Supreme Court allows appeal against appellate court for insufficient reasoning on intermittent employment rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's first ground of appeal, finding the appellate court's decision legally flawed due to insufficient reasoning regarding intermittent employment rights. Although the lower court dismissed the claim for holiday pay and bonuses, it failed to clarify whether the appellant's work constituted intermittent or rotating employment, which is crucial for calculating entitlements under the relevant law. Consequently, the Supreme Court annulled the appellate judgment and remitted the case for retrial by a different panel to ensure proper legal application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19 and 580 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is annulled and the case remitted when its reasoning on the nature of employment (intermittent or rotating) is vague and inadequate, rendering the legal basis for the judgment impossible to verify.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1716 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1716/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Στεργιόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 791/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 26-8-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και την απόρριψη αμφοτέρων των λοιπών (δεύτερου και τρίτου) λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 αφενός και 4 και 5 αφετέρου του α. ν. 539/1945, όπως οι παράγραφοι αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τις παρ.1 και 3, αντίστοιχα, του άρθρου 1 του ν.1346/1983: α)"Κάθε μισθωτός, μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας είκοσι (20) εργάσιμες ήμερες, χωρίς να υπολογίζεται σ'αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν ασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες" (παρ. 1). β) "Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από λήψη της άδειας του( προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει, κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα" (παρ.2).γ) "Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο ή λήξης της εποχιακής απασχόλησης προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται από τον εργοδότη τους δύο (2) ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησής τους, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σ'αυτούς αποζημίωση για άλλο λόγο.
Για απασχόληση μικρότερη από ένα μήνα καταβάλλεται ανάλογα κλάσμα. Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων, προκειμένου για μισθωτούς που παρέχουν εργασία εκ περιτροπής ή διαλείπουσα, ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης" (παρ.4). Και δ)αν λυθεί η σχέση εργασίας μισθωτού με οποιοδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια" (παρ.5).
Ακόμη, κατά το άρθρο 3 παρ.16 του ν.4504/1966, "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ'οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ'έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν.539/ 1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ'αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15θημέρου, δια τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών, δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ'άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.
Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού. Εις περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, άνευ πταίσματος του μισθωτού, πριν ούτος συμπληρώσει, παρά τω αυτώ εργοδότη, δωδεκάμηνον συνεχή απασχόλησιν, αφ'ης προσελήφθη, ή αφ'ης έλαβε το επίδομα του προηγουμένου έτους, δικαιούται μέρους του ως άνω επιδόματος αναλόγου προς τον χρόνον της εργασιακής σχέσεως, ήτις διέρρευσεν, από της προσλήψεως ή από της λήψεως του προηγουμένου επιδόματος, μέχρι της ημέρας λύσεως της συμβάσεως εργασίας".
Τέλος, στο μεν άρθρο 1 της υπ'αριθ.19040 της 7/9-12-1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (Φ.Ε.Κ.τ.Β' 742) ορίζεται ότι όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται, από τους κάθε φύσεως εργοδότες τους, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, στη δε παρ.1 του άρθρου 5 της ίδιας κοινής υπουργικής αποφάσεως καθορίζεται ειδικότερα το ποσό το οποίο υποχρεούται ο οικείος εργοδότης να καταβάλει στους σερβιτόρους και βοηθούς που αμείβονται με ποσοστά και εργάζονται στις αναφερόμενες επιχειρήσεις.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τ ης, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η αναιρεσίβλητη διατηρεί επιχείρηση "Καφέ Μπαρ" στην ....., επί της οδού ....., αριθ. ..., με το διακριτικό τίτλο ".....", το οποίο λειτουργεί κατά τις νυκτερινές μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Το εν λόγω κατάστημα έχει μικρή έκταση με λίγα τραπέζια και σκαμπώ και εξυπηρετούνται οι θαμώνες κυρίως από την αναιρεσίβλητη, το σύζυγό της και το γιο τους τα τελευταία χρόνια.
Κατά περιόδους εργάζονταν στο εν λόγω κατάστημα περιστασιακά διάφορες κοπέλες ως σερβιτόρες, γεγονός που συνάδει με τη φύση της συγκεκριμένης εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ασκεί το επάγγελμα της σερβιτόρας και έχει εργαστεί περιστασιακά σε διάφορα συναφή καταστήματα και ξενοδοχεία της περιοχής Πατρών κατά τα έτη 1997, 1998, 2000 και 2001.
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτή εργαζόταν μόνιμα στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης επί δέκα συνεχή έτη και συγκεκριμένα από 10-9-1992 έως 18-10-2002, οπότε αναγκάστηκε να αποχωρήσει και να καταγγείλει την αναιρεσίβλητη στο ΙΚΑ, επειδή αυτή αρνιόταν να καταβάλει τις ασφαλιστικές της εισφορές προς το 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προκειμένου να τακτοποιηθεί ασφαλιστικά Ακολούθως δε το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε περιστασιακά στο κατάστημα (ΜΠΑΡ) της αναιρεσίβλητης ως σερβιτόρα, χωρίς ποτέ να συνδεθεί με την τελευταία με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή με απλή σχέση εργασίας λόγω ακυρότητας της εργασιακής συμβάσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείούσας για καταβολή αποδοχών και επιδομάτων άδειας και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ήταν ουσιαστικά αβάσιμες και στη συνέχεια αφού απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.196/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για την απόρριψη της ένδικης από 15-9-2004 αγωγές της ως ουσιαστικά αβάσιμης, απέρριψε κατ'ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν, επικυρώνοντας έτσι την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει επί των ως άνω ζητημάτων είναι ασαφείς και ανεπαρκείς, εφόσον, μολονότι δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε περιστασιακά στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης ως σερβιτόρα, εν τούτοις τελικά δεν διευκρινίζει στην απόφασή του αυτήν αν η εν λόγω απασχόληση της αναιρεσείουσας είχε το χαρακτήρα διαλείπουσας ή, έστω, εκ περιτροπής εργασίας, καθώς και αν έλαβε χώρα εκτός του επίδικου χρονικού διαστήματος ή μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα και στην τελευταία περίπτωση τον ακριβή αριθμό των ημερομισθίων που πραγματοποίησε, οπότε θα υπήρχε αντίστοιχη αξίωση για καταβολή αποδοχών άδειας, επιδόματος άδειας και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά τις ως άνω διατάξεις, δεδομένου ότι, για την αναζήτηση τέτοιων αξιώσεων, δεν ήταν αναγκαίο να υφίσταται και σύνδεση της αναιρεσείουσας με εργασία ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, αλλ'αρκούσε παροχή διαλείπουσας ή, έστω, εκ περιτροπής εργασίας.
Έτσι όμως, εξαιτίας των ασαφών και ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίστατο ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή έννοιά του και όχι και από τον αριθμό 1 εδ.α' του ίδιου άρθρου, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί των ως άνω ζητημάτων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.791/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. - Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ