Legislator Case Law & Legislation
1716/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against land compensation decision due to insufficient reasoning and procedural defects.

Case Number 1716/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a lower court decision regarding land compensation. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the specific location and character of the disputed land strip, failing to clarify if it was public or private property. Consequently, the appeal was upheld, and the case was remanded for retrial by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not exercise appellate review if the lower court's reasoning is insufficient to establish the factual basis for its decision, particularly regarding the nature and location of disputed property.

Keywords

AI generated
appellate review insufficient reasoning land compensation property status remand for retrial procedural defect civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1716 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1716/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι.Π., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Φ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον

πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 2000/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/7/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 2/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κα'ποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης με την κρίση του ότι δεν ήταν αναγκαία η έκθεση εκτίμησης αφού το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού, ενώ είναι αναγκαία σύνταξη από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών έκθεσης περί της αντικειμενικής αξίας του απαλλοτριουμένου. Στο αναιρετήριο όμως ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι είχε προβάλλει τον ανωτέρω συγκεκριμένο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της συζήτησης και ενώπιον του εφετείου που δίκασε την ένδικη αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, και γι' αυτό ο λόγος είναι αόριστος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αρ 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.

Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον, α) προβλέπονται από τα εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι άνω δύο προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 επέρχεται μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλ' αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε τον νομοθέτη να εισαγάγει αυτήν τη ρύθμιση συντρέχει και στις δύο περιπτώσεις, ούτε απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με την βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τον αριθμό 19 δε του ίδιου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Προς εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Σερρών, που εγκρίθηκε με το από 19-8-1925 Β. Δ/γμα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ ./...2005 πράξη τακτοποίησης-προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης του τμήματος Πολεοδομίας και Κτηματολογίου του Δήμου Σερρών, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ πρωτ. .../2005 απόφαση του Νομάρχη Σερρών.

Με την πράξη αυτή έγινε τακτοποίηση των ιδιοκτησιών που βρίσκονται στα Ο.Π. ... και ... της πόλης των Σερρών, όπως αυτές αποτυπώνονται στο από 20-5-2005 συνοδεύον την πράξη τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε.Σ. και τον ενσωματωμένο σ' αυτό κτηματολογικό πίνακα και η υπ' αριθμ 2 ιδιοκτησία, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον καθού, υποχρεούται να αποζημιώσει την υπ' αριθμ 1 ιδιοκτησία, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον αιτούντα, για τμήμα εμβαδού 90 τ.μ., με στοιχεία 11-10-13-12-11.

Ο καθού ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση είναι κοινόχρηστη, όπως προβλέπεται από το εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης των Σερρών και αφέθηκε στην κοινή χρήση από το τέλος της 10ετίας του 1960, από τον απώτερο κοινό δικαιοπάροχό τους, Α.Ό., ιδιοκτήτη ευρύτερης έκτασης 6.760 τ.μ., την οποία διένειμε σε μικρότερη αυτοτελή οικόπεδα διαφόρων εκτάσεων, τα οποία στη συνέχεια πώλησε σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και στον δικαιοπάροχο πατέρα του, Π.Π.

και επομένως ο αιτών απαραδέκτως υπέβαλε την κρινόμενη αίτηση. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν αποδείχθηκε βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ούτε ότι η επίδικη έκταση προβλέπεται ως κοινόχρηστη από το εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης των Σερρών, ούτε και ότι η βούληση του ως άνω αρχικού ιδιοκτήτη -δικαιοπαρόχου των διαδίκων-Α.Ό.

ήταν να παραχωρηθεί στην κοινή χρήση. Ούτε προέκυψε επίσης περαιτέρω ότι ο ως άνω αρχικός ιδιοκτήτης, Α.Ό., στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια περιέλαβε δήλωση περί παραίτησής του από την κυριότητα των εδαφικών λωρίδων που άφησε μεταξύ των ακινήτων που δημιουργήθηκαν από τη διαίρεση του αρχικού ακινήτου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Το γεγονός εξάλλου ότι στο υπ' αριθμ .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών Αργ. Αργυρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών, με το οποίο ο δικαιοπάροχος -πατέρας του καθού - αγόρασε την ιδιοκτησία του από τον τότε ιδιοκτήτη-πωλητή, Α.Ό., αναφέρεται ότι το πωλούμενο οικόπεδο είναι "ελεύθερο παντός οιουδήποτε βάρους ....

και παντός πραγματικού και νομικού ελαττώματος", αλλά και στην ανωτέρω πράξη τακτοποίησης-προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, αναφέρεται ότι η ιδιοκτησία του καθού απαλλάσσεται της υποχρέωσης αποζημίωσης της υπ' αριθμ 1 ιδιοκτησίας του αιτούντος, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, καθόσον από το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι μόνο τα Δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφανθούν σχετικά με την ύπαρξη υποχρέωσης αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας και να καθορίσουν το ύψος αυτής.

Ενόψει όλων αυτών προκύπτει ότι ο αιτών, κατά την υποβολή της υπό κρίση αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος, δεν ενήργησε κατά κατάχρηση δικαιώματος, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνακόλουθα η σχετική ένσταση του καθού περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ως άνω τμήμα των 90 τ.μ. αποτελεί τμήμα μίας ευρύτερης ρυμοτομούμενης έκτασης 891 τ.μ., ενός οικοπέδου, συνολικής έκτασης 957,40 τ.μ.. Βρίσκεται στην πόλη των Σερρών, στη θέση "..." (σήμερα λέγεται ...) και εμπίπτει μεταξύ των Ο.Π. ... και ... του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Σερρών".

Με αυτά που δέχθηκε διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με την ακριβή θέση και το χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, τόσο στο διάγραμμα διανομής του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, όσο και στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης των Σερρών, ήτοι δεν διευκρινίζεται αν αυτή εμπίπτει στους κοινόχρηστους χώρους ή προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος (η παραδοχή ότι η επίδικη λωρίδα εμπίπτει μεταξύ των ΟΠ ...

και ... του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως είναι απολύτως ανεπαρκής και έρχεται σε αντίφαση με την έμμεση παραδοχή ότι από την πράξη τακτοποίησης-προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης προκύπτει ότι η ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος-καθού η αίτηση απαλλάσσεται της υποχρέωσης αποζημίωσης της ιδιοκτησίας του αιτούντος-αναιρεσιβλήτου) καθώς και η χρήση αυτής κατά τη διαδρομή των ετών από το χρόνο διανομής (δεκαετία 1960), για να κριθεί αν συντρέχουν οι παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις για τη μετάθεση της κυριότητας στο Δήμο Σερρών.

Έτσι όμως δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Οι ίδιες ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και ως την ορθότητα ή όχι της απόρριψης της ένστασης για κατάχρηση του δικαιώματος για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου για την επίδικη εδαφική λωρίδα.

Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αληθώς προτείνεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τέταρτος λόγος αυτής με τον οποίο προτείνεται, κατ' εκτίμηση, η ίδια πλημμέλεια για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων, πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), είναι δυνατή. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείβλητος, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2000/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ