Legislator Case Law & Legislation
1716/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against acquittal due to lack of specific prosecutor appeal reasoning and procedural defects.

Case Number 1716/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against an acquittal, citing procedural defects in the prosecutor's appeal and substantive errors in the appellant's arguments. The court held that the prosecutor's appeal lacked the required specific and detailed reasoning as mandated by law, rendering it inadmissible. Furthermore, the court rejected the appellant's claims regarding evidence evaluation and the nature of negligence, finding them to be impermissible challenges to the lower court's factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 474, 476(2), 486(3) of the Criminal Procedure Code; The appeal by the prosecutor against an acquittal must be specifically and thoroughly reasoned, otherwise it is inadmissible, and appeals challenging the factual findings of the lower court without specific legal grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
prosecutor appeal acquittal appeal inadmissible appeal specific reasoning criminal procedure evidence evaluation negligence type

Cited Legislation

AI generated
Articles 474, 476(2), 498 of the Criminal Procedure Code
Article 486(3) of the Criminal Procedure Code
Article 510(1)(E) of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1716 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1716/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπανδρέου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αναστασία Περιστεράκη, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιουλίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κλουδά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 532/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νικολακάκο.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 20 Απριλίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4144/20.4.2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 600/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του εισαγγελέα κατ' αθωωτικής απόφασης, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 περ.

β' του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατ' αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής απόφασης στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου.

Αν η έφεση του εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την απόφαση 6050/2016 του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, παραδεκτώς επισκοπούμενη με τα πρακτικά της για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αθωώθηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ακόλουθο σκεπτικό: "....Την ίδια χρονική στιγμή ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγούσε το με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινείτο με αυτό επί της ιδίας οδού στη μεσαία λωρίδα από ... όπισθεν της πιο πάνω μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος. Μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσαν οι κατηγορούμενοι εκινείτο (παρεμβάλλονταν) τουλάχιστον ένα όχημα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος λίγο πριν φθάσει στο ύψος της αερογέφυρας και μη έχοντας τη δυνατότητα να διακρίνει επακριβώς τις συγκεκριμένες κινήσεις της προπορευόμενης αυτού μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος κυρίως και λόγω των μεταξύ των δύο αυτών οχημάτων παρεμβαλλόμενων λοιπών (τουλάχιστον ενός) οχημάτων, κινήθηκε από τη μεσαία λωρίδα προς την αριστερή με σκοπό να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και με ταχύτητα που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, πάντως γύρω στα 80 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Κατά την είσοδό του στην αριστερή λωρίδα και την ευθυγράμμιση αυτή του αυτοκινήτου του, αντιλαμβάνεται στην άσφαλτο την ανατραπείσα μοτοσυκλέτα και την Ε. Α. Τ. η πτώση της οποίας καθώς και η ανατροπή της μοτοσυκλέτας συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα με την κίνηση του β' κατηγορουμένου για αλλαγή λωρίδας. Συνεχίζοντας την πορεία του προσέκρουσε στη μοτοσυκλέτα και παρέσυρε την ήδη πεσμένη στο οδόστρωμα Ε.

Α. Τ., η οποία παρέμεινε στο οδόστρωμα....και επήλθε ο θάνατός της....Για το επελθόν αποτέλεσμα δεν ευθύνεται ο β' κατηγορούμενος δεδομένου ότι η πτώση της μοτοσυκλέτας και της παθούσας ήταν εντελώς ξαφνικά, απότομη και μη προβλέψιμη και σε απόσταση τέτοια που δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιήσει οποιοδήποτε ελιγμό πέραν του ότι δεξιά του αυτοκινήτου του β' κατηγορουμένου κινείτο άλλο αυτοκίνητο και αριστερά του ήταν η διαχωριστική νησίδα ώστε να μην μπορεί να κάνει ελιγμό προς τα αριστερά ή δεξιά.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί....αθώος ο δεύτερος κατηγορούμενος για την πρώτη πράξη για την οποία κατηγορούνται....". Κατά της απόφασης αυτής, η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε, ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, την έφεση 1155/2-12-2016. Στην έφεση αυτή, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αναφέρεται, ότι: "....η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών....δήλωσε ότι ....ασκεί έφεση, κατ' άρθρο 486 § 2 εδ.

τελ. Κ.Π.Δ., κατά της με αριθμό 6050/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος κατά το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Μ. Ν. του Ι. της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 28, 302 ΠΚ)....γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Δικάσαν Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος της ανωτέρω πράξεως.

Ειδικότερα από τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και τις απολογίες αμφοτέρων των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στις 26-11-2010, περί ώρα 00.50, οδηγούσε το με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στην ... με κατεύθυνση από ....

Η ως άνω οδός στο σημείο του ατυχήματος (ύψος αερογέφυρας) είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και υπάρχει επαρκής φωτισμός (ίδ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα από 26-11-2010). Ο ανωτέρω δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έτσι δεν μπόρεσε να κάνει τους απαιτούμενους χειρισμούς για να αποφύγει την παθούσα Α.

Ε. Τ., η οποία είχε πέσει στο οδόστρωμα μετά την ανατροπή της με αριθ. Ο

ΙΙ ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, στην οποία επέβαινε, που οδηγούσε ο Ο. Θ.-Τ. με την αυτή κατεύθυνση, ο οποίος (οδηγός της μοτοσυκλέτας) είχε πέσει και αυτός στο οδόστρωμα. Σημειωτέον ότι η ανατροπή της μοτοσυκλέτας και η πτώση της παθούσης είχε λάβει χώρα πριν την άφιξη του κατηγορουμένου με το όχημά του στο συγκεκριμένο σημείο και έτσι ο κατηγορούμενος δεν αιφνιδιάσθηκε από την απότομη πτώση αυτών.

Το ότι η ανατροπή της μοτοσυκλέτας έλαβε χώρα πριν την άφιξη του κατηγορουμένου στο συγκεκριμένο σημείο συνάγεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει τις συνθήκες ανατροπής της μοτοσυκλέτας. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπήρχε απόσταση ικανή μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε αυτός και της μοτοσυκλέτας.

Έτσι από μεγάλη απόσταση μπορούσε να δει το σώμα της παθούσης να κείται στο οδόστρωμα (δεν προέκυψε ότι μεταξύ του οχήματος του κατηγορουμένου και της μοτοσυκλέτας υπήρξαν και άλλα οχήματα, και εάν ακόμα όμως υπήρξαν και άλλα οχήματα είναι βέβαιο ότι οι οδηγοί αυτών είδαν την παθούσα και την απέφυγαν).

Αν ο κατηγορούμενος είχε τεταμένη την προσοχή του θα είχε αντιληφθεί την παθούσα να κείται επί του οδοστρώματος, δεδομένου ότι, όπως προέκυψε, τίποτε δεν εμπόδιζε την ορατότητα στο συγκεκριμένο σημείο, και θα είχε κάνει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό για να την αποφύγει, χωρίς να διακινδυνεύσει άλλο άτομο.

Το ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία αποφευκτική κίνηση έκανε συνάγεται από το ότι τα μαλλιά της παθούσης ευρέθησαν στον εμπρόσθιο και δεξιό τροχό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, πράγμα που σημαίνει ότι το αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε "πέρασε" πάνω από τη παθούσα, χωρίς την παραμικρή αποφευκτική κίνηση (ίδ.

έκθεση αυτοψίας από 26-11-2010). Συνέπεια της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν η παθούσα να υποστεί κατασύνθλιψη όλων των οστών του κρανίου και πολτοποίηση του εγκεφάλου (ίδ. ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής), αιτία από την οποία αποκλειστικά επήλθε ο θάνατος αυτής. Κατόπιν τούτου πλήρως αποδεικνύεται ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 532/2018 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων Αθηνών), με την οποία, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός (ένσταση), την οποία προέβαλε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δια των συνηγόρων του, περί απαραδέκτου της ως άνω εισαγγελικής έφεσης και έγινε τυπικά δεκτή αυτή (έφεση), στη συνέχεια εξετάσθηκε η ουσία της υπόθεσης.

Για την απόρριψη της εν λόγω ένστασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, περιέχει την απαιτουμένη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της για κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλειες της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά την εγκαλούσα Αντεισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα.

Ειδικότερα, ως πλημμέλειες της εκκαλουμένης αναφέρονται οι ακόλουθες: α) ότι η πτώση της μοτοσυκλέτας του πρώτου κατηγορούμενου και της παθούσας ήταν ξαφνική, απότομη, μη προβλέψιμη και σε απόσταση τέτοια που δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιήσει οποιονδήποτε ελιγμό ο κατηγορούμενος, ενώ όπως δέχεται η Αντεισαγγελέας Εφετών αποδείχθηκε ότι η ανατροπή της μοτοσυκλέτας έλαβε χώρα πριν την άφιξη του κατηγορουμένου στο συγκεκριμένο σημείο και συνεπώς υπήρχε ικανή απόσταση μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε αυτός και της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο τελευταίος μπορούσε να δει το σώμα της παθούσας να κείται στο οδόστρωμα και να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό και β) ότι δεξιά του αυτοκινήτου του δεύτερου κατηγορούμενου κινείτο άλλο αυτοκίνητο και αριστερά του ήταν η διαχωριστική νησίδα και ως εκ τούτου αυτός δεν ηδύνατο να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, ενώ όπως δέχεται η Αντεισαγγελέας Εφετών δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ του οχήματος του κατηγορουμένου και της μοτοσυκλέτας υπήρξαν και άλλα οχήματα, και εάν ακόμα όμως υπήρξαν είναι βέβαιο ότι οι οδηγοί αυτών είδαν την παθούσα και την απέφυγαν και συνεπώς το ίδιο μπορούσε να κάνει και ο δεύτερος κατηγορούμενος με τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό, χωρίς να διακινδυνεύσει άλλο άτομο, τον οποίο όμως δεν έκανε αφού τα μαλλιά της παθούσης βρέθηκαν στο εμπρόσθιο και πίσω δεξιό τροχό του αυτοκινήτου του, πράγμα που σημαίνει το αυτοκίνητό του "πέρασε" πάνω από την παθούσα επιφέροντας το θάνατό της, ο οποίος επήλθε από την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε βέβαια ευσταθεί η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι η Αντεισαγγελέας δεν αναφέρεται ειδικώς στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την επιληφθείσα Τροχαία Ελληνικού πραγματογνώμονα Ε.

Μ., η οποία ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο πρέπει να αναφέρεται ειδικά στο σκεπτικό της απόφασης ώστε να προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη...., δεδομένου ότι η αιτίαση αυτή δεν σχετίζεται με το θέμα του παραδεκτού της εφέσεως της Αντεισαγγελέως, αλλά ισχύει όταν το Δικαστήριο πρόκειται να καταλήξει σε δικανική κρίση".

Με το να απορρίψει την προαναφερόμενη ένσταση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη την εξουσία του, διότι η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, περιέχει την απαιτούμενη, για το παραδεκτό αυτής, κατά το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, οι συγκεκριμένες ουσιαστικές πλημμέλειες περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που αποδίδονται από την εκκαλέσασα Αντεισαγγελέα Εφετών στην ως άνω πρωτοβάθμια αθωωτική απόφαση, με αναφορά στα προκύψαντα, από την εκτίμηση των μνημονευόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, πραγματικά γεγονότα, τα οποία, κατά τους παρατιθέμενους σ' αυτή (έφεση) νομικούς συλλογισμούς, συγκροτούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, προσδιορίζονται δε σ' αυτή (έφεση) οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά την εκκαλέσασα την απόφαση Αντεισαγγελέα Εφετών, αποδεικτικό πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει την προαναφερόμενη ένσταση, να κρίνει τυπικά δεκτή την έφεση αυτή και στη συνέχεια να ερευνήσει κατ' ουσίαν την υπόθεση, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν η πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευσε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα μέρος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν εκείνη συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, αλλά πίστευσε ότι δεν θα επερχόταν.

Ενόψει αυτής της διάκρισης, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διαφορετικά, αν δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας ή γίνονται δεκτά και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται αντίστοιχη ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, στα κυριότερα αποδεικτικά μέσα της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα, ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο από εκείνο των εγγράφων, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Επίσης, η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνεται από το προαναφερθέν άρθρο 177 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Οφείλει, όμως, το δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτή συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά• πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ειδική αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 532/2018, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, όσον αφορά στην πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "....Στις 26-11-2010 και περί ώρα 00.50, ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγώντας, υπό την επήρεια ναρκωτικής ουσίας (ινδικής κάνναβης), την υπ' αριθ.

Ο

ΙΙ - ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας SUZUKI 2006 - 999 cc, ιδιοκτησίας του, κινούνταν επί ..., με κατεύθυνση από ..., έχοντας συνεπιβάτη του την ηλικίας 16 ετών Ε. Α. Τ.. Η ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες ανά ρεύμα κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 10,50 μ που διαχωρίζονται με νησίδα και κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, με επαρκή φωτισμό και με καιρικές συνθήκες καλοκαιρίας.

Όταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έφθασε στο ύψος της αερογέφυρας, κοντά στο σηματοδότη, κινούμενος με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων την ώρα, που υπερέβαινε την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, σύμφωνα με την υπάρχουσα σήμανση επί της οδού, λόγω της κατάστασής του, προσέκρουσε με την εμπρόσθια πλευρά της μοτοσυκλέτας του σε αγνώστων στοιχείων δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία κινούνταν έμπροσθεν αυτού ομόρροπα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, να ανατραπεί αυτή στο οδόστρωμα, να ακινητοποιηθεί στην αριστερή λωρίδα και ο ίδιος να εκτιναχθεί στη δεξιά λωρίδα, ενώ η συνεπιβάτης του Ε. - Α.

Τ. να πέσει στο οδόστρωμα και συγκεκριμένα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Την ίδια χρονική στιγμή, ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας AUDI, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", κινούνταν επί της ιδίας ως άνω Λεωφόρου όπισθεν (ομόρροπα) της προαναφερόμενης μοτοσυκλέτας και στη μεσαία λωρίδα αυτής και κατευθυνόταν στο γραφείο του προκειμένου να διευθετήσει επαγγελματική του υποχρέωση, η οποία προέκυψε αιφνιδίως αργά το βράδυ και για το λόγο αυτό είχε αναπτύξει ταχύτητα 90 χιλιομέτρων την ώρα, που υπερέβαινε την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, σύμφωνα με την υπάρχουσα σήμανση επί της οδού (βλ.

και την με αριθμό 1783/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών). Λίγο πριν φτάσει στο ύψος της αερογέφυρας, θέλοντας να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, κινήθηκε από τη μεσαία λωρίδα στην αριστερή, με αυξημένη ταχύτητα 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, στη συνέχεια όμως προσέκρουσε στην ήδη στο οδόστρωμα ανατραπείσα μοτοσυκλέτα και παρέσυρε την Ε. - Α.

Τ., που ήταν τραυματισμένη και πεσμένη στο οδόστρωμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σε μήκος 6,50 μέτρων, με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί βαρύτατες κακώσεις (κατασύνθλιψη όλων των οστών του κρανίου), συνεπεία των οποίων ως μόνη ενεργός αιτία επήλθε ο θάνατός της. Όπως αποδείχθηκε η ανατροπή της μοτοσυκλέτας και η πτώση της παθούσας στο οδόστρωμα είχε λάβει χώρα πριν την άφιξη του δεύτερου κατηγορουμένου με το όχημά του στο συγκεκριμένο σημείο και σε καμία περίπτωση ο παραπάνω κατηγορούμενος δεν αιφνιδιάσθηκε, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται καταθέτοντας ότι από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας του μέχρι την άφιξη του ιδίου στο σημείο αυτό είχε παρέλθει μόλις ένα (1) λεπτό και δέχεται και η διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, η οποία δεν κρίνεται ορθή από το παρόν Δικαστήριο, αφού καταλήγει στο αυθαίρετο αυτό συμπέρασμα χωρίς ουδεμία αιτιολογία.

Το αντίθετο δε συνάγεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει τις συνθήκες ανατροπής της μοτοσυκλέτας του πρώτου κατηγορουμένου και ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε αυτός και της μοτοσυκλέτας του πρώτου κατηγορουμένου υπήρχε ικανή απόσταση και ικανό χρονικό διάστημα να αντιληφθεί τι είχε συμβεί.

Έτσι, ο δεύτερος κατηγορούμενος ουδόλως αιφνιδιάσθηκε αλλά μπορούσε και όφειλε, αν είχε τεταμένη την προσοχή του και δεν βιαζόταν να φθάσει στον προορισμό του, λόγος εξάλλου για τον οποίο είχε αναπτύξει και ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπομένης και είχε αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, να δει το σώμα της παθούσας να κείται στο οδόστρωμα, δεδομένου ότι τίποτε δεν εμπόδιζε την ορατότητά του στο συγκεκριμένο σημείο ούτε υπήρχαν φυσικά ή τεχνικά εμπόδια ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχαν άλλα οχήματα μεταξύ του οχήματος του δεύτερου κατηγορουμένου και της μοτοσυκλέτας του πρώτου κατηγορουμένου και να κάνει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά (στη μεσαία λωρίδα) για να την αποφύγει, χωρίς να διακινδυνεύσει άλλο άτομο ή ο ίδιος.

Το ότι ο κατηγορούμενος παρέσυρε την παθούσα χωρίς ουδεμία αποφευκτική κίνηση συνάγεται και από το γεγονός ότι τα μαλλιά της βρέθηκαν στο εμπρόσθιο και πίσω δεξιό τροχό του οχήματος του, πράγμα που σημαίνει ότι το αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε "πέρασε" πάνω από το σώμα της παθούσας, χωρίς την παραμικρή αποφευκτική κίνηση αλλά και από τις ζημίες που φέρει το όχημά του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αναλαμβανόμενος αυτό που είχε συμβεί κατελήφθη από πανικό και φόβο και κάλεσε τη σύζυγό του προκειμένου αμέσως να επισκεφθούν το κοντινότερο σε αυτόν αστυνομικό τμήμα. Πράγματι μετέβησαν στο AT Αργυρούπολης και εκεί δήλωσε ότι πιθανόν έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και ζήτησε με επιμονή από την αστυνομικό υπηρεσίας, Σ.

Π. του Γ., να ελέγξει εάν στο συγκεκριμένο σημείο είχε αναφερθεί κάποιο ατύχημα. Αρχικά, το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, αλλά ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέμεινε στο AT και επέμενε να συνεχισθεί η έρευνα, μέχρι που έγινε γνωστό το θανατηφόρο τροχαίο οπότε ο κατηγορούμενος συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Τροχαία Ελληνικού, προκειμένου να γίνουν οι απαιτούμενες ενέργειες.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο θάνατος της Ε. - Α. Τ. οφείλεται α) .... στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτός (ενν. ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Θ.-Τ. Ο.) οδηγούσε υπό την επίδραση ναρκωτικής ουσίας (ινδικής κάνναβης), που νωρίτερα είχε κάνει χρήση, καθόσον ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του (ούρα και αίμα) η παρουσία 11 - nor - Δ9 - THC - 9 - καρβοξυλικού οξέος, που αποτελεί μεταβολίτη της Δ9 τετραϋδροκανναβινόλης, ουσίες που αποτελούν δραστικό συστατικό της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, εξαιτίας δε αυτού του γεγονότος δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από τα προπορευόμενα οχήματα και δεν μείωσε την ταχύτητά του, που ήταν ιδιαίτερα αυξημένη, όταν έφθασε στο ύψος της αερογέφυρας κοντά στο σηματοδότη, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με την εμπρόσθια πλευρά του οχήματος του σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας, να ανατραπεί στο οδόστρωμα η μοτοσυκλέτα του και η συνεπιβαίνουσα αυτής να πέσει στο οδόστρωμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και β) στην αμελή συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής κατά την οδήγηση του οχήματός του που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έβαινε με μεγάλη ταχύτητα και έτσι όταν άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας (από τη μεσαία στην αριστερή) δεν μπόρεσε να συγκροτήσει το όχημά του και να αντιληφθεί την παθούσα που βρισκόταν στο οδόστρωμα, αν και τίποτε δεν τον εμπόδιζε, με αποτέλεσμα να παρασύρει την Ε. - Α.

Τ., η οποία βρισκόταν πεσμένη στο οδόστρωμα εξαιτίας της προηγούμενης πτώσης της από τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του πρώτου κατηγορουμένου και να επέλθει ο θανάσιμος τραυματισμός της λόγω των βαρύτατων κακώσεων που υπέστη αυτή, οι ως άνω δε συμπεριφορές ενός εκάστου εξ αυτών υπήρξε ένας από τους παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους χωρίς τον οποίο το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν θα επήρχετο, εφόσον το αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τη συμπεριφορά ενός εκάστου και κρίνεται αυτοτελώς....".

Στη συνέχεια, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με την ελαφρυντική περίσταση ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που τελέστηκε η πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, ανασταλείσα για τρία έτη, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον 2° κατηγορούμενο του ότι:

Στην .. και δη στη …το ύψος της αερογέφυρας, την 26.11.2010 και δη περί ώρα 00.50' από συγκλίνουσα αμέλεια δική του και του συγκατηγορουμένου του Ο... Θ.-Τ.. δηλαδή από έλλειψη της προσοχής κατά την οδήγηση των πιο κάτω οχημάτων τους που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη τους.

Συγκεκριμένα, ο ως άνω συγκατηγορούμενός του οδηγώντας την υπ' αρ. 011-... δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας SUZUKI 2006- 999 cc, ιδιοκτησίας του και βαίνοντας μ' αυτή στην ανωτέρω Λεωφόρο με κατεύθυνση από ... στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν τηρούσε, όπως ήταν υποχρεωμένος, αρκετή απόσταση από τα προπορευόμενα οχήματα και δεν μείωσε την ταχύτητά του, που ήταν ιδιαίτερα αυξημένη και έτσι όταν έφθασε στο ύψος της αερογέφυρας κοντά στον σηματοδότη προσέκρουσε με την εμπρόσθια πλευρά του οχήματος του σε δίκυκλη μοτοσικλέτα αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας, που εκινείτο ομορρόπως με την ίδια κατεύθυνση και η οποία είχε ακινητοποιηθεί λόγω του ερυθρού σηματοδότη, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα που οδηγούσε να εκτραπεί της πορείας της και να ανατραπεί στο οδόστρωμα, η δε συνεπιβαίνουσα Τ...

Ε.-Α. του Γ. να πέσει στο οδόστρωμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια, αυτός οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας AUDI, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και βαίνοντας μ' αυτό στην ανωτέρω λεωφόρο με κατεύθυνση από ... δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του.

ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και έβαινε με μεγάλη ταχύτητα και έτσι όταν άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας (από τη μεσαία που έβαινε στην αριστερή) δεν μπόρεσε συγκροτήσει το όχημά του, με αποτέλεσμα να παρασύρει την Τ... Ε.-Α. του Γ., η οποία βρισκόταν πεσμένη στο οδόστρωμα εξαιτίας της προηγούμενης πτώσης της από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο συγκατηγορούμενός του.

Αποτέλεσμα της ως άνω περιγραφόμενης συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς τους ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός της Τ... Ε.-Α. του Γ., η οποία υπέστη βαρύτατες κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός της, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε ο θάνατός της". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε αυτά στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ.

Ειδικότερα, παρατίθενται οι ακριβείς συνθήκες του συμβάντος τροχαίου ατυχήματος, προσδιορίζεται, σύμφωνα με όσα κατωτέρω θα εκτεθούν, το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, διαπιστώνεται η δυνατότητα αυτού να προβλέψει και να αποφύγει το αποτέλεσμα που επήλθε και αναφέρεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του ως άνω επελθόντος αποτελέσματος.

Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι: α) η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα, β) δεν ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αναγκαίο να γίνει αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε να προσδιοριστεί ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ή να διευκρινιστεί από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και γ) το Δικαστήριο της ουσίας δεν αποδέχθηκε μεν το προκύψαν από την επικαλούμενη με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης συμπέρασμα, ως προς το χρόνο που παρήλθε από την ανατροπή της δίκυκλης μοτοσυκλέτας μέχρι την άφιξη στο σημείο του ατυχήματος του οδηγούμενου από τον αναιρεσείοντα οχήματος, αιτιολόγησε, όμως, επαρκώς τη διαφορετική δικαστική του κρίση.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι κατά την άποψή του από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας προσδιόρισε το είδος της αμέλειας που επέδειξε ο αναιρεσείων, σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού προκύπτει, ιδίως από τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό, που μαζί με τις παραδοχές του σκεπτικού συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτό προσδιόρισε το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος, με τη νομική μορφή της άνευ συνειδήσεως (μη συνειδητής αμέλειας).

Συγκεκριμένα, εκτός του ότι από τη συλλογιστική του σκεπτικού συνάγεται με επάρκεια το ως άνω είδος της αμέλειας (σ. 45 στίχ. 17-29 από την αρχή), στο διατακτικό αναφέρεται ρητά τούτο, με την εξής αναφορά "....δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής κατά την οδήγηση των παρακάτω οχημάτων τους, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα....".

Επομένως, ουδεμία ασάφεια δημιουργείται ως προς το είδος της αμέλειας, το οποίο δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, και, συνεπώς, δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, Ε.

Μ... (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-4-2018 (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-4-2018) αίτηση του Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ... ...), για αναίρεση της απόφασης 532/2018 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, Ε. Μ..., την οποία (δαπάνη) ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ