Supreme Court dismisses appeal for inadmissible pending litigation objection lacking identity of claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property distribution case. The appellant argued the lower court failed to consider a pending litigation objection, but the court found this objection legally invalid because the recognition of co-ownership was merely a preliminary issue within the distribution suit. Consequently, the court ruled that no pending litigation existed to bar the current proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 222(1) and 559(8)(b), (9)(g) of the Code of Civil Procedure; A pending litigation objection is inadmissible when the subject matter of the current suit constitutes a preliminary issue of a prior suit, as identity of claims is required for the doctrine to apply.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1716 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1716/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α. Χριστόφορο Σαράκη και β. Δημήτριο Τσοβόλα με τις από 10-3-2009 και 17-3-2009 αντίστοιχα δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ .
Της αναιρεσιβλήτου: ...., κατοίκου ...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/1997 μη οριστική, 110/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 480/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 7-5-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης .... και .... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 8-5-2006 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει αφενός μεν ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και αφετέρου ακριβές αντίγραφο της από 19-10-2007 κλήσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτησή της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν (βλέπε τις πιο πάνω εκθέσεις επίδοσης με τα συνημμένα έγγραφα τα οποία βεβαιώνεται ότι ο δικαστικός επιμελητής επέδωσε αυθημερόν αντίγραφο του ανωτέρω δικογράφου στον αξιωματικό υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος ...και στον αρμόδιο υπάλληλο του Ταχυδρομείου ...). Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 807/1994, 1525/1992, 788/1994). Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ, οι οποίες καθορίζουν τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας, είναι καθαρώς δικονομικές, γιατί δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοιώσεως ή καταργήσεως του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν τα αποδεικτικά μέσα (η πρώτη) και την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας (η δεύτερη). Τέλος, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή (ΑΠ 920/1998, 1595.1997).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από τους αριθ. 1 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η ένδικη, αναγνωριστική της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί των περιγραφομένων δύο ακινήτων, αγωγή, οι πλημμέλειες α) της παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και β) της παραβίασης των ορισμών του άρθρου 352 παρ.1 ΚΠολΔ σχετικά με την δύναμη του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας της αναιρεσίβλητης ότι είναι συγκύρια των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, η οποία (ομολογία) έγινε με προγενέστερη της, ήδη ένδικης, αγωγή περί διανομής των επίδικων ακινήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και την οποία (ομολογία) η προσβαλλόμενη εκτίμησε ελεύθερα, ενώ επρόκειτο για δικαστική ομολογία και αποτελούσε πλήρη απόδειξη εναντίον της αναιρεσίβλητης ως προς το ποσοστό συγκυριότητας αυτής επί των επίδικων ακινήτων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν την ως άνω υπό στοιχ. α' πλημμέλεια ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικές και όχι ουσιαστικού δικαίου τοιαύτες, κατά δε την ως άνω υπό στοιχ. β' πλημμέλεια ως αβάσιμος, διότι η προαναφερόμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης ενώπιον άλλου δικαστηρίου από αυτό που δίκασε την ένδικη αγωγή είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό της έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1486/1997).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και η ένσταση εκκρεμοδικίας, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση που ερευνάται αυτεπαγγέλτως, εντάσσεται στους προνομιακούς ισχυρισμούς (άρθρ.269 ΚΠολΔ) και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της πρωτόδικης ή κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 336/1981, 1053/1973). 'Ομως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν η ένσταση εκκρεμοδικίας που προβλήθηκε είναι μη νόμιμη, αφού ως τέτοια δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 14/2004).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 222 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως εκκρεμοδικίας απαιτείται, πλην άλλων, ταυτότητα αιτημάτων των εκκρεμών δικών, η οποία (ταυτότητα) δεν υπάρχει, και συνεπώς δεν θεμελιώνεται εκκρεμοδικία, όταν το αντικείμενο της μιας δίκης αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης, όπως συμβαίνει επί εκκρεμών αγωγών διανομής και αναγνωριστικής της συγκυριότητας που αφορούν το ίδιο ακίνητο, αφού η αναγνώριση της συγκυριότητας, που αποτελεί το αντικείμενο της δεύτερης (αναγνωριστικής) αγωγής, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, εξεταζόμενο παρεμπιπτόντως, της πρώτης (περί διανομής) αγωγής (βλ.
ΑΠ 659/1964 και 117/1971).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι από τους αρ.8 περ.β' και 9 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού (Εφετείου) ένσταση εκκρεμοδικίας, σύμφωνα με την οποία, λόγω της προγενέστερης από 1/9/1990 περί διανομής των επίδικων ακινήτων αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας (επί της οποίας είχε εκδοθεί η 15/1991 μη οριστική απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και η από το δικόγραφο της οποίας παραίτηση της αναιρεσίβλητης, που έγινε με την επίδοση της ένδικης από 28-11-1996 αναγνωριστικής της συγκυριότητας αυτής επί των επίδικων ακινήτων αγωγή της, ήταν απαράδεκτη λόγω της αντίρρησης του αναιρεσείοντος και της πιθανολόγησης του εννόμου συμφέροντος αυτού να περατωθεί η επ' αυτής δίκη με έκδοση οριστικής απόφασης), παρεμποδίζετο η έναρξη και η εξέλιξη τα μεταγενέστερης δίκης επί της ένδικης αγωγής.
Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, το μεν διότι η ως άνω ένσταση εκκρεμοδικίας είναι μη νόμιμη και ως τέτοια δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού το αντικείμενο της δίκης επί της ένδικης αγωγής, που είναι η αναγνώριση της συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επίδικων ακινήτων, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης δίκης επί της αγωγής διανομής των ίδιων ακινήτων, το δε διότι η ίδια ένσταση δεν συνιστά "αίτηση".
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 480/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ