Legislator Case Law & Legislation
1716/2016 AI generated

1716/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1716/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1716/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Keywords

AI generated
economic offence intellectual forgery dismissal of fraud charges bogus self-employment political behaviour uttering counterfeit money
AI generated
1581/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
1800/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.
1770/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
501/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1511/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1716 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1716/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6789/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Ν. του Ι., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ..../27-11-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται : α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που να μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδοοσε το ψευδές γεγονός να ενήργησε με πρόθεση, δηλαδή με τη θέληση πραγμάτωσης των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και επιπλέον να γνώριζε την αναλήθεια του γεγονότος και τη δυνατότητα του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.

Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Επίσης ως "γεγονός" νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και επιδέχεται απόδειξη, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.

Δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις ή χαρακτηρισμοί μπορεί να θε(ορηθούν ως δυσφημιστικά γεγονότα μόνο εάν υποκρύπτουν πραγματικά συμβάντα που προσβάλλουν την προσωπικότητα άλλου προσώπου ή συνάπτονται αναπόσπαστα με τέτοια συμβάντα και προσδιορίζουν την ποιοτική και ποσοτική βαρύτητα τους. Ακόμη ως "τιμή" νοείται η ηθική και προσωπική αξία που απολαμβάνει το φυσικό πρόσωπο ως ανθρώπινο όν και ως υποκείμενο της έννομης τάξης, ενώ ως "υπόληψη" νοείται η κοινωνική αξία αυτού, δηλαδή η εκτίμηση που αναγνωρίζεται και αποδίδεται στο φυσικό πρόσωπο ως στοιχείο της προσωπικότητας του λόγο) των ηθικών, πνευματικών, επαγγελματικών και λοιπών ικανοτήτων και δεξιοτήτων αυτού και της γενικότερης θετικής στάσης και δράσης του στο πλαίσιο της έννομης τάξης, της επαγγελματικής και καλλιτεχνικής ενασχόλησης και της κοινωνικής συμβίωσης και συναναστροφής.

Ο ισχυρισμός ή η διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος μπορεί να γίνει και με κατάχρηση του τύπου ως μέσου τέλεσης, οπότε, μετά την κατάργηση του άρθρου 46 παρ. 1 του α. ν. 1092/1938 με το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 2243/1994 (από 3-10-1994 και εφεξής), τελείται από τον εκδότη, τον διευθυντή και τους υπεύθυνους του σχετικού εντύπου η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της απλής δυσφήμησης ως έγκλημα τύπου με τους ίδιους όρους που τελείται και η κοινή συκοφαντική δυσφήμηση ή απλή δυσφήμηση με βάση τις γενικές διατάξεις του ΠΚ που προβλέπουν την αντίστοιχη πράξη και διέπουν τη συμμετοχική δράση στο έγκλημα (άρθρα 45, 46, 47, 362, 363 ΠΚ).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν το σκεπτικό - αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η τέλεση της πράξης με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).

Αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, που προβλέπεται από τα άρθρα 363 - 362 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι είναι ψευδή όσα αυτός ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος πρέπει είτε να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση πον συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν.

Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία. Όμως, όταν υπάρχει στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του ως προς αυτά ή το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενό του είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αληθείας του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση -παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται αναιρετικά η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ης ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Με το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974 και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική (εύλογη) προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για τη βασιμότητα οποιασδήποτε ποινικής κατηγορίας σε βάρος του.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ, στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται : α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα ακρόασης του προσώπου σχετικά με την υπόθεση του. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται από το άρθρο 2 περ. 1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987 και ορίζει ότι κάθε πρόσωπο, που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα για επανεξέταση από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχτηκε ένοχο ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή, άλλα και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ανεμπόδιστη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός εθνικός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου κατά καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβαση τους να μην είναι υπέρμετρες σε βαθμό που να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο.

Η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν εκείνων που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ, αλλά παρέχει αναιρετική βάση μόνο εφόσον συνδυάζεται με πλημμέλεια που εμπίπτει σ’ αυτούς τους λόγους αναίρεσης, σε συνάρτηση και με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ’ ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (πλημ/των) Αθηνών με την προσβαλλόμενη 6789/2014 απόφαση του, που εκδόθηκε μετά από εφέσεις των κατηγορουμένων κατά της απόφασης 15931/2014 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ" αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα : "Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι :

Ο πρώτος κατηγορούμενος, Γ. Μ., είναι εκδότης της εβδομαδιαίας πολιτικής εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί πανελληνίους, και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "... Α.Ε", η οποία έχει στην ιδιοκτησία της την πιο πάνω εφημερίδα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Φ.

Μ., είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πιο πάνω, ιδιοκτήτριας της εφημερίδας, εταιρείας, και διευθύνων σύμβουλος αυτής. Ο εγκαλών, Ν. Ν., εξελέγη βουλευτής με το κόμμα της ... στην εκλογική περιφέρεια του Νομού ... κατά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2012 και κατά τον επακολουθήσαντα σχηματισμό της Κυβέρνησης διορίστηκε Υφυπουργός Εργασίας, πλην όμως λίγες ημέρες μετά το διορισμό του αιφνιδίως παραιτήθηκε από τη θέση αυτή, δηλώνοντας, με σχετική επιστολή του προς τον Πρωθυπουργό, τη διαφωνία του ως προς την πολιτική της κυβέρνησης στο θέμα της επαναδιαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε, τις ημέρες εκείνες, το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, του τύπου και γενικά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από αυτά. Στο πλαίσιο του ενδιαφέροντος αυτού δημοσιεύθηκε στο της ...2012 της πιο πάνω εφημερίδας "..." και στη σελίδα … αυτού ολοσέλιδο άρθρο με φωτογραφία του εγκαλούντος, υπό τον τίτλο: "Ο "...", με υπότιτλο: "....

Ο Κ. Κ. για τους δικούς του λόγους είχε "κόψει" τον Ν. Ν. από τις κυβερνήσεις του, ενώ οι καλά γνωρίζοντες επιμένουν ότι το ΣΔΟΕ κάνει φύλλο και φτερό τα περιουσιακοί του στοιχεία : και με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ο Κ. ήταν τρελός που τον άφησε εκτός κυβέρνησης επί πεντέμισι χρόνια Με αυτό το ερώτημα σχολιάζουν έμπειρα στελέχη της … τα όσα συνέβησαν με, την αποχώρηση του κ.

Ν. Ν. από το κυβερνητικό σχήμα και τα όσα ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες. Ο βουλευτής ... της ΝΔ ξεκίνησε ως μέ/.ος της ομάδας των "..." και πρωτοστάτησε στην εκλογή του κ. Κ. στην ηγεσία του κόμματος, εν τούτοις δεν αξιοποιήθηκε ποτέ από τον πρώην πρωθυπουργό, ούτε, στην κυβέρνηση ούτε στον κρατικό μηχανισμό.

Οι συζητήσεις στο παρασκήνιο και οι φήμες γύρω από τη σταθερή αυτή απόφαση του κ. Κ. ήταν πολλές και ποικίλες. Όλοι συμφωνούσαν όμως ότι ο κ. Κ. γνώριζε κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους. Οι φήμες τόπε ανέφεραν ότι ο κ. Ν. Ν. έμεινε εκτός κυβέρνησης εξαιτίας της οικογενειακής σχέσης (κουμπαριά) που διατηρούσε με σημαντικό (εκείνη την περίοδο) επιχειρηματία, ο οποίος είχε εισέλθει δυναμικά στο χώρο της πληροφορικής και των MM Κ.

Ήταν η εποχή του "σεμνά και ταπεινά," και ο τόπε πρωθυπουργός δεν ήθελε να πάρει κανένα, ρίσκο...Τα χρόνια πέρασαν, ο κ. Ν. επανεξελέγη (υποστηριζόμενος σθεναρά και από παράγοντες της Εκκλησίας με τους οποίους ανέκαθεν διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς), στην ..., και ο κ. Σ. ως πρόεδρος της … τον αξιοποίησε στον τομέα απασχόλησης του κόμματος.

Ο ίδιος ο κ. Ν. ισχυριζόταν πως είχε και τη διαβεβαίωση ότι θα ήταν ο επόμενος Υπουργός Εργασίας. Η απογοήτευση του ήταν μεγάλη όταν ο διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού κ. Κ. Μ. του ανακοίνωσε ότι θα τοποθετηθεί υφυπουργός κάτω από τον κ. Ι. Β.. Από εκείνη τη στιγμή ο χρόνος για τη σύγκρουση του κ. Ν. με το Μέγαρο ...

άρχισε να. μετρά αντίστροφα. Ορισμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι η επιλογή να μην κάνει υπουργό τον κ. Ν. Ν. υπαγορεύθηκε από σειρά θεμάτων που σχετίζονται με φακέλους που έχει στην κατοχή του το ΣΔΟΕ για τον βουλευτή .... Αν και επισήμως δεν επιβεβαιώνεται μέχρι στιγμής κάτι, οι καλοί γνωρίζοντες επιμένουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία του βουλευτή και της συζύγου του τελούν υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Οικονομικών, κάτι που συμβαίνει και για ένα ακόμη στέλεχος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της … που βρίσκεται μεν στη σημερινή Βουλή, όχι όμως και στην κυβέρνηση.

Μεγαλομέτοχος. Σύμφωνα, με τις ίδιες πληροφορίες, στελέχη του Σώματος Οικονομικού Ελέγχου έχουν κάνει φύλλο και φτερό το "πόθεν έσχες" του βουλευτή, το οποίο αριθμεί δεκάδες ακίνητα (53 αναφέρουν τοπικοί κομματικοί παράγοντες της ..., που έχει στην κατοχή του μαζί με τη σύζυγο του κυρία Α. Μ.. Το λαϊκό παιδί, όπως τον χαρακτηρίζουν οι συντοπίτες του, που κατέχει 53 ακίνητα.

Ο πεθερός του είναι μεγαλομέτοχος στο υπεραστικό ΚΤΕΛ ..., αλλά δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί αυτής της έκτασης ακίνητη περιουσία. Θόρυβο φαίνεται να έκανε και η πληροφορία ότι εμφανίστηκε επιχειρηματίας στο ΣΔΟΕ που απαιτούσε να σβηστεί πρόστιμο του επικαλούμενος φιλική σχέση με τον πρώην υφυπουργό.

Η πληροφορία αυτή όμως δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το ΣΔΟΕ ούτε από άλλη πηγή. Τα γεγονότα αυτά τα γνωρίζουν ελάχιστοι στην κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση το "γυαλί" έχει ήδη "ραγίσει" και δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν βέβαιον ότι το Φθινόπωρο, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με απόφαση του. κ. Σ., θα ακολουθήσει άλλα πολιτικά μονοπάτια".

Συντάκτης του πιο πάνω κειμένου φέρεται δημοσιογράφος με τα στοιχεία "Α. Π.", ο οποίος όμως είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, το αναγραφόμενο δε επώνυμο του συνδέεται με την πόλη της ..., τόπο καταγωγής και κατοικίας του εγκαλούντος. Με το πιο πάνω άρθρο η πρόσφατη τότε παραίτηση του εγκαλούντος από τη θέση του Υφυπουργού Εργασίας και η μη αξιοποίησή του, παλαιότερα, από τον πρώην Πρωθυπουργό Κ.

Κ. σε κυβερνητική θέση αποδίδονται στην κτήση, από τον ίδιο και τη σύζυγο του, μεγάλης ακίνητης περιουσίας, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα εισοδήματά του και οφείλεται σε αθέμιτες σχέσεις του με σημαντικό την εποχή εκείνη μη κατονομαζόμενο επιχειρηματία. Προς θεμελίωση της κρίσεώς του αυτής ο συντάκτης του άρθρου παραθέτει σε αυτό τα ακόλουθα περιστατικά: 1) ότι ο εγκαλών και η σύζυγος του έχουν στην ιδιοκτησία τους 53 ακίνητα, όπως αυτά προκύπτουν από τη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως (πόθεν έσχες) που υπέβαλαν στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για το έτος 2009, 2) ότι το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) διενεργεί έλεγχο στον τρόπο και στα μέσα κτήσης των πιο πάνω ακινήτων, 3) οτι ο πεθερός του εγκαλούντος είναι μεγαλομέτοχος του ΚΤΕΛ ...

και 4) ότι ο μη κατονομαζόμενος στο άρθρο επιχειρηματίας, με τον οποίον ο εγκαλών διατηρούσε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, εμφανίστηκε στο ΣΔΟΕ και, επικαλούμενος τις μετ’ αυτού σχέσεις του, απαίτησε τη διαγραφή προστίμου που είχε επιβληθεί εις βάρος του. Τα πραγματικά περιστατικά, όμως, αυτά είναι ψευδή.

Ειδικότερα από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2009 προκύπτει ότι ο ίδιος ο εγκαλών, η σύζυγος του Α. Μ. και τα ανήλικα τέκνα τους έχουν στην κυριότητα τους τριάντα ένα (31) συνολικά ακίνητα, από τα οποία εννέα (9) είναι αστικά (διαμερίσματα, γραφεία, αποθήκες), κείμενα μέσα στην πόλη της ... επί των οδών ..., δύο (2) είναι οικόπεδα, κείμενα στη θέση ...

της Κοινότητας ... ..., και τα υπόλοιπα είκοσι (20) είναι αγροτεμάχια, κείμενα στις κτηματικές περιφέρειες των Κοινοτήτων .... Για τα αστικά ακίνητα ο εγκαλών είχε καταβάλει το έτος 2009 ενιαίο τέλος ακινήτων (Ε.ΤΑΚ) 697,14 ευρώ, όπως από το σχετικό εκκαθαριστικό σημείωμα τον τέλους αυτού προκύπτει. Είναι επομένως ψευδείς και ο αριθμητικός προσδιορισμός των ακινήτων του εγκαλούντος σε 53 και ο, βασισθείς σε αυτόν, περαιτέρω χαρακτηρισμός τους ως "δεκάδων ακινήτων", που παρατίθενται στο επίδικο άρθρο.

Ουδόλως, περαιτέρω, απεδείχθη ότι κατά τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου βρισκόταν σε εξέλιξη έρευνα του Σ.Δ.Ο.Ε. για τον τρόπο και τα μέσα κτήσης της ακίνητης περιουσίας του εγκαλούντος, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα ουδεμία ενέργεια εκ μέρους του Σ.Δ.Ο.Ε., θετική ή αρνητική για τον εγκαλούντα, ως αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήχθη, έχει γίνει.

Είναι, επομένως, ψευδές το παρατιθέμενο στο επίδικο άρθρο περιστατικό ότι ο εγκαλών ελεγχόταν από το Σ.Δ.Ο.Ε για τον τρόπο και τα μέσα κτήσης της ακίνητης περιουσίας του. Περαιτέρω, ουδόλως απεδείχθη ότι ο πεθερός του εγκαλούντος Α. Μ., κατά τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου, ήταν μεγαλομέτοχος του ΚΤΕΛ ....

Αντιθέτως, από την ένορκη κατάθεση της συξύγου του εγκαλούντος Α. Μ., μη αναιρεθείσα από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, απεδείχθη ότι ο πατέρας της και πεθερός του εγκαλούντος Α. Μ. μετείχε στην ανώνυμη εταιρεία ΚΤΕΛ ... με ένα λεωφορείο επί συνόλου εκατόν είκοσι πέντε (125) λεωφορείων εντεταγμένων στο πιο πάνω ΚΤΕΛ, γεγονός το οποίο μακράν απέχει από το να του προσδίδει την ιδιότητα του "μεγαλομετόχου", όπως ψευδώς αυτός χαρακτηρίζεται στο επίδικο άρθρο.

Τέλος, ουδόλως απεδείχθη ότι σημαντικός επιχειρηματίας, διατηρών φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον εγκαλούντα, άρτι διορισθέντα υφυπουργό, εμφανίστηκε στο Σ.Δ.Ο.Ε. και, επικαλούμενος τις μετ’ αυτού σχέσεις του, απαίτησε τη διαγραφή προστίμου που είχε εις βάρος του επιβληθεί. Πλην του ότι στο επίδικο άρθρο δεν κατονομάζεται ο επιχειρηματίας που παρενέβη αθεμίτως στο Σ.Δ.Ο.Ε., με την επίκληση του ονόματος και της ιδιότητας του εγκαλούντος ως υφυπουργού, ουδεμία απόδειξη προσεκομίσθη περί του ότι έλαβε χώρα τέτοια παρέμβαση, αν και ικανός χρόνος έχει έκτοτε παρέλθει.

Τα παραπάνω ψευδή περιστατικά είναι ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ως πολιτικού και βουλευτή, διότι τον εμφανίζουν να πλουτίζει, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του αυτή και συναπτών αθέμιτες σχέσεις με επιχειρηματίες. Το επίδικο άρθρο, έξαλλου, πλην της δημοσιεύσεως του στο προαναφερόμενο φύλλο της εφημερίδας "...", αναρτήθηκε την ίδια ημέρα ...2012 και στην ιστοσελίδα www....

που η ίδια εφημερίδα είχε ανοίξει και διατηρούσε στο διαδίκτυο. Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως εκδότης και μάλιστα επί σειράν ετών, της πιο πάνω εφημερίδας, συμμετείχε στις συσκέψεις που γίνονταν μαζί με τους δημοσιογράφους - συντάκτες για την επιλογή της ύλης που θα δημοσιευόταν σε αυτήν, ελάμβανε γνώση του περιεχομένου της, ενημερωνόταν για τις πληροφορίες και τις πηγές, των επιμέρους δημοσιευμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι - συντάκτες αυτών του τις μετέφεραν, και τελικά ενέκρινε ή απέρριπτε τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα, είχε δε μακρά εμπειρία στον τομέα αυτό.

Γνώριζε, επομένως, αυτός το επίδικο άρθρο και το ψευδές των πιο πάνω αναφερόμενων σε αυτό, πλην ουδόλως αποδεικνυόμενων, για τον εγκαλούντα δυσφημιστικών περιστατικών και παρά ταύτα ενέκρινε, ως εκδότης, αφενός μεν τη δημοσίευση του στην εφημερίδα του αφετέρου δε την ανάρτηση του στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο.

Πλήρους, επομένως, από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, δια του τύπου και μη, εις βάρος του εγκαλούντος, που του αποδίδει το κατηγορητήριο, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τον δεύτερο κατηγορούμενο Φ.

Μ., διότι αυτός, έχων την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ιδιοκτήτριας της πιο πάνω εφημερίδας, ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "... Α.Ε.", ασχολείτο με την οικονομική διαχείριση της εταιρείας και όχι με την ύλη και το περιεχόμενο της εφημερίδας, που δεν ενέπιπταν στις αρμοδιότητες του ως διευθύνοντος συμβούλου, και συνεπώς ούτε γνώση του επίδικου άρθρου είχε λάβει ούτε την καταχώρηση του στην εφημερίδα ενέκρινε ή μπορούσε να εγκρίνει.

Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, δια του τύπου και μη, εις βάρος του εγκαλούντος που του αποδίδει το κατηγορητήριο.". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Γ. Μ. και επέβαλε σε βάρος του ποινή οκτάμηνης φυλάκισης με τριετή αναστολή για το ότι : "Α)-Δια του Τύπου ως οργάνου, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκαν και διέδωσαν για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, γνωρίζοντας ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή και συγκεκριμένα ο μεν Γ.

Μ. ως εκδότης της εφημερίδας "...", ο δε Φ. Μ. ως Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", ιδιοκτήτριας της εβδομαδιαίας εφημερίδας "..." που εκδίδεται και κυκλοφορεί στην Αθήνα, κατόπιν συναπόφασης και ενεργώντας με κοινό δόλο, στο φύλλο με αριθ. ... της ως άνω εφημερίδας και ειδικότερα στη σελίδα … αυτής δημοσίευσαν άρθρο, με φερόμενο ως συντάκτη τον Α.

Π. αγνώστων λοιπών στοιχείων, με γενικό τίτλο "..." και υπότιτλους "..." και "Ο Κ. Κ., για τους δικούς του λόγους είχε "κόψει" τον Ν. Ν. από τις κυβερνήσεις του, ενώ οι καλά γνωρίζοντες επιμένουν ότι το ΣΔΟΕ κάνει φύλλο και φτερό τα περιουσιακά του στοιχεία", με το οποίο οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν και διέδωσαν ενώπιον του αναγνωστικού κοινού αλλά και αορίστου αριθμού αναγνωστών της παραπάνω εφημερίδας, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ο Κ.

ήταν τρελός που τον άφησε εκτός κυβέρνησης επί πεντέμισι χρόνια; Με αυτό το ερώτημα σχολιάζουν έμπειρα στελέχη της ΝΑ τα όσα συνέβησαν με την αποχώρηση του κ. Ν. από το κυβερνητικό σχήμα και τα όσα ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες. Ο βουλευτής ... της ΝΑ ξεκίνησε ως μέλος της ομάδας των "..." και πρωτοστάτησε στην εκλογή του κ.

Κ. εντούτοις δεν αξιοποιήθηκε ποτέ από τον πρώην πρωθυπουργό... Οι συζητήσεις στο παρασκήνιο και οι φήμες γύρω από τη σταθερή αυτή απόφαση του κ. Κ. ήταν πολλές... Όλοι συμφωνούσαν όμως ότι ο κ. Κ. γνώριζε κάτι περισσότερο από τους υπόλοιπους.... Οι φήμες τότε ανέφεραν ότι ο κ. Ν. Ν. έμεινε εκτός κυβέρνησης εξαιτίας της οικογενειακής σχέσης (κουμπαριά) που διατηρούσε με σημαντικό (εκείνη την περίοδο) επιχειρηματία....

Ήταν η εποχή του "σεμνά και ταπεινά" και ο τότε πρωθυπουργός δεν ήθελε να πάρει κανένα ρίσκο.... Ορισμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι η επιλογή να μην κάνει υπουργό τον κ. Ν. Ν. υπαγορεύθηκε από σειρά θεμάτων που σχετίζονται με φακέλους που έχει στην κατοχή του το ΣΔΟΕ για τον βουλευτή .... Αν και επισήμως δεν επιβεβαιώνεται μέχρι στιγμής κάτι, οι καλά γνωρίζοντες επιμένουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία του βουλευτή και της συζύγου του τελούν υπό τον έλεγχο του υπουργείου Οικονομικών.

Μεγαλομέτοχος. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στελέχη του Σώματος οικονομικού ελέγχου έχουν κάνει φύλλο και φτερό το "πόθεν έσχες" του βουλευτή, το οποίο αριθμεί δεκάδες ακίνητα (53) αναφέρουν τοπικοί κομματικοί παράγοντες της ΝΔ που έχει στην κατοχή του μαζί με τη σύζυγο του κυρία Α. Μ.. Το λαϊκό παιδί, όπως τον χαρακτηρίζουν οι συντοπίτες του, που κατέχει 53 ακίνητα.

Ο πεθερός του είναι μεγαλομέτοχος στο υπεραστικό ΚΤΕΛ ..., αλλά δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί αυτής της έκτασης ακίνητη περιουσία. Θόρυβο φαίνεται να έκανε και η πληροφορία ότι εμφανίστηκε επιχειρηματίας στο ΣΔΟΕ που απαιτούσε να σβηστεί πρόστιμο του επικαλούμενος φιλική σχέση με τον πρώην υφυπουργό.

Η πληροφορία αυτή όμως δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το ΣΔΟΕ ούτε από άλλη πηγή τα γεγονότα αυτά τα γνωρίζουν ελάχιστοι στην κυβέρνηση

Πλην όμως, τα προαναφερόμενα γεγονότα ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα Ν. Ν., βουλευτή ..., οι δε κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους. Β)-Ενώπιον τρίτων, ισχυρίστηκαν και διέδωσαν για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, γνωρίζοντας ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή και συγκεκριμένα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι (Γ. Μ. και Φ. Μ.), με τις παραπάνω ιδιότητες τους, κατόπιν συναπόφασης και ενεργώντας με κοινό δόλο, ανάρτησαν το ανωτέρω δημοσίευμα στο διαδίκτυο στην επίσημη ιστοσελίδα της ως άνω εφημερίδας www.... διαδίδοντας τα προαναφερόμενα στο στοιχείο Α ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα Ν. Ν., βουλευτή ..., ενώ τελούσαν σε γνώση της αναληθείας τους.".

Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου και της κοινής συκοφαντικής δυσφήμησης, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις νομικές σκέψεις με τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν τις παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, δηλαδή με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, οι δε αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμες.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές, ότι ήταν ψευδή τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, που περιέχονται στο επίμαχο κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "..." και αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα "www...." της ίδιας εφημερίδας, της οποίας εκδότης είναι ο αναιρεσείων, καθώς και ότι τα ψευδή γεγονότα αυτά προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού αποδίδεται ψευδώς στον εγκαλούντα ότι αυτός και η σύζυγος του κατέχουν περιουσιακά στοιχεία που ήταν υπό τον έλεγχο του ΣΔΟΕ και δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα τους και τον εμφανίζουν να πλουτίζει εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως πολιτικού και βουλευτή και συνάπτοντας αθέμιτες σχέσεις με επιχειρηματίες.

Επίσης, ο άμεσος δόλος και η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς τα ψευδή γεγονότα που περιέχονται στο προαναφερόμενο δημοσίευμα αιτιολογείται πλήρους στο σκεπτικό της απόφασης, όπου περιέχεται, μεταξύ άλλος, και η εξής περικοπή : "... Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως εκδότης και μάλιστα επί σειράν ετών. της πιο πάνω εφημερίδας, συμμετείχε στις συσκέψεις που γίνονταν μαζί με τους δημοσιογράφους -συντάκτες για την επιλογή της ύλης που θα δημοσιευόταν σε αυτήν, ελάμβανε γνώση του περιεχομένου της, ενημερωνόταν για τις πληροφορίες και τις πηγές των επί μέρους δημοσιευμάτων, όπως οι δημοσιογράφοι - συντάκτες αυτών τού της μετέφεραν, και τελικά ενέκρινε ή απέρριπτε τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα, είχε δε μακρά εμπειρία στον τομέα αυτό.

Γνώριζε, επομένως, αυτός το επίδικο άρθρο και το ψευδές των πιο πάνω αναφερόμενων σε αυτό, πλην ουδόλως αποδεικνυόμενων, για τον εγκαλούντα δυσφημιστικών περιστατικών και παρά ταύτα ενέκρινε, ο)ς εκδότης, αφενός μεν τη δημοσίευση του στην εφημερίδα του αφετέρου δε την ανάρτηση του στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο......

Στην προαναφερόμενη περικοπή υποδηλώνεται και εμπεριέχεται σαφής παραδοχή ότι η ίδια πρακτική τηρήθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων. ως εκδότης της συγκεκριμένης εφημερίδας, ενημερώθηκε και, άρα, έλαβε γνώση για το πληροφοριακό υλικό των αληθινών περιστατικών που προαναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης (αριθμός και είδος ακίνητος, ανεπιβεβαίωτος έλεγχος ΣΔΟΕ κλπ.) και για τις πηγές πληροφόρησης του συγκεκριμένου δημοσιεύματος από τον μη κατονομαζόμενο συντάκτη του και τους λοιπούς δημοσιογράφους που συμμετείχαν στη διαμόρφωση του, καθώς και ότι ενέκρινε την καταχώριση στην εφημερίδα και την ανάρτηση στην ιστοσελίδα του επίμαχου δημοσιεύματος, έχοντας επίγνωση ότι αυτό δεν αποδίδει την πραγματικότητα.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι το επίμαχο δημοσίευμα ήταν μειωτικό για τον πολιτικώς ενάγοντα και ψευδές και ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το περιεχόμενο του ήταν ψευδές στηρίχτηκε στις συγκεκριμένες και σαφείς ουσιαστικές παραδοχές που περιέχονται στο σκεπτικό της απόφασης του, τις οποίες συνήγαγε από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, η οποία έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Συνακολούθως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τη γνώση του ψευδούς.

Επίσης αβάσιμος είναι και ο συναφής (με τον πρώτο) δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Α’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα λόγο) παραβίασης του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ και της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κατοχυρώνει το δικαίθ3μα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη και, όπως αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, η παραβίαση της δεν θεμελιώνει αυτοτελή λόγο αναίρεσης, αλλά παρέχει αναιρετική βάση μόνο σε συνάρτηση με κάποιον από τους θεσμοθετημένους λόγους αναίρεσης του άρθρου 510 ΚΠΔ.

Πιο συγκεκριμένα προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το ψευδές του δημοσιεύματος, σε αφηρημένες διαπιστώσεις, τις οποίες συνήγαγε αυθαίρετα και χωρίς λειτουργικό συσχετισμό συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη σημειώθηκε κατά την αξιολόγηση του πρώτου λόγου αναίρεσης Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, επειδή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εμφανίζει ασάφεια και αντιφατικότητα, αποδίδοντας στον αναιρεσείοντα ότι τέλεσε την πράξη με κοινό δόλο κατά συναυτουργία με τον Φ. Μ., ο οποίος απαλλάχτηκε από τη σχετική κατηγορία.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, στο σκεπτικό αυτής (σελ. 28β δέκα τελευταίες σειρές) περιέχεται ρητά εκπεφρασμένη και σαφής βούληση και κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος ως μόνος αυτουργός, και όχι ως συναυτουργός με τον συγκατηγορούμενό του Φ.

Μ., ο οποίος κηρύσσεται αθώος, επειδή κρίθηκε ότι, ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "... ΑΕ", ασχολείτο μόνο με την οικονομική διαχείριση της και δεν είχε καμία ανάμιξη στη διαμόρφωση του περιεχομένου της εφημερίδας, ούτε γνώση για την καταχώριση του επίμαχου άρθρου σ’ αυτή. Επομένως δεν πρόκειται για ασάφεια ή αντίφαση ως προς την αληθινή βούληση και κρίση του δικαστηρίου σχετικά με την πράξη που κηρύχτηκε ένοχος ο αναιρεσείων (αν την τέλεσε δηλαδή ως μόνος αυτουργός ή ως συναυτουργός με τον συγκατηγορούμενό του), αλλά για τυπική παράλειψη μη προσαρμογής του διατακτικού στο σκεπτικό της απόφασης, η οποία οφείλεται σε προφανή παραδρομή και από την οποία δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση και κρίση του δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις σχετικές πράξεις ως μόνος αυτουργός.

Επομένως και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ. β’ και 369 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο διευθύνουν τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον εισαγγελέα, προκειμένου αυτός να αναπτύξει τις απόψεις του και να προτείνει για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου και την επιβλητέα ποινή, για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο και γενικά για κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροατηριακής διαδικασίας. Διαφορετικά, αν δεν υπάρξει προηγούμενη εισαγγελική πρόταση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 β’ και δ’ ΚΠΔ, και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ. Όταν. όμως, πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς που συνάπτονται άμεσα με την ενοχή, δεν απαιτείται ειδική εισαγγελική πρόταση γι’ αυτούς, οι οποίοι καλύπτονται από τη γενική και συνολική πρόταση για την ενοχή.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, επειδή ο εισαγγελέας δεν πρότεινε ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό που είχε υποβάλει γραπτά και αναπτύξει προφορικά ο συνήγορος του αναιρεσείοντος (σελ. 3 επ. απόφασης) για εφαρμογή του άρθρου 367 παρ. 1 γ’ Π Κ και άρση του αδίκου λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ενημέρωσης του κοινού. Ο λόγος αναίρεσης αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος (αλυσιτελής), αφού ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός και η τυχόν έλλειψη εισαγγελικής πρότασης γι’ αυτόν θα ασκούσε έννομη επιρροή μόνο σε περίπτωση καταδίκης για απλή δυσφήμηση (άρθρου 363 ΠΚ), και όχι για συκοφαντική δυσφήμηση διά του τύπου και κοινή συκοφαντική δυσφήμηση (που δεν τελέστηκε με τον τύπο ως όργανο τέλεσης), όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 25-26), μετά τη λήξη τα αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε ο λόγος στην εισαγγελέα της έδρας, η οποία πρότεινε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, η πρόταση δε αυτή εμπεριέχει και πρόταση απορριπτική του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος συνάπτεται άμεσα με την ενοχή.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι παθών Ν. Ν., ο οποίος είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά τη συζήτηση και εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, στις 20-9-2016, καίτοι κλήθηκε νόμιμα γι’ αυτό (βλ. το από 21-12-2015 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών Α. Χ., με το οποίο ο πολιτικώς ενάγων είχε κληθεί νόμιμα για την αρχική δικάσιμο της 1ης/3/2016, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε με αίτημα του ίδιου για τη δικάσιμο της 20ης/9/2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2015 αίτηση του Γ. Μ. του Φ. για αναίρεση της απόφασης 6789/2014 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-11-2015. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ