).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι πρώην εργαζόμενοι και νυν συνταξιούχοι της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας.

Όλοι τους είχαν προσληφθεί πριν από το έτος 2005 και, μετά από την αποχώρηση από την υπηρεσία τους, πλέον της κύριας σύνταξής τους, λάμβαναν μία μηνιαία παροχή, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017, μέσω του επίδικου Λογαριασμού με τον τίτλο "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος". Ως προς τον τελευταίο (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) αποδεικνύονται, ειδικότερα, τα εξής:

Το έτος 1949, κατά τη με αριθμό ...-1949 συνεδρίαση του τότε Γενικού Συμβουλίου (ήδη Διοικητικού Συμβουλίου) της εναγομένης, συστάθηκε ένας έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός "παρά τη Τραπέζη" (εναγομένη). Πιο συγκεκριμένα, ο εν λόγω Λογαριασμός συστάθηκε με μονομερή δικαιοπρακτική ενέργεια της τότε διοίκησης της εναγομένης, αλλά σε συμφωνία με τις διοικήσεις των τότε Ταμείων "Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων της ΕΤΕ" και "Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων ΕΤΕ".

Με τον ίδιο τρόπο εγκρίθηκε και ο Κανονισμός λειτουργίας του, κατόπιν πρότασης ειδικά συσταθείσας προς τούτο επιτροπής, στη βάση προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και των ως άνω Ταμείων Αλληλοβοήθειας του προσωπικού της, έτσι ώστε η ολοκλήρωση της σύστασής του να θεωρείται προϊόν άτυπης ενοχικής συμφωνίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού, ο Λογαριασμός υπό τον άνω τίτλο συνεστήθη "Επί τω σκοπώ της επικουρήσεως, υπό του Ταμείου Αλληλοβοηθείας των υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχομένων της υπηρεσίας της Τραπέζης ταύτης, συμφώνως προς τα εδάφια ε' των άρθρων 2 των καταστατικών αμφοτέρων των ειρημένων Ταμείων..".

Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 1, σκοπός της σύστασης του "ΛΕΠΕΤΕ" είναι "η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και στο εξερχόμενο προσωπικό" της εναγομένης, το οποίο προέρχεται από την τελευταία και, μετά το 1953, από αμφότερες τις συγχωνευθείσες Τράπεζες, δηλαδή την "Εθνική Τράπεζα" και την "Τράπεζα Αθηνών", ανεξάρτητα από βαθμό και ιδιότητά τους, εφόσον το προσωπικό αυτό είναι ή ήταν, πριν από την έξοδό του, ασφαλισμένο στο Ταμείο Συντάξεων της "Εθνικής Τράπεζας" ή σε εκείνο της "Τράπεζας Αθηνών" και συνταξιοδοτείται από αυτά, και στα συνταξιοδοτούμενα από τα ανωτέρω ταμεία μέλη των οικογενειών τους, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα και στο άρθρο 6 του ανωτέρω Κανονισμού.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου αυτού Κανονισμού, υπό τον τίτλο "Διαχείρισις-Εκπροσώπησις", η διαχείριση του "ΛΕΠΕΤΕ" ανατέθηκε σε Διαχειριστική Επιτροπή, αρχικά δεκατετραμελή και, κατόπιν τροποποιήσεων του Κανονισμού, με τελευταία τροποποίηση το έτος 2009, οκταμελή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, όπως ισχύει: "1.

Τον Ειδικόν Λογαριασμόν διαχειρίζεται οκταμελής Επιτροπή απαρτιζόμενη εκ των κάτωθι: α) του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως Προέδρου αναπληρουμένου σε περίπτωση απουσίας του ή μονίμου κωλύματός του, από ένα Γενικό Διευθυντή που ορίζεται από τον ίδιο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο.

β) Δύο υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος εκ των υπηρετούντων στην Αθήνα, εχόντων τουλάχιστον βαθμόν Υποδιευθυντού Β', οριζομένων εκάστοτε μετά των αναπληρωτών αυτών υπό της Διοικήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. γ) Των Προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων 1) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε, 2) του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ (ΣΥΕΤΕ), 3) του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), αναπληρουμένων υπό τινος μέλους οριζομένου υπό των αντιστοίχων Δ.Σ.

δ) Ενός μέλους του Δ.Σ. του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. μετά του αναπληρωτού του οριζομένου υπό του Δ.Σ. του ως είρηται Ταμείου. ε) Εκ του Προέδρου του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ μετά του αναπληρωτού του οριζομένου υπό των αντιστοίχων Δ.Σ. του Συλλόγου τούτου". Σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο, η Διαχειριστική αυτή Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσία του "ΛΕΠΕΤΕ" και μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του, ενώ ως προς την εκπροσωπευτική δύναμη καθενός από τα ανωτέρω μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, πρέπει να σημειωθεί η σύμφωνα με το ίδιο άρθρο (παρ. 4) ισοδυναμία των ψήφων τους, πλην της περίπτωσης ισοψηφίας, επί φανερής μόνο-και όχι μυστικής-ψηφοφορίας, όπου "νικά" η ψήφος του Προέδρου ή του εκτελούντος χρέη Προέδρου.

Τα δε κεφάλαια του "ΛΕΠΕΤΕ" συντίθενται από τους πόρους του, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του προέρχονται από: 1) εισφορά των εν ενεργεία ή σε διαθεσιμότητα μισθωτών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας 3 1/2 (τρία και ήμισυ) τοις εκατόν επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της εναγομένης, 2) εισφορά της εναγομένης 9% επί των ίδιων ως άνω αποδοχών, 3) εφάπαξ εισφορά των ασφαλισμένων που συνάπτουν πρώτο γάμο κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, ίση προς το λόγω γάμου παρεχόμενο από την εναγομένη επίδομα τριών μηνών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, 4) εφάπαξ εισφορά για κάθε αποκτώμενο τέκνο, ίση προς το λόγω του δηλούμενου τέκνου παρεχόμενο από την εναγομένη επίδομα τριών μηνών, κατά τα ομοίως ειδικότερα οριζόμενα, 5) εισφορά της εναγομένης ίση με την καταβαλλόμενη εισφορά των ασφαλισμένων, λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα ανωτέρω, 6) ποσό εκ των προμηθειών από ασφαλιστικές εργασίες που διενεργούν μέσω των Υπηρεσιών της εναγομένης, καθοριζομένου του ποσού αυτού εκάστοτε από τη διοίκηση της τελευταίας, 7) τόκους των κεφαλαίων του "ΛΕΠΕΤΕ" και τις προσόδους εκ των επενδύσεων αυτού, 8) προσόδους από την εκποίηση άχρηστου υλικού της εναγομένης και 9) κάθε άλλη πρόσοδο από δωρεά κλπ.

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ανωτέρω Κανονισμού, ορίστηκε ότι η χορηγούμενη επικούρηση παρέχεται στους δικαιούχους (συνταξιούχους) για όσο χρόνο παρέχεται η σύνταξη από τα Ταμεία Συντάξεων του προσωπικού της εναγομένης, καθοριζόμενη (η επικούρηση), σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου κανονισμού (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση που έλαβε χώρα το έτος 1995) σε ποσοστά επί των συντάξιμων αποδοχών, ανάλογα των συντάξιμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως το εν λόγω άρθρο ειδικότερα ορίζει.

Από τον σκοπό της ίδρυσής του, όπως αυτός αποτυπώνεται στο ανωτέρω άρθρο 1 του Κανονισμού του, διατυπώνεται δε ρητά και στα πρακτικά της 13ης συνεδρίασης της 18-11-1949 του τότε Γενικού Συμβουλίου της εναγόμενης, κατά την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός του, αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του Κανονισμού που διέπουν τη λειτουργία του και κατατείνουν στην επίτευξη του σκοπού του, αποσπάσματα των οποίων εκτίθενται κατωτέρω, όπως και από την αντιμετώπιση του από τη δημόσια διοίκηση, το νομοθέτη και τη νομολογία (βλ.

ανωτέρω νομική σκέψη υπό IV), αποδεικνύεται ότι, αν και ο "ΛΕΠΕΤΕ" ιδρύθηκε με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία, ανέκαθεν λειτούργησε ως φορέας επικουρικής ασφάλισης, με τη μορφή του συνόλου περιουσίας χωρίς, όμως, νομική προσωπικότητα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τις ρητές αναφορές του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης στην κατά τα ανωτέρω ιδρυτική του Λογαριασμού συνεδρίαση του, στους λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, δηλαδή, τις αναφορές: "αντί της συστάσεως νέου οργανισμού, να προστεθεί ειδικός κλάδος εις τα προϋφιστάμενα και εκ της αιτίας ταύτης απηλλαγμένα των περιορισμών Ταμεία Αλληλοβοήθειας του Προσωπικού και των Εισπρακτόρων και Κλητήρων της Τραπέζης" καθώς και "...

ώστε να μην υπέχει την τύχη της περιουσίας των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού", συνάγεται σαφώς επιχείρημα υπέρ της βούλησης για σύσταση ασφαλιστικού φορέα (διαφορετικά, ποιος ο λόγος να συγκρίνεται ο υπό ίδρυση με άλλους τέτοιους και όχι με λοιπούς εργοδοτικούς φορείς;) που θα χορηγεί ασφαλιστική παροχή και όχι "μετεργασιακή" παροχή υπό την έννοια της μισθολογικής παροχής, όπως υποστηρίζεται με την αγωγή.

Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η σύστασή του ήταν προϊόν συμφωνίας, κατά τα ανωτέρω, όχι αμέσως με τους εργαζομένους ή τυχόν σωματείο των εν ενεργεία υπαλλήλων, αλλά με τα πιο πάνω (ασφαλιστικά) Ταμεία Αλληλοβοήθειας, η δε επίδικη επικούρηση ορίζεται ως "επί της χορηγούμενης συντάξεως" (άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού) και ο ίδιος ο Λογαριασμός στο ως άνω ιδρυτικό πρακτικό αναφέρεται ως "Οργανισμός" (βλ.

υπό I, "Μορφή Οργανισμού" κλπ). Ειδικότερα, εκτός από τα ανωτέρω στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" εντάσσεται στην έννοια του φορέα ασφάλισης και αφορούν στο χρόνο και τον τρόπο ίδρυσης του, σημειώνεται επίσης ότι, όπως καταγράφεται στα πρακτικά της 13η συνεδρίασης της 18-11-1949 του τότε Γενικού Συμβουλίου εναγόμενης, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας του, με την ενέργεια της αυτή η εναγόμενη απέβλεψε στη συμπλήρωση "....της συνταξιοδοτικής υπέρ των υπαλλήλων της Τραπέζης πρόνοιαν δια της ιδρύσεως επικουρικού ταμείου, το οποίο δι' ανάλογων καταβολών, θα δύναται να συμπληροί τας υπό του Ταμείου Συντάξεων καταβαλλόμενες συντάξεις", ενώ σε άλλο σημείο των ίδιων ως άνω πρακτικών διαλαμβάνεται η ρητή διατύπωση κατά την οποία "...Δια του υπό ίδρυσιν Οργανισμού παρέχεται προς τους συνταξιούχους....εις επί πλέον οργανισμός, ο οποίος, καλώς λειτουργών, θα δυνηθή να συμπλήρωση τας υπό των λοιπών ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού...

παροχάς". Μάλιστα, ομοίως κατά τα διαλαμβανόμενα στα ίδια ως άνω πρακτικά, δικαιολογείται η μορφή του τότε υπό ίδρυση "ΛΕΠΕΤΕ" και η επιλογή να συσταθεί ο "οργανισμός" αυτός υπό τη μορφή έντοκου ειδικού λογαριασμού (περιλαμβάνοντος το σύνολο της περιουσίας που συντίθεται από την κατάθεση σ' αυτόν των καταστατικών του πόρων), εντασσόμενος ως οιονεί ειδικός κλάδος στα προϋφιστάμενα ταμεία αλληλοβοήθειας και όχι ως νομικό πρόσωπο, ως ακολούθως: "Επειδή οι από της συστάσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εφεξής ιδρυόμενοι ασφαλιστικοί οργανισμοί υπάγονται εις ορισμένους περιορισμούς αφορώντας την σύνθεσιν της διοικήσεως και την εν γένει λειτουργίαν αυτών, ενώ ο υπό μελέτην τοιούτος, λόγω του επιδιωκομένου σκοπού, δέον να έχει αφ' ενός μεν ευχέρειαν προσαρμογής εις τας περιστάσεις και αφ' ετέρου ομοιογενή και προσεκτικώς επιλεγομένην διοίκησιν, ήτις να διατηρήση εν απολύτω αναλογισμώ τας παροχάς προς τους πόρους και να κατασφαλίση, διαρκούσης της περιόδου νομισματικής αστάθειας, την κατά τρόπον επωφελή τοποθέτησιν της περιουσίας αυτού, ώστε να μη υποστή την τύχην της περιουσίας των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού, εκρίθη σκόπιμον όπως, αντί της συστάσεως νέου οργανισμού, προστεθή ειδικός κλάδος εις τα προϋφιστάμενα και εκ της αιτίας ταύτης απαλλαγμένα των περιορισμών Ταμεία Αλληλοβοηθείας του Προσωπικού και των Εισπρακτόρων και Κλητήρων της Τραπέζης".

Συνεπώς, ο "ΛΕΠΕΤΕ" πράγματι ιδρύθηκε ως "οργανισμός" κοινωνικής ασφάλισης και μάλιστα ως ένας επιπλέον των τότε υφιστάμενων ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού της εναγομένης, δηλαδή ιδρύθηκε ως φορέας ασφάλισης επικουρικής, αφού στόχευε στη συμπλήρωση της καταβλητέας κύριας σύνταξης στους δικαιούχους-συνταξιούχους, τότε, βέβαια, προαιρετικής.

Η δε μορφή του επιλέχθηκε, προκειμένου να παρακαμφθούν νομοθετικοί περιορισμοί που αφορούσαν στους μετά τη σύσταση του ΙΚΑ ιδρυόμενους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην προσεκτική διαχείριση αυτού, ώστε η περιουσία που διατίθεται σε αυτόν (τον "οργανισμό" κατά τον χαρακτηρισμό των ιδρυτών) να μην υποστεί την τύχη των υπολοίπων, πλην του ίδιου δηλαδή, ασφαλιστικών οργανισμών.

Ως προς το νομοθετικό καθεστώς κατά τον χρόνο ίδρυσης του επίδικου Λογαριασμού, το οποίο δεν απέκλειε τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς, πρέπει να σημειωθεί ότι, μάλιστα, τους προέβλεπε (άρθρο 4 παρ. 7 του ν. 1022/1946), ειδικά στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές.... Στη συνέχεια, αναφορικά με τη φύση της επίδικης παροχής καθεαυτής, αποδεικνύονται περαιτέρω τα εξής:

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν από τις διατάξεις του Κανονισμού του Λογαριασμού και της ιδρυτικής πράξης (πρακτικά συνεδρίασης 13/1949 του ΓΣ της εναγομένης), η επίδικη παροχή χορηγήθηκε με γνώμονα τη συνταξιοδότηση, άλλως την αναμονή για τη συνταξιοδότηση, ή διαφορετικά προκειμένου να διευκολύνεται η οικονομική ασφάλεια κατά τη συνταξιοδότηση, και αποφασίστηκε να χορηγείται μέσω του Λογαριασμού, ο οποίος, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω, από τη σύσταση του και διαχρονικά νομοθετικά και μέχρι σήμερα, υπέχει τη θέση φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Κατά συνέπεια, πρόκειται για ασφαλιστική-συνταξιοδοτική παροχή, η οποία θεσμοθετήθηκε με την πρωτοβουλία της εναγομένης, ως εργοδότριας, και ως προαιρετική τέτοια. Ωστόσο, μετά τη σύσταση των επικουρικών Ταμείων (TEAM, ΕΤΕΑΜ, ΕΤΑΤ, ΕΤΕΑ) ως φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, δόθηκε νομοθετικά, στα ήδη διάδικα μέρη, η ευχέρεια της επιλογής να διατηρήσουν τον τρόπο χορήγησής της, δηλαδή μέσω του ΛΕΠΕΤΕ, τον οποίο είχαν τη διακριτική ευχέρεια να μη διαλύσουν, όπερ και επέλεξαν, αλλά προφανώς η φύση της μεταβλήθηκε σε υποχρεωτική, εφόσον υποκαθιστούσε πλέον τη χορηγούμενη υποχρεωτικά επικουρική σύνταξη από τα ως άνω ν.π.δ.δ.

Ακόμη και εάν θεωρηθεί αληθινή η υπόθεση ότι, με τη σύστασή του (ΛΕΠΕΤΕ), η εναγομένη σκόπευε να ενισχύσει το προσωπικό της, δημιουργώντας σε αυτό την προσδοκία λήψης της επίδικης μηνιαίας επικούρησης κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία, με απώτερο στόχο να αποφεύγεται το ενδεχόμενο αποχώρησης και ένταξης ικανών στελεχών της σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα (βλ.

πρακτικά της ...-1995 συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης), αυτή (η υπόθεση) δεν συνεπάγεται διαφορετική κρίση για τη νομική φύση της παροχής, εφόσον τέτοιο κίνητρο (παραμονής στην υπηρεσία της εναγομένης) μπορεί προφανώς να παρέχει και μία επιπλέον ασφαλιστική-συνταξιοδοτική παροχή, όπως η προκειμένη.

Με άλλα λόγια, το παραγωγικό της βούλησης αίτιο για τη θεσμοθέτηση μίας παροχής, υπό το πρίσμα ιδίως του συγκεκριμένου νομικού πλαισίου, όπως αυτό που περιγράφηκε για τα έτη από το 1949 και μέχρι το 1955 τουλάχιστον, δεν παρέχει ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της ως "(μετ)εργασιακής-μισθολογικής" ή "ασφαλιστικής-συνταξιοδοτικής".

Εξάλλου, στο άρθρο 9 παρ. 3 του Κανονισμού του "ΛΕΠΕΤΕ" ορίζεται ότι: "συντάξιμος χρόνος είναι αυτός για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές στο Λογαριασμό λόγω υπηρεσίας στην Ε.Τ.Ε., καθώς και ο χρόνος που προσμετράται κατά το άρθρο 11 του παρόντος και τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, όπως ισχύουν κάθε φορά, και εφόσον αφορούν το Λογαριασμό".

Στο δε άρθρο 9 παρ. 8 του Κανονισμού του (όπως αυτός ισχύει), ορίζεται ότι "το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ-TEAM για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου". Από τις διατάξεις αυτές του Κανονισμού, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη υπό IV, σαφώς προκύπτει επιπλέον επιχείρημα υπέρ της φύσης της επίδικης παροχής ως ασφαλιστικής-συνταξιοδοτικής.

Επισημαίνεται ότι κριτήρια για την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου επί της φύσης τόσο του ΛΕΠΕΤΕ όσο και της δι' αυτού χορηγούμενης επίδικης παροχής δεν λαμβάνονται από τους τελικούς χαρακτηρισμούς που δίνουν σε αυτά (Λογαριασμό και επίδικη παροχή) οι διάφοροι κατά καιρούς εμπλεκόμενοι φορείς (κρατικές υπηρεσίες, συνδικαλιστικοί παράγοντες κλπ.) ή οι ίδιοι οι διάδικοι (εκπρόσωποι της εναγομένης, ενάγοντες, μάρτυρες αυτών κλπ.), αλλά οι αιτιολογίες που συνοδεύουν τους χαρακτηρισμούς αυτούς και η δέουσα εκτίμηση αυτών.

Κυρίως, όμως, το Δικαστήριο αντλεί τα κριτήριά του από τους κανόνες δικαίου που τα διέπουν (τον Λογαριασμό και την δι' αυτού επίδικη παροχή) διαχρονικά και τις καταστατικές διατάξεις του Κανονισμού (επίσης διαχρονικά) οι οποίες, σημειωτέον, δεν συνιστούν κανόνες δικαίου αλλά δικαιοπραξία.... Περαιτέρω, αναφορικά με την επικαλούμενη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει την επίδικη παροχή εις το διηνεκές και ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του ΛΕΠΕΤΕ ή, διαφορετικά, τη συμβατική εγγύησή της για την επίδικη παροχή ή, επικουρικά, την επίσης συμβατική δέσμευσή της για διατήρηση της φερεγγυότητας του ΛΕΠΕΤΕ ή/και κάλυψης των ελλειμάτων του, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται τα εξής:

Το έτος 1995 αντικαταστάθηκε το άρθρο 9 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ ("Αποθεματικόν-Παροχαί") η παράγραφος 3 του οποίου αρχικά είχε ως εξής: "3. Το ποσοστόν τούτο καθορίζεται εκάστοτε, αυξανόμενον ή μειούμενον δια πάντας τους τε κατά τον χρόνον των αυξομειώσεων επικουρούμενους ως και τους μέλλοντας τοιούτους, υπό της Δ.Ε.

του Ειδικού Λογαριασμού, κατά κυριαρχικήν κρίσιν, βάσει των εσόδων και των εν γένει οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού και μετ' έγκρισιν του Διοικητικού Συμβουλίου της Τραπέζης". Η ίδια διάταξη, μετά την τροποποίηση που εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης κατά την ...-1995 συνεδρίασή του, έχει ως εξής: "9.

Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα αναλογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και προϋπολογιστικά της τρέχουσας. Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό".

Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 9 του Κανονισμού, όπως ισχύει, δηλαδή μετά την απάλειψη της παραγράφου 3 και της προσθήκης της παραγράφου όπως προεκτέθηκαν, δεν έχει την έννοια ότι η εναγομένη ανέλαβε την ευθύνη για το ύψος της επίδικης επικούρησης ούτε ότι εγγυήθηκε τη σταθερότητά της. Ειδικότερα, από τη σαφή διατύπωση της ως άνω παρ. 9 είναι φανερό ότι η πρόβλεψή της αφορά στον καθορισμό του ύψους της επικούρησης, το οποίο συνδέεται για πρώτη φορά με το ύψος των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και τούτο συμβαίνει μόνο λογιστικά, χωρίς να φαίνεται καμία πρόθεση να συνδεθούν και καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο (δηλαδή, δεν παρίσταται κανένα στοιχείο που να κατατείνει στη μεταβολή της φύσης της επίδικης παροχής από συνταξιοδοτική σε μισθολογική) ούτε διαφαίνεται κανενός είδους ανάληψη ευθύνης της εναγομένης για την εξασφάλιση των πόρων για το ύψος αυτό.

Προβλέπεται, μάλιστα, περίπτωση μείωσης του ύψους του μισθολογίου των εν ενεργεία υπαλλήλων, την οποία ορίζεται με τη νέα διάταξη ότι δύναται να ακολουθήσει και το ύψος της επικούρησης (μειούμενο ανάλογα), χωρίς, όμως, να προβλέπεται αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης να καλύψει τη διαφορά, πράγμα το οποίο θα ήταν το απολύτως αναμενόμενο εάν γινόταν δεκτό ότι η τελευταία αναλάμβανε εγγυητική του ύψους ή των απαιτούμενων πόρων ευθύνη.

Ως προς τους τελευταίους (πόρους), παραμένει σαφής η υποχρέωση για την εναγομένη, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 5 του Κανονισμού που προεκτέθηκε, δηλαδή, εκτός από τις εφάπαξ εισφορές λόγω γάμου ή απόκτησης τέκνου, η υποχρέωσή της εξαντλείται στην εισφορά του 9% επί των πάσης φύσης αποδοχών των εργαζομένων σ' αυτήν.

Άλλη παροχή προς τον ΛΕΠΕΤΕ εκ μέρους της εναγομένης δεν προβλέφθηκε στον Κανονισμό ρητά ούτε συνάγεται από τις διατάξεις του έμμεσα. Η ανάληψη ευθύνης για την εγγύηση του ύψους της επίδικης παροχής, όπως και η ευθύνη για την εγγύηση εις το διηνεκές ενός, έστω ελάχιστου, ύψους επικούρησης είναι πολύ σημαντική και, ως εκ τούτου, η βούληση για τέτοια ανάληψη πρέπει να προκύπτει με μεγάλη σαφήνεια, πράγμα που δεν συμβαίνει με βάση το δικαιοπρακτικό κείμενο του Κανονισμού.

Αυτό που καταδεικνύει η πρόβλεψη του (νέου) άρθρου 9 παρ. 9, είναι ότι, σε περίπτωση αναπροσαρμογής του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της εναγομένης, παρέχεται το δικαίωμα στη Διαχειριστική Επιτροπή να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, ακόμη και με μείωση τους, χωρίς να προβλέπεται καθόλου αναπροσαρμογή των εισφορών της εναγομένης (δηλαδή δεν προβλέπεται υποχρέωση αυξημένων εισφορών της, όπως θα ήταν συνεπές να γίνει εάν είχε αναλάβει την εγγυητική ευθύνη είτε του ύψους της παροχής είτε της οικονομικής ευρωστίας του Λογαριασμού).

Εν πάση δε περιπτώσει, ακόμη και μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του 1995 και την κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 9 όπως ίσχυε, δεν απαλείφθηκε από το άρθρο 2 ("Διαχείρισις-Εκπροσώπησις") το β' εδάφιο της παρ. 2, η διατυπωθείσα από συστάσεως του Κανονισμού επιφύλαξη υπέρ της οικονομικής δυνατότητας του ΛΕΠΕΤΕ (ιδ.

σχετ. "...περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε εις τους δικαιούχους επικουρήσεως αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού..."). Αντιθέτως, μάλιστα, πουθενά δεν γίνεται λόγος για εγγύηση κάλυψης τυχόν ελλειμάτων του Λογαριασμού, πράγμα που θα μπορούσε να προβλεφθεί, εάν υπήρχε η σχετική βούληση, με πρόβλεψη έκτακτων ενισχύσεων για όσο χρόνο (ή ποσό) θα υπήρχε ανάγκη.

Ωστόσο, η ανάγκη αυτή προέκυψε στην πράξη και, παρότι η εναγομένη με κανένα από τα ως άνω δικαιοπρακτικά κείμενα δεν είχε αναλάβει τη διερευνώμενη υποχρέωση, το έπραξε, δηλαδή έδωσε έκτακτη ενίσχυση, από το 2008 και για περίπου εννέα έτη, μία πρακτική της από την οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, συνάγεται ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης, πράγμα που θα εξεταστεί αμέσως στη συνέχεια.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, λόγω της ασφάλισης των προσλαμβανόμενων στην εναγομένη από 1-1-2005 και εφεξής στο ΕΤΕΑΜ (και στη συνέχεια ΕΤΕΑΕΠ), δυνάμει του άρθρου 57 παρ. 1 ν. 3371/2005, οι ασφαλισμένοι στον ΛΕΠΕΤΕ εν ενεργεία εργαζόμενοι αποτελούν κλειστή ομάδα και ο αριθμός τους βαίνει μειούμενος (μέχρι να συνταξιοδοτηθεί και ο τελευταίος που είχε προσληφθεί μέχρι 31-12-2004, οπότε τα μέλη της εν λόγω ομάδας θα μηδενιστούν).

Για το λόγο αυτό, ήδη από το έτος 2007 η καταβολή των επίδικων επικουρήσεων καθίστατο δυνατή μέσω συμπλήρωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων με καταβολές σε μηνιαία βάση από την εναγομένη προς τον ΛΕΠΕΤΕ. Πιο συγκεκριμένα, οι καταβολές αυτές, άλλως "ταμειακές διευκολύνσεις", λάμβαναν χώρα κατόπιν έγκρισης, σε μηνιαία βάση, του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης και είχαν τη μορφή "άτοκου δανείου", δεδομένου ότι συντάσσονταν τυπικά ιδιωτικά συμφωνητικά, σύμφωνα με τα οποία ο ΛΕΠΕΤΕ "αναλάμβανε την υποχρέωση" να επιστρέψει το καταβαλλόμενο σ' αυτόν ποσό.

Μέχρι δε και το τέλος του έτους 2008 γίνονταν έναντι εκχώρησης στην εναγομένη μελλοντικών μερισμάτων των μετοχών της ίδιας, που κατέχει ο Λογαριασμός, αλλά από το 2009 και έπειτα τα ποσά των ταμειακών διευκολύνσεων καταβάλλονταν (με τη μορφή του δανείου) χωρίς εξασφαλίσεις. Ανεξάρτητα από την εγκυρότητα και τη νομική φύση των "δανειακών" αυτών "συμβάσεων" (εφόσον η εναγομένη φέρεται να τα συνάπτει με φορέα στερούμενο νομικής προσωπικότητας), στο πλαίσιο της διερεύνησης των προκείμενων ένδικων ζητημάτων, μπορούν και πρέπει να εξεταστούν ως δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης της εναγομένης και ειδικότερα, να εξεταστεί, δηλαδή, μήπως από αυτές προκύπτει η σχετική ένδικη υποχρέωση, για την κάλυψη των ελλειμάτων του ΛΕΠΕΤΕ.

Ωστόσο, από την ενδελεχή μελέτη και εκτίμησή τους, υπό το πρίσμα της πραγματικής κατάστασης που απεικονίζουν (επαναλαμβανόμενες καλύψεις προς τον Λογαριασμό), αλλά και υπό το φως των απαιτήσεων της καλής πίστης, προκειμένου να αναζητηθεί η αληθινή βούληση της εναγομένης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ούτε ρητή ούτε σιωπηρή ανάληψη ευθύνης εκ μέρους της τελευταίας για μελλοντική κάλυψη των ελλειμάτων του ΛΕΠΕΤΕ.

Πιο συγκεκριμένα, από τη μία πλευρά, εκτιμάται η επί εννέα έτη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά (πραγματική κατάσταση) της εναγομένης να χορηγεί τα απαιτούμενα κεφάλαια για την κάλυψη του ελλείματος του Λογαριασμού, αλλά από την άλλη, συνεκτιμάται, στο πλαίσιο της καλής πίστης, η "νομική" φύση του τύπου, τον οποίο η ίδια επέλεξε προκειμένου να ενδύσει τη δικαιοπρακτική της βούληση:

αυτή του "δανειακού συμφωνητικού", δηλαδή την επιλογή της για εξωτερίκευση της προσδοκίας επιστροφής της επιχορήγησής της. Η δε τελευταία έχει βαρύνουσα σημασία, εκτιμώμενη ως σαφής δήλωση επιφύλαξης της εναγομένης για οποτεδήποτε ανάκληση της χορήγησής της αυτής, κατά τρόπον ώστε να μην είναι, κατά νόμο, δυνατό να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα προσδοκίας στους ενάγοντες και δική της αντίστοιχη δέσμευση.

Συνεπώς, ούτε από τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης μπορεί βάσιμα να συναχθεί σχετική υποχρέωσή της για το μέλλον. Επομένως, αμφότερες οι ιστορικές βάσεις της αγωγής που τείνουν να στηρίξουν συμβατική ευθύνη της εναγομένης για τη διατήρηση της χορήγησης της επίδικης παροχής, δηλαδή, τόσο αυτή που υποστηρίζεται από τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ευθύνης που προκύπτει ευθέως από τα δικαιοπρακτικά κείμενα του Κανονισμού και τις δηλώσεις των εκπροσώπων της εναγομένης, όσο και αυτή που υποστηρίζεται από τον αγωγικό ισχυρισμό περί δημιουργίας ευθύνης, μέσω της ανάληψης δέσμευσης από τη διαρκή στο παρελθόν (2008-2017) κάλυψη του ελλείματος του Λογαριασμού εκ μέρους της εναγομένης, είναι απορριπτέες, ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Όσον αφορά στη βάση της αγωγής περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η υποχρέωση χορήγησης της επικούρησης ισοβίως για καθέναν από τους ενάγοντες είχε καταστεί όρος των ατομικών εργασιακών τους συμβάσεων, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με βάση όσα αποδείχθηκαν κατά τα παραπάνω, η επίδικη παροχή δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα, εφόσον δεν θεσμοθετήθηκε ως αντάλλαγμα της εργασίας τους χορηγούμενο με το πέρας αυτής ("μετεργασιακή παροχή"), αλλά έχει χαρακτήρα ασφαλιστικό, ως επικουρική συνταξιοδοτική παροχή.

Ξεκίνησε δε, ως προαιρετική τέτοια, ενώ στη συνέχεια υποκατέστησε την υποχρεωτική επικουρική σύνταξη των αντίστοιχων Ταμείων ΝΠΔΔ. Άλλωστε, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, εργοδοτική παροχή συμφωνηθείσα να καταβάλλεται στον "ΛΕΠΕΤΕ", ως όρος των επιμέρους ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήδη λυθεισών λόγω συνταξιοδότησής τους, συνιστά μόνον η εισφορά που είχε υποχρέωση να καταβάλλει η εναγομένη βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού του "ΛΕΠΕΤΕ", την οποία, όπως δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες, πράγματι η εναγομένη κατέβαλε (εισφορά κατά βάση 9% επί των μισθών των εν ενεργεία υπαλλήλων), όχι όμως και η επίδικη μηνιαία επικούρηση καθ' εαυτή.

Συνακόλουθα, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή και κατά το μέρος της που στηρίζεται στην αθέτηση των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων....". Με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεχόμενη α) ότι η επικουρική παροχή δεν αποτελεί όρο των συμβάσεων εργασίας τους και μέρος των αμοιβών τους, β) ότι δεν ευθύνεται η αναιρεσίβλητη - εργοδότριά τους έναντι αυτών για την καταβολή της ως άνω επικουρικής παροχής και γ) ότι η επικουρική αυτή παροχή δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα, εφόσον δεν θεσμοθετήθηκε ως αντάλλαγμα της εργασίας τους χορηγούμενο με το πέρας αυτής (μετεργασιακή παροχή), αλλά έχει χαρακτήρα ασφαλιστικό, ως επικουρική συνταξιοδοτική παροχή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 288, 281, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, αλλά και τα άρθρα 914 ΑΚ και 919 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 932 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται επακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, κατά το μέρος που έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα στηριζόμενα στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες κεφάλαια και αιτήματα της ένδικης αγωγής, ήτοι δεν παρατίθενται οι σχετικές με τα ως άνω κεφάλαια αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε αναφέρεται σε ποια σημεία των αιτιολογιών αυτών εντοπίζονται αντιφάσεις.

Περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα ή μη του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 200, 288, 281, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λεκτέα τα εξής:

Το Εφετείο, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως άνω, κατά λέξη παρατεθείσες, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις πραγματικές παραδοχές και το, επίσης σαφώς διατυπωθέν, αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Τούτο διότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" στερείται μεν νομικής προσωπικότητας, πλην όμως διαθέτει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, τελώντας υπό τη διαχείριση της Διαχειριστικής Επιτροπής, στην οποία κατά τον Κανονισμό του "ΛΕΠΕΤΕ" επιφυλάχθηκε η εξουσία: α) να αποφασίζει κυριαρχικά για το ποσό της καταβλητέας στους δικαιούχους επικουρικής σύνταξης, πάντα αναλόγως με τις οικονομικές δυνατότητες του "ΛΕΠΕΤΕ", β) να αποφασίζει την ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της αναιρεσίβλητης και γ) να έχει τη δυνατότητα αναστολής της αναπροσαρμογής των επικουρήσεων για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή σταδιακής αναπροσαρμογής των επικουρήσεων ή αναπροσαρμογής τους σε μικρότερο ποσοστό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε: 1) το άρθρο 2 παρ. 2 του "Ειδικού Κανονισμού Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (Κανονισμού του "ΛΕΠΕΤΕ), με το οποίο ορίζεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του Λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά επί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού Λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους, 2) το άρθρο 5 του ίδιου Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι πόροι του Λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κλπ., χωρίς μέσα σε αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού του Λογαριασμού, ώστε να είναι δυνατή η καταβολή στο διηνεκές του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής και 3) το άρθρο 9 παρ. 9 του ως άνω Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο "Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας.

Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό".

Επιπλέον, το Εφετείο, δεχόμενο: α) ότι σύμφωνα με τον "Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", η μόνη ρητή δέσμευση της εναγομένης αναφέρεται στην καταβολή της προβλεπόμενης εισφοράς της ύψους 9% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των μισθωτών της και μάλιστα χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αύξησης του ύψους αυτής και β) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ανέλαβε εκ του ως άνω Κανονισμού συμβατική δέσμευση, ρητή ή σιωπηρή, έναντι των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων να χρηματοδοτεί τον "ΛΕΠΕΤΕ" για την κάλυψη των όποιων ελλειμμάτων του, με αποτέλεσμα να μην ανακύπτει από την αιτία αυτή υποχρέωσή της περί εξακολούθησης χρηματοδότησης του "ΛΕΠΕΤΕ" στο διηνεκές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2, 4 και 9 του "Ειδικού Κανονισμού Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 5 του ίδιου Κανονισμού, από τις οποίες συνάγεται ότι ο "ΛΕΠΕΤΕ" αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, ότι η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά φέρει τον χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, για την καταβολή της οποίας δεν είναι υπόχρεη η αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια, αλλά ο αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε", στον οποίο η αναιρεσίβλητη ευθύνεται μόνον για την καταβολή της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς, με αποτέλεσμα από τις διατάξεις αυτές να μην έχει δημιουργηθεί γενικός όρος εργασίας των μισθωτών της τελευταίας περί ανάληψης από αυτήν υποχρέωσης κάλυψης των ελλειμάτων του Λογαριασμού και καταβολής στους αναιρεσείοντες, μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, της μηνιαίας επικούρησης (επικουρικής σύνταξης) που δικαιούνται από τον ΛΕΠΕΤΕ, σε περίπτωση μερικής ή ολικής αδυναμίας παροχής της από τον ίδιο ως άνω Λογαριασμό.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις παρατεθείσες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του και το πόρισμα που διατύπωσε, με βάση αυτές, δεν παραβίασε ευθέως και ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Κατά συνέπεια, ο ως άνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις επικαλούμενες εσφαλμένες και αντιφατικές της κρίσεις, ότι το πρόγραμμα επικούρησης, που δημιουργήθηκε με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία, ανέκαθεν λειτούργησε ως φορέας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης και δεν είναι μισθολογικής φύσεως υποχρέωση της Τράπεζας προς το προσωπικό της, καθώς και ότι πρόκειται για ασφαλιστική-συνταξιοδοτική παροχή, η οποία θεσμοθετήθηκε με την πρωτοβουλία της εναγομένης, ως εργοδότριας, και ως προαιρετική τέτοια, μολονότι δέχθηκε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ είναι προϊόν ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δεν έχει νομική προσωπικότητα και αποτελεί λογαριασμό της Τράπεζας, που δεν εποπτεύεται από το αρμόδιο Υπουργείο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νομικού πλαισίου που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημιουργίας του προγράμματος επικούρησης, αλλά και μετά από αυτό, και συγκεκριμένα παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, 12, 16, 18, 21, 29 του Ν. 281/1914, 9, 33, 34 του Β.Δ.

της 15.5.1920, 4, 5, 11 του Ν. 2868/1922, 13 και 48 του Ν. 6298/1934, 1 και 50 του Α.Ν. 543/1935, 1 και 4 του Ν. 1022/1946, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο δημιουργίας του προγράμματος επικούρησης και από τις οποίες προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς τους ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να δημιουργήσει εντός αυτής ιδιωτικό φορέα ασφάλισης του προσωπικού της και, κατά συνέπεια, ούτε το πρόγραμμα επικούρησης που δημιούργησε ήταν φορέας ασφάλισης, το μόνο δε δικαίωμα που είχε ήταν να συμφωνήσει με το προσωπικό της ένα πρόγραμμα μετεργασιακών παροχών και αυτό πράγματι δημιούργησε.

Ο ως άνω (δεύτερος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και τούτο διότι το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δέχθηκε ότι: α) ο "ΛΕΠΕΤΕ" αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και η μηνιαία παροχή επικούρησης που καταβάλλει στους ασφαλισμένους του δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά φέρει τον χαρακτήρα ιδιωτικής επικουρικής σύνταξης, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας (δηλαδή ο ΛΕΠΕΤΕ) και όχι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως εργοδότρια, της οποίας η υποχρέωση εξαντλείται με την καταβολή στον ΛΕΠΕΤΕ της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς και β) ο ΛΕΠΕΤΕ συστάθηκε μεν συμβατικά (άρθρο 361 ΑΚ), με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για παροχή μηνιαίας επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής στους συνταξιούχους, πρώην εργαζομένους της αναιρεσίβλητης, αλλά με την πάροδο των ετών αντιμετωπίστηκε από τον νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, οι σχετικές δε ουσιαστικές ρυθμίσεις του "Ειδικού Κανονισμού Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", που διέπουν τη λειτουργία του, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθότι έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και ισχύουν ex lege για όλο το προσωπικό της αναιρεσίβλητης που υπάγεται (υποχρεωτικά) στην επικουρική ασφάλιση του ΛΕΠΕΤΕ, ανεξαρτήτως της θέλησης αυτού ή του χρόνου πρόσληψής του, εφόσον ήταν προγενέστερος της 1.1.2005 (καθότι από 1.1.2005 προβλέφθηκε με το άρθρο 58 του Ν. 3371/2005 η υποχρεωτική υπαγωγή των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα μισθωτών στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών), με σκοπό κυρίως τη χορήγηση της ως άνω επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής με ομοιόμορφους κανόνες.

Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι εξαιτίας της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 21 του Ν. 3239/1955, 4 του Ν. 330/1976, 18 του Ν. 1902/1990, 43, 44, 47 και 52 του Ν. 2084/1992, 11 του Ν. 2227/1994, 62 του Ν. 3371/2005 και 12 του Ν. 1405/1983, που τέθηκαν σε ισχύ μετά τη δημιουργία του επίμαχου προγράμματος επικούρησης, το Εφετείο έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή αμοιβή, αλλά αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης, μολονότι δέχθηκε ότι στο πρόγραμμα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ διάθεση κρατικών οικονομικών πόρων και ότι το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δεν έχει ασκήσει ποτέ εποπτεία επί του ΛΕΠΕΤΕ, ο οποίος (κατά τους αναιρεσείοντες) είναι προϊόν της συμβατικής ελευθερίας και δεν διέπεται από τους ασφαλιστικούς νόμους, αλλά από τους όρους του Κανονισμού Επικούρησης, δηλαδή της ιδιωτικής συμφωνίας των διαδίκων.

Ο ως άνω (τρίτος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και τούτο διότι το Εφετείο, με τις ως άνω παρατεθείσες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του, ορθά συνήγαγε από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το συμπέρασμα ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας του εργοδότη και, ως εκ τούτου, οι παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι-συνταξιούχοι μέσω αυτού δεν φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα, αλλά ότι, αντίθετα, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος χορηγεί τις ασφαλιστικές παροχές (μηνιαίες επικουρικές συντάξεις) που ρυθμίζονται από τον Κανονισμό του (ήτοι τον Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος), οι διατάξεις του οποίου είναι δεσμευτικές, στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινωνικο-ασφαλιστικού δικαίου, οι οποίες παρατίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με τις ουσιαστικές παραδοχές και το συναχθέν από αυτές συμπέρασμα, που διατυπώνονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, 21 του Ν. 3239/1955, 18 του Ν. 1902/1990, 2 παρ. 4, 46 παρ. 1 και 4 και 52 του Ν. 2084/1992, 12 του Ν. 1405/1983 και 57-64 του Ν. 3371/2005, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 21 του Ν. 3239/1955, το οποίο δεν ίσχυε το έτος 1949, οπότε συστάθηκε ο "ΛΕΠΕΤΕ", καθώς και τα άρθρα:

α) 4 του Ν. 330/1976 που φέρει τον τίτλο "Απαγόρευση μικτών σωματείων" και β) 11 του Ν. 2227/1994 που φέρει τον τίτλο "Θέματα Μ.Τ.Π.Υ.", διότι αυτά ρυθμίζουν θέματα που δεν αφορούν την ένδικη υπόθεση και, ως εκ τούτου, δεν είναι εφαρμοστέα. Περαιτέρω, με τον τέταρτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρόγραμμα επικούρησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας δεν είναι ασφαλιστικός φορέας ούτε ταμείο ούτε ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ. 7 του Ν. 1022/1946 και ότι ο υπολογισμός και η απονομή των παροχών δεν διέπεται από το νόμο, αλλά από τους όρους της ιδιωτικής συμφωνίας, δηλαδή με βάση τις καταστατικές του διατάξεις, συνεπώς η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης παραβιάζει ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 του Ν. 1902/1990, 2 παρ. 4 του Ν. 2084/1992, 33 του Ν. 2843/2000 και 11 εδ. 1 του Ν. 2227/1994.

Ο ως άνω (τέταρτος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και τούτο διότι το Εφετείο δεχόμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι ο Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), ο οποίος συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση των προαναφερθέντων Ταμείων Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων αφενός και των εισπρακτόρων και κλητήρων αφετέρου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ, ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και του οποίου ο Κανονισμός εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της τελευταίας, αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και της χρηματοδότησής του με εισφορές της τελευταίας, ως εργοδότριας, και των εργαζομένων της, με σκοπό την παροχή ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης στους ασφαλισμένους του με την καταβολή μηνιαίας συνταξιοδοτικής παροχής σ' αυτούς, ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 του Ν. 1902/1990, 2 παρ. 4 του Ν. 2084/1992, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2227/1994, και ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2843/2000, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθότι με αυτές ρυθμίζονται θέματα ασφαλισμένων και συνταξιούχων που υπάγονταν στην ασφάλιση των κοινών Ασφαλιστικών Φορέων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής, που προέρχονται από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος και καθίστανται από 2.10.1998 ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα).

Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Ωστόσο, είναι ενδεχόμενο μια παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική.

Αυτό μπορεί να συμβεί, όταν η χορήγηση της οικειοθελούς παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφετέρου του εργαζομένου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή, οπότε παράγεται σιωπηρή συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ), από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της (ΑΠ 99/2024, 1174/2017).

Όμως, οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο τελευταίος κατά την έναρξη της χορήγησής τους, ή έστω πριν να δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών (ΑΠ 99/2024, 929/2023, 1238/2020, 1292/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η επιφύλαξη αυτή του εργοδότη πρέπει να είναι σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν κατά τρόπο αναμφισβήτητο η βούληση του εργοδότη να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον.

Στην περίπτωση αυτή, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των οικειοθελών παροχών. Κατά συνέπεια, η από τον εργοδότη διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου ούτε θεμελιώνει αξίωση για τη συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής (ΑΠ 99/2024, 929/2023, 1238/2020, 1449/2019).

Εξάλλου, για τη διαμόρφωση της επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιονδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο πρώην εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί επιχειρησιακή πρακτική, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 99/2024, 929/2023, 1238/2020, 673/2014). Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από το Ν. 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 99/2024).

Εξάλλου, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη προς τούτο κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1544/2022, 1316/2022, 1525/2021, 617/2019, 45/2019, 574/2010).

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1316/2022, 617/2019).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 617/2019, 215/2005).

Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 617/2019, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 617/2019, 715/2010, 832/2009), πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1544/2022, 354/2022, 1286/2021, 1350/2018, 1210/2008).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 617/2019, 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 617/2019, 683/2010) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και, επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2019, 1665/2014, 1093/2011, 683/2010).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ενδίκου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 99/2024, 1544/2022, 1082/2018).

Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173, 200, 288, 648, 649 και 653 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωση, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, έκρινε ότι δεν δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια και πρόσθετη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να καταβάλλει στους αναιρεσείοντες τις επικουρικές παροχές, παρά την αδιάλειπτη εκ μέρους της συμπλήρωση, επί μία δεκαετία τουλάχιστον, των ταμειακών διαθεσίμων του ΛΕΠΕΤΕ, προκειμένου να καταβάλλονται οι επικουρήσεις.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε την επιχειρησιακή πρακτική της αναιρεσίβλητης να καταβάλλει την παροχή προς συμπλήρωση των κεφαλαίων του ΛΕΠΕΤΕ, εσφαλμένα έκρινε ότι με αυτήν την πρακτική δεν διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια που καθιστά υποχρεωτική για την εργοδότρια την καταβολή στο διηνεκές της παροχής αυτής, καθότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε ούτε αξιολόγησε αν οι υποτιθέμενες δανειακές συμβάσεις μεταξύ του ΛΕΠΕΤΕ και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας περιείχαν δήλωση επιφύλαξης ή ρήτρα ανάκλησης της επικουρικής παροχής ούτε αν και πώς οι δηλώσεις βούλησης της τελευταίας, ανεξαρτήτως της εγκυρότητάς τους, περιήλθαν σε γνώση των αναιρεσειόντων- δικαιούχων των παροχών, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται αιτιολογιών.

Το εν λόγω πρώτο σκέλος του πέμπτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο κατά τις εξής διακρίσεις: α) Ως προς την αιτίαση περί παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), ως αόριστο, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε ούτε ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.

β) Ως προς την αιτίαση περί παραβίασης των λοιπών ως άνω διατάξεων, ως αβάσιμο, καθόσον το Εφετείο, με βάση τις εκτεθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ήτοι ότι ο ΛΕΠΕΤΕ, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, συνιστά ιδιωτικό φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμένων εισφορών, ότι η μηνιαία επικουρική παροχή, που καταβάλλεται από το ταμείο του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μετεργασιακή παροχή της εναγομένης, λόγω της λήξης της εργασιακής σχέσης των εναγόντων με τη συνταξιοδότησή τους, αλλά αποτελεί συνταξιοδοτικής φύσεως παροχή, καθώς και ότι εργοδοτική παροχή συμφωνηθείσα να καταβάλλεται στον "ΛΕΠΕΤΕ", ως όρος των επιμέρους ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, συνιστά μόνον η εισφορά που είχε υποχρέωση να καταβάλλει η εναγομένη βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού του "ΛΕΠΕΤΕ", όχι όμως και η επίδικη μηνιαία επικούρηση καθ' εαυτή, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 288, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

Εξάλλου, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου αναιρετικού λόγου είναι απαράδεκτο, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό του, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν τούτων, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Με το άρθρο 157 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και πρώην άρθρο 141 Συνθήκης ΕΚ) ορίζεται ότι "1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. 2.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.3.... 4....".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 99/2024, 1565/2021). Ακόμη, με το άρθρο 17 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι "1.

Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της.

Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον".

Εξάλλου, με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, ορίζεται ότι "Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος "ημερομίσθιον" σημαίνει-οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού-την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν' αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια τον μισθωτόν, είτε δι' εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι' υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν".

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως....", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, το οποίο επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει την αυτή, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελεν κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην, κατά τις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 3/2016, 2/2011, 6/2007).

Με τον έκτο (τελευταίο) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, με βάση τις οποίες και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε.

κάθε παροχή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο από οποιαδήποτε αιτία και εξ αφορμής της παρεχόμενης εκ μέρους του εργασίας, ακόμη και αν αποτελεί κοινωνικο-ασφαλιστική παροχή ή ακόμη και αν καταβάλλεται μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας, εμπίπτει στην έννοια της προστατευόμενης από το ενωσιακό δίκαιο "αμοιβής" του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, που οφείλεται από τον εργοδότη.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι μηνιαίες επικουρήσεις καταβάλλονταν από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στους πρώην εργαζομένους της μέσω των ταμειακών διαθεσίμων του ΛΕΠΕΤΕ, στον οποίο συγκεντρώνονταν οι πόροι του προγράμματος επικούρησης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι εργοδοτικές εισφορές της αναιρεσίβλητης και οι εισφορές των αναιρεσειόντων, που παρακρατούνταν από τη μισθοδοσία τους καθ' όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, και ότι αυτοί δεν συνδέονταν με οποιαδήποτε ενοχική σχέση με τον έντοκο λογαριασμό "ΛΕΠΕΤΕ", καθότι αυτός στερείται νομικής προσωπικότητας, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν ευθύνεται ενδοσυμβατικά, αλλά ούτε και εκ του νόμου απέναντί τους για την καταβολή της επίδικης επικουρικής εργοδοτικής παροχής, που είχε καταστεί πρόσθετος όρος των συμβάσεων εργασίας τους, με την αιτιολογία ότι η παροχή είναι σύνταξη και όχι μετεργασιακή αμοιβή και ότι ο λογαριασμός "ΛΕΠΕΤΕ" είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες περί τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι ο ΛΕΠΕΤΕ, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, συνιστά ιδιωτικό φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμένων εισφορών, ότι η μηνιαία επικουρική παροχή, που καταβάλλεται από το ταμείο του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μετεργασιακή παροχή της εναγομένης, αλλά αποτελεί συνταξιοδοτικής φύσεως παροχή, καθώς και ότι εργοδοτική παροχή συμφωνηθείσα να καταβάλλεται στον "ΛΕΠΕΤΕ", ως όρος των επιμέρους ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, συνιστά μόνον η εισφορά που είχε υποχρέωση να καταβάλλει η εναγομένη βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού του "ΛΕΠΕΤΕ", όχι όμως και η επίδικη μηνιαία επικούρηση καθ' εαυτή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ειδικότερα δε, ως προς τη διάταξη του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, που ορίζει ότι για τον σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας "ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας", στην έννοια της "αμοιβής", όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, εμπίπτουν οι αποδοχές των εργαζομένων που καταβάλλει ο εργοδότης, στις οποίες περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα πρόσθετα οφέλη που καταβάλλει ο τελευταίος (bonus κλπ.), δεν εμπίπτει, όμως, η ένδικη μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται από τον ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του-πρώην εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη, καθότι η ένδικη μηνιαία επικούρηση δεν αποτελεί μετεργασιακή παροχή, αλλά μηνιαία ιδιωτική επικουρική συνταξιοδοτική παροχή.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται, ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις... (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή Οργανισμών της Ένωσης, επομένως και των Οδηγιών, περαιτέρω δε, ότι Δικαστήριο κράτους-μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το από 22-3-2024 υπόμνημά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλλουν αίτημα υποβολής των αναφερομένων σε αυτό "προδικαστικών ερωτημάτων" προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα οποία (προδικαστικά ερωτήματα) συνοψίζονται στο εάν η μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται μετά τη συνταξιοδότηση των πρώην εργαζομένων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ, από λογαριασμό που χρηματοδοτείται από εισφορές των εργαζομένων της και της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας, εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, εάν οι ως άνω εισφορές των εργαζομένων και της εργοδότριας αποτελούν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και εάν η αμοιβή αυτή αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα των συνταξιούχων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το αίτημα τούτο πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ ορίζουν την έννοια της αμοιβής από τη σχέση εργασίας για τον σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, η οποία αφορά την επικουρική συνταξιοδοτική παροχή που καταβάλλεται από τον φορέα επικουρικής ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης "ΛΕΠΕΤΕ" στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζομένους της αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της, μόνον ως προς τους προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους πρώτη, τρίτη, πέμπτη, εικοστό τέταρτο και εικοστή έκτη των αναιρεσειόντων, Ε. Β. του Ι., Σ. Γ. του Σ., Δ. Γ. του Γ., Θ. Κ. του Γ. και Μ. Κ. του Σ., αντίστοιχα.

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2506/235/2022) αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2850/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσείοντες (πλην των 1ης, 3ης, 5ης, 24ου και 26ης τούτων) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ