1716/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1716/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1716 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1716/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Δ. του Β., κατοίκου ... ατομικά και με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου, διαχειριστή και ομορρύθμου εταίρου της εδρευούσας στη Ρόδο ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. - Σ. Ρ. Ο.Ε", 2.Σ. Ρ. του Ι., κατοίκου ... με την ιδιότητά του ως ομορρύθμου εταίρου της αυτής ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. - Σ. Ρ. Ο.Ε" και 3. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. - Σ. Ρ. Ο.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. συζ. Ά. Μ. το γένος Ι. Μ., 2. Ε. Ζ. του Ε., κατοίκων ..., 3. Ά. - Ε. Ζ. του Ε., 4. Μ. - Κ. Ζ. του Ε. και 5. Ά. χας Ι. Μ., το γένος Θ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Περίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 284/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 του ΑΚ "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Κατά το άρθρο 926 εδ. α' του ΑΚ "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εις ολόκληρον με αυτόν, εφ' όσον τελέσθηκαν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, η οποία του ανετέθη βάσει συμβάσεως (μίσθωσης εργασίας, εντολής κ.λ.π.), είτε επ' ευκαιρία ή και εξ αφορμής της υπηρεσίας, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής γενόμενες, εφόσον μεταξύ ζημιογόνου ενεργείας και υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια.
Εξετέρου, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Κατά το άρθρο 63 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά το άρθρο 67 ΑΚ: "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν τη ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η τρίτη των εναγομένων ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Δ. - Σ. Ρ. ΟΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος, διαχειριστής και ομόρρυθμο μέλος είναι ο πρώτος εναγόμενος και απλό ομόρρυθμο μέλος ο δεύτερος εναγόμενος, από το έτος 2001 διατηρεί στη Ρόδο επιχείρηση (νυκτερινό κέντρο) με τον τίτλο "Α...".
Η επιχείρηση στεγάζεται σε οικοδομή αποτελούμενη από το ισόγειο, όπου είναι το κυρίως κατάστημα και τον πρώτο όροφο, όπου βρίσκεται η κουζίνα του καταστήματος. Εντός του ως άνω καταστήματος υπάρχει ανελκυστήρας μεταφοράς μικροεμπορευμάτων, άνευ συνοδείας ατόμου, ο οποίος τοποθετήθηκε στο κτίριο περίπου κατά το έτος 1997 και χρησιμοποιείται από τους εργαζομένους στην επιχείρηση της τρίτης εναγομένης για την μεταφορά σκευών (ποτηριών κλπ) από τον ισόγειο όροφο στην κουζίνα του καταστήματος που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτιρίου.
Ο ανελκυστήρας αυτός έχει διαστάσεις ένα (1) μέτρο ύψος και εβδομήντα (70) εκατοστά πλάτος, ενώ η είσοδός του απέχει από το πάτωμα του ισογείου εκατόν δέκα (110) εκατοστά και από το πάτωμα του πρώτου ορόφου ογδόντα (80) εκατοστά. Η κίνηση επάνω και κάτω γίνεται με εντολή διακόπτη που είναι έξω από τον ανελκυστήρα και ενάμιση μέτρο από το έδαφος σε κάθε επίπεδο του καταστήματος, δηλαδή στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο, και επιτρέπεται αυτή (κίνηση), δυνάμει ασφαλιστικών συστημάτων, μόνο με κλειστές τις χειροκίνητες πόρτες του οι οποίες ανοιγοκλείνουν άνω και κάτω.
Επίσης αποδείχθηκε ότι το έτος 2000 η τέταρτη εναγόμενη προσλήφθηκε ως υπάλληλος στην επιχείρηση της τρίτης εναγομένης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Τα καθήκοντά της στην επιχείρηση συνίσταντο ειδικότερα στον καθαρισμό των εσωτερικών χώρων του καταστήματος της τελευταίας κατά τις ώρες που δεν λειτουργούσε αυτό, ήτοι πριν τις 8 μ.μ.
Η κρίση του δικαστηρίου ότι η τέταρτη εναγόμενη είχε προσληφθεί ως υπάλληλος στην επιχείρηση της τρίτης εναγομένης, παρέχοντας αντί μισθού την εργασία της και υποκείμενη στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη της, ενισχύεται μεταξύ άλλων, και από την κατάθεση της εξετασθείσας στην πρωτοβάθμια δίκη μάρτυρας της τέταρτης εναγομένης, Ν.
Φ., πρώην εργαζομένης στην παραπάνω επιχείρηση, (μετά την αποχώρηση της οποίας προσλήφθηκε η τέταρτη εναγόμενη), η οποία αναφέρει ότι η τέταρτη εναγόμενη "... λαντζιέρα ήτανε και μετά τη βάλανε και καθαρίστρια ...", "... κάθε μέρα δούλευε η Π. ...", "... μόλις έφυγα εγώ ήρθε η Π. ...", "... ερχόντουσαν και έλεγχαν ...". Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα των τριών πρώτων εναγομένων Κ.
Μ. Π., ο οποίος αναφέρει ότι η τέταρτη εναγόμενη καθάριζε τo μαγαζί "... σχεδόν καθημερινά ...", ότι το ωράριό της καθορίστηκε από τους εργοδότες της και ότι η επιχείρηση έλεγχε τη δουλειά της, απορριπτόμενου έτσι ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού των τριών πρώτων εναγομένων ότι η σχέση με την οποία συνδέονταν με την τέταρτη εναγόμενη ήταν εκείνη της συμβάσεως έργου.
Επίσης αποδείχθηκε ότι στις 3 Ιουνίου του έτους 2001, η τέταρτη των εναγομένων, πηγαίνοντας στο κατάστημα της τρίτης, προκειμένου να εκτελέσει την εργασία καθαρισμού των εσωτερικών χώρων του καταστήματος, κάλεσε μαζί της τον ανήλικο Γ. Ζ. του Ε. (χρόνος γεννήσεως 27.09.1988) και μερικούς συνομήλικους φίλους του, ονόματι Μ.
και Σ., προκειμένου να την βοηθήσουν κατά την διάρκεια της εργασίας της. Αργότερα προσήλθαν στον χώρο αυτό και' άλλοι ανήλικοι, μεταξύ των οποίων και οι Β. Σ. και Π. Β.. Σημειωτέον ότι η τέταρτη των εναγομένων συνήθιζε συχνά κατά την διεκπεραίωση της εργασίας της να απασχολεί ανήλικους γεγονός που ομολογεί και η ίδια κατά την εξέτασή της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου στην συνεδρίαση της 24.01.2007 (βλ.
υπ' αριθμ. 167/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και κατάθεση μαρτύρων Β. Σ. και Α. Α.). Ενώ η τέταρτη των εναγομένων απασχολείτο με τον καθαρισμό του ως άνω καταστήματος ανέθεσε στον ανήλικο Γ. Ζ. τον καθαρισμό της εγκοπής στην εσωτερική πλευρά του τοίχου του φρεατίου του ανελκυστήρα. Ο τελευταίος εισήλθε εντός του θαλάμου του ανελκυστήρα, έδωσε εντολή ανάβασης του θαλάμου πατώντας μόνος του τον διακόπτη χειρισμού που βρισκόταν έξω από αυτόν και ανέβηκε με ανοικτές τις πόρτες του φρέατος στον πρώτο όροφο, όπου και εξήλθε, δίνοντας εντολή να κινηθεί ο θάλαμος προς τα άνω (υπερδιαδρομή), ελευθερώνοντας κατά ένα μέρος την είσοδο του ανελκυστήρα στον πρώτο όροφο.
Κατόπιν, έσκυψε εντός του φρεατίου βάζοντας μέρος του σώματός του και συγκεκριμένα τα χέρια και την κεφαλή του προσπαθώντας να καθαρίσει με τα χέρια του την εγκοπή. Εκείνη την στιγμή, υποχώρησε ο θάλαμος του ανελκυστήρα χωρίς την χρήση του διακόπτη χειρισμού του με ανοικτές τις πόρτες και, κινούμενος καθοδικά, επέπεσε επί της κεφαλής και του σώματος του ανηλίκου, εγκλωβίζοντάς τον κάτω από το δάπεδο του θαλάμου. 0 ανήλικος κάλεσε σε βοήθεια και οι προστρέξαντες συνομήλικοί του μετά της τέταρτης των εναγομένων, στην προσπάθειά τους να τον απεγκλωβίσουν πάτησαν τον διακόπτη χειρισμού και ο ανελκυστήρας κινήθηκε παλινδρομικά επιδεινώνοντας την κατάσταση που ήδη βρισκόταν ο ανήλικος.
Έτσι, ο ανήλικος παρέμεινε εγκλωβισμένος με συνέπεια να τραυματιστεί θανάσιμα και συγκεκριμένα να πάθει βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ακολούθως μετά από επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ρόδου ελευθερώθηκε το σώμα του ανηλίκου, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός. Περαιτέρω, κανονικά, σύμφωνα με τους τεχνικούς κανόνες λειτουργίας του, όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε ανελκυστήρα, εφόσον οι πόρτες του δεν είναι κλειστές ο εν λόγω ανελκυστήρας θα έπρεπε αυτομάτως να παραμένει σταθερός, ώστε να μην είναι δυνατό σε καμία περίπτωση η μετακίνησή του προς τα άνω ή προς τα κάτω.
Το σύστημά όμως αυτής της ασφάλισης εν προκειμένω δεν λειτούργησε εξαιτίας της φθοράς του μηχανισμού, με συνέπεια ο θάλαμος του ανελκυστήρα να μετακινείται με απασφάλιστες (ανοικτές) πόρτες χωρίς ο διακόπτης χειρισμού να έχει τεθεί σε λειτουργία. Την συγκεκριμένη στιγμή δεν τέθηκε σε λειτουργία το σύστημα ασφαλείας και εντούτοις έκλεισε το ηλεκτρικό σύστημα, οπότε ο θάλαμος μετακινήθηκε από τον πρώτο όροφο με καθοδική πορεία προς τον ισόγειο.
Τα αντίθετα δεν μπορούν να συναχθούν από τις κατά την 03.06.2001 και 04.06.2001 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Κ. Σ. του Κ., Σ. Μ. του Ε. και Ι. Σ. του Ε., οι οποίοι αναφέρουν, αφενός μεν ο πρώτος, ότι μετά την επέμβαση της Πυροσβεστικής δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή εικόνα για τον τρόπο λειτουργίας του ανελκυστήρα, αφετέρου δε ο δεύτερος, ότι με οπτικό μόνο έλεγχο των Θυρών μπορεί να πιστοποιήσει ότι "...
φαίνεται να μην έχουν πειραχθεί τα ασφαλιστικά κυκλώματα του και συνεπώς για να λειτουργήσει ο ανελκυστήρας αυτές θα πρέπει να είναι κλειστές ..." και τέλος, ο τρίτος μετά πάροδο ενός μηνός από το ατύχημα αναφέρει ότι "... έγιναν δοκιμές λειτουργίας του ανελκυστήρα με χειροκίνητη παραβίαση των διακοπτών ασφαλείας και διαπίστωσα ότι λειτουργούν κανονικά".
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εμφάνιση ελαττωμάτων στο σύστημα ασφάλισης των θυρών και του διακόπτη χειρισμού του εν λόγω ανελκυστήρα ήταν συχνό φαινόμενο και το γνώριζαν οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, το έτος 1999 η μάρτυρας Ν. Φ. του Σ., εργαζόμενη στην εν λόγω επιχείρηση, έπαθε κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου- αυχενική δισκοκήλη, όταν η άνω πόρτα του ανελκυστήρα και ενώ αυτός βρισκόταν σε στάση στον ισόγειο όροφο, αναιτίως έκλεισε και επέπεσε στην κεφαλή της κατά την διάρκεια εργασίας της εντός του θαλάμου του και νοσηλεύτηκε είκοσι τρεις (23) ημέρες στο νοσοκομείο, ενώ η ίδια καταθέτει ότι "...
Κανονικά δεν έπρεπε να κατεβαίνει όταν ήταν ανοιχτό (οι πόρτες του) ... Αυτό κατέβαινε παρόλα αυτά ..." και αλλού "... Ναι. Στην πορεία έδειξε ότι κάτι έχει. Κάποιο πρόβλημα είχε το πληκτρολόγιο, δεν έδινε εντολές ...", "... Λέω Θα βάλετε άνθρωπο σε μπελά. Φτιάξτε το ασανσέρ ...", "... Όταν ήταν ανοικτό, το θυμάμαι αυτό πολύ καλά, ήθελε το παλικάρι να το κατεβάσει, και κατέβαινε ενώ ήταν ανοιχτό.
Όταν ήταν ανοιχτό άλλες φορές δεν κατέβαινε ...". H ίδια μάρτυρας στην ερώτηση αν ήρθε ποτέ ειδικός τεχνίτης να φτιάξει το ασανσέρ απάντησε "Κανένας, όχι κανένας, κανένας. Όσο ήμουν εγώ, κανένας ...". Το ίδιο κατέθεσε και ο μάρτυρας Β. Σ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, o οποίος ανέφερε ότι ο ανελκυστήρας παρουσίαζε προβλήματα και ότι λειτουργούσε χωρίς να έχουν ασφαλιστεί οι πόρτες του και ειδικότερα ανέφερε "...
Είχε πόρτες αλλά δεν ήταν κλειστές, έκλειναν πάνω κάτω ... Είχα ξανακούσει για ατύχημα πριν ενάμιση χρόνο το ίδιο συμβάν πήγε να της πιάσει το χέρι, είχα μιλήσει μαζί της στο τηλέφωνο με την Ν. και μου το είπε η ίδια ...". Ενώ από κανένα πειστικό αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι γινόταν τακτική συντήρηση λειτουργίας του ανελκυστήρα, στην επέλευση του ως άνω αποτελέσματος συντέλεσε η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, και ειδικότερα η υπαιτιότητα του συνίσταται στο ότι, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας, δεν μερίμνησε όπως κατά τον νόμο ήταν υπόχρεος (άρθρο 1 περιπτ.
E' του β.δ/τος της 258/05.09.1920, ΒΔ 37/1966, ΥΑ Φ9//1997/Β815) για την υπό τους καλλίτερους δυνατούς όρους λειτουργίας του παραπάνω ανελκυστήρα, ο οποίος παρουσίαζε συχνές βλάβες που ήσαν ακόμα συχνότερες στην λειτουργία και ασφάλιση των θυρών του. Όφειλε, λοιπόν να μεριμνήσει για την ριζική ανακαίνιση του συστήματος ασφάλισης, ούτως ώστε η λειτουργία του ως άνω ανελκυστήρα να είναι ασφαλής.
Στην επέλευση όμως του ως άνω ατυχήματος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά της τέταρτης των εναγομένων, προστηθείσας στην υπηρεσία της τρίτης, η οποία έπρεπε να λάβει υπόψη της κατά την ανάθεση των καθηκόντων στον Γ. Ζ., ότι αυτός ήταν ανήλικος και άπειρος, γεγονός που τον καθιστούσε λιγότερο προσεκτικό στην αναγνώριση του κινδύνου κατά την χρήση του ανελκυστήρα εμπορευμάτων.
Ειδικότερα η υπαιτιότητά της συνίσταται στο ότι η τελευταία όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι η απαγόρευση χρησιμοποίησης του ανελκυστήρα εμπορευμάτων για την μετακίνηση προσώπων από τον ισόγειο όροφο στον πρώτο όροφο του καταστήματος και ιδίως η χρησιμοποίηση του από τον ανήλικο παθόντα, μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ατυχήματος και το ένδικο ατύχημα θα αποφευγόταν, εάν, πρωτίστως αυτή, δεν του είχε δώσει εντολή καθαρισμού του φρεατίου, του είχε απαγορεύσει την εν λόγω χρήση και είχε επιστήσει την προσοχή του παθόντος για τους κινδύνους που ενέχει η χρησιμοποίηση του ανελκυστήρα.
Κατ' ακολουθία, στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος συντέλεσε αποκλειστικά αμέλεια αμφοτέρων, πρώτου και τέταρτης των εναγομένων, δηλαδή έλλειψη προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις ως άνω περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, ώστε να προβλέψουν το πιο πάνω αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις τους, απορριπτομένου ουσιαστικά ως αβάσιμου του προβληθέντος ισχυρισμού από την τέταρτη των εναγομένων περί αυξημένης ευθύνης των δύο πρώτων εναγομένων, ως ιδιοκτητών της εν λόγω επιχείρησης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θάνατο του ανήλικου τέκνου, αδελφού και εγγονού τους, με τον οποίον είχαν στενές σχέσεις στοργής και αγάπης, το ύψος δε αυτής πρέπει να καθοριστεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει των συνθηκών τελέσεως του ατυχήματος, της βαρύτητας του πταίσματος των ανωτέρω εναγομένων (αμέλεια) και της περιουσιακής κατάστασης των μερών, στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για την μητέρα του θανόντος (πρώτη ενάγουσα), για τις αδελφές και τον αδελφό του (δεύτερη, τρίτη και τέταρτος ενάγοντες) στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ για τον κάθε ένα από αυτούς και για την τελευταία των εναγόντων, της οποίας το θύμα ήταν εγγονός, στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Συνεπώς ενόψει των ανωτέρω, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο πρώτος ατομικά ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της τρίτης εναγομένης, ο οποίος δεν μερίμνησε όπως κατά τον νόμο ήταν υπόχρεος για την υπό τους καλλίτερους δυνατούς όρους λειτουργίας του παραπάνω ανελκυστήρα, αλλά και ως ομόρρυθμο μέλος της τελευταίας και η τελευταία (τρίτη εναγόμενη) αφενός ως υπέχουσα ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της που την αντιπροσωπεύουν (πρώτος των εναγομένων), εφόσον αυτές έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, και αφετέρου ως προστήσασα στην υπηρεσία της την τέταρτη εναγομένη και, τέλος, η τέταρτη εναγομένη, η οποία έδωσε στον παθόντα την εντολή καθαρισμού του φρεατίου του ανελκυστήρα και-δεν προέβη στη απαγόρευση της χρήσης του από αυτόν, να καταβάλουν εις ολόκληρον τα παραπάνω ποσά σε κάθε έναν από τους ενάγοντες.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 70.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, -το ποσό των 30.000 ευρώ για κάθε έναν από τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγόμενων, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και να δικασθεί κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 100.000 ευρώ, στην πρώτη ενάγουσα, το ποσό των 40.000 ευρώ σε καθέναν από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων και το ποσό των 20.000 ευρώ στην πέμπτη των εναγόντων, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την υπ' αριθ. καταθ. 109/2009 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτη ως προς την εφεσίβλητη Ε. Ζ. και στην ουσία ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν εις ολόκληρο ο καθένας στη πρώτη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα από τους δεύτερη τρίτη και τέταρτο των εναγόντων το ποσό των 40.000 ευρώ και το ποσό των 20.000 ευρώ στην πέμπτη των εναγόντων με το νόμιμο τόκο όλα τα ποσά αυτά από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Α) κατ' ορθή υπαγωγή των δεκτών γενομένων ανελέγκτως ως άνω πραγματικών περιστατικών έκρινε ότι υπήρχε σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της εναγομένης Κ. Κ. και της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ. - Σ. Ρ." (τρίτης αναιρεσείουσας) και εντεύθεν σχέση πρόστησης που γεννά ευθύνη της προστήσασας εταιρίας για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της προστηθείσας κατά τη διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ.
την οποία και εφάρμοσε χωρίς να παραβιάσει, Β) δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης διαλαμβάνοντας αντιφατικές παραδοχές καθόσον η παραδοχή σύμφωνα με την οποία: "Ο ανελκυστήρας αυτός έχει διαστάσεις ένα (1) μέτρο ύψος και εβδομήντα (70) εκατοστά πλάτος, ενώ η είσοδός του απέχει από το πάτωμα του ισογείου εκατόν δέκα (110) εκατοστά και από το πάτωμα του πρώτου ορόφου ογδόντα (80) εκατοστά.
Η κίνηση επάνω και κάτω γίνεται με εντολή διακόπτη που είναι έξω από τον ανελκυστήρα και ενάμιση μέτρο από το έδαφος σε κάθε επίπεδο του καταστήματος, δηλαδή στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο, και επιτρέπεται αυτή (κίνηση), δυνάμει ασφαλιστικών συστημάτων, μόνο με κλειστές τις χειροκίνητες πόρτες του οι οποίες ανοιγοκλείνουν άνω και κάτω" δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή σύμφωνα με την οποία: "Ενώ η τέταρτη των εναγομένων απασχολείτο με τον καθαρισμό του ως άνω καταστήματος ανέθεσε στον ανήλικο Γ.
Ζ. τον καθαρισμό της εγκοπής στην εσωτερική πλευρά του τοίχου του φρεατίου του ανελκυστήρα. Ο τελευταίος εισήλθε εντός του θαλάμου του ανελκυστήρα, έδωσε εντολή ανάβασης του θαλάμου πατώντας μόνος του τον διακόπτη χειρισμού που βρισκόταν έξω από αυτόν και ανέβηκε με ανοικτές τις πόρτες του φρέατος στον πρώτο όροφο, όπου και εξήλθε" καθόσον η πρώτη όπως αυτή συμπληρώνεται και με άλλη σχετική παραδοχή αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να λειτουργεί αν δεν είχε βλάβη ο ανελκυστήρας ενώ η δεύτερη παραδοχή αναφέρεται στην μη σωστή λειτουργία του ανελκυστήρα λόγω της φθοράς του μηχανισμού του συστήματος ασφαλείας όπως επίσης δέχεται η ίδια απόφαση Γ) τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα καθόσον και αυτά ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρουν το ως άνω αποτέλεσμα το οποίο και επήλθε και έτσι γεννάται ευθύνη από αδικοπραξία και του πρώτου εναγομένου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.
την οποία και εφάρμοσε χωρίς να παραβιάσει το Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος, τρίτος και πέμπτος από τον αριθ.1 εδ. α' και δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό τους μέρος από τον αριθ. 1 εδ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την υπ' αριθ. 167/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου στην οποία γίνεται και ρητή αναφορά με τη προσβαλλόμενη απόφαση.
Από το άρθρο 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται ότι υπό το κράτος της ισχύος του ΚΠολΔ οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Ερμηνεία αντίθετη δεν μπορεί να συναχθεί από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" αλλά ούτε και από την με ανάλογη διατύπωση διάταξη του άρθρου 57Κ.Ποιν.Δ που ορίζει "Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός" καθόσον με αυτές διασφαλίζεται η αρχή υπό την έννοια να μη μπορεί να διωχθεί κάποιος εκ νέου ποινικά για την ίδια πράξη που όμως είναι ζήτημα διάφορο.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης (κατά το σχετικό του μέρος) με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος παρά την αθώωσή του με την υπ. αριθ.167/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου παραβίασε την θεμελιώδη αρχή του δικαίου και το έβδομο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου των από 3-6-2001, 4-6-2001 και 4-7-2001 εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των Κ. Σ., Σ. Μ. και Ι. Σ. αντίστοιχα, που συντάχθηκαν στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση των: 1) Α. Δ., 2) Σ. Ρ. και 3) της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Δ.-Σ. Ρ. Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 284/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ