Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting challenge to lower court's refusal of document disclosure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the appellate court wrongly refused to disclose tax and bank records proving the respondent lacked funds to pay the awarded damages. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the appellate court's substantive assessment of whether the documents were necessary for the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 1, 577 para. 3, 216 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's decision to refuse document disclosure is inadmissible if it merely contests the court's substantive evaluation of the necessity of such evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1715 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1715/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο - Χρήστο Μίντζια και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/11/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 9-11-2018 (αριθμ. καταθ. 838/9-11-2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3506/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της με αριθμό 44/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το τελευταίο δικαστήριο, δικάζοντας την από 20-7-2006 (αρ. καταθ. 8278/2006) αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, για αξιώσεις της, από σύμβαση δανείου και αδικοπραξία, δέχθηκε εν μέρει αυτή, κατά την από αδικοπραξία βάση της, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα - εναγομένη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για την ίδρυση πάντως, του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 353/2020 ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας και τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 59/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αιτιάσεις, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας της, επικαλούμενη ότι το σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, είχε προβάλει με τις προτάσεις της στο Εφετείο.
Όμως, ο λόγος αυτός, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1, που μόνο κατ' αριθμό αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, καθόσον είχε γίνει εν μέρει δεκτή η σε βάρος της αγωγή, ήταν εκκαλούσα και για να είναι παραδεκτός ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, έπρεπε η αοριστία της αγωγής να είχε προταθεί με λόγο έφεσης.
Σε κάθε περίπτωση, η αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφο, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω λόγου, εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ που εφαρμόστηκαν, για τη θεμελίωση τους και το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά για την κρίση του.
Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή ως προς τη βάση της, που στηρίζεται στην αδικοπραξία (η οποία και πλήττεται εν προκειμένω), η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης (υπεξαίρεση), από την οποία προήλθε η ζημία της ενάγουσας και συγκεκριμένα: α) η περιέλευση στην κατοχή της εναγομένης του ποσού των 30.000 ευρώ, που αποτελούσε μέρος πιστωθέντος τιμήματος από την πώληση ακινήτου της μητέρας της ενάγουσας, το οποίο η εναγομένη εισέπραξε ως πληρεξούσια αυτής, β) η παραχώρηση του άνω ποσού στην ενάγουσα από τη μητέρα της, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη, σε συνάντησή τους στο Μάρτιο του 2004, οπότε ζητήθηκε από τη μητέρα της ενάγουσας η απόδοσή του εν λόγω ποσού στην τελευταία και η επιπλέον συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας της ενάγουσας, για την παρακράτηση του ποσού αυτού από την εναγομένη, προκειμένου να επενδυθεί για λογαριασμό της ενάγουσας, γ) η μη επένδυση και η μη απόδοση του ποσού αυτού στην ενάγουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της και η ιδιοποίηση αυτού από την εναγομένη, με την ενσωμάτωσή του στην περιουσία της και, δ) η πρόκληση περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας, αντίστοιχου ποσού, που αιτιωδώς συνδέεται με την άνω συμπεριφορά της εναγομένης.
Δεν καθιστά δε αόριστη την αγωγή η μη επίκληση με το δικόγραφο αυτής των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτής. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά, αυτεπαγγέλτως, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία επικαλείται στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων ως παραγωγικά του επίδικου δικαιώματος και με βάση αυτή την ιστορική της βάση και το αίτημα, προσδίδει τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, καταλήγοντας στην παραδοχή ως ορισμένης της αγωγής και όχι με βάση τις αποδείξεις και την αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση αυτών από το Εφετείο ή τους περιεχόμενους στις προτάσεις ισχυρισμούς ή τη νομική έννοια που δίνει ο ενάγων (ΑΠ 353/2020), ώστε να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος από τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη των ισχυρισμών της, ότι στις προτάσεις της και την προσθήκη αυτών ομολογεί την αναλήθεια των ισχυρισμών της και ότι από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή, ουδέν ποσό παρακράτησε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016).
Με το λόγο, όμως, αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1113/2021, ΑΠ 272/2020). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 273/2020).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 46/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....
Η μητέρα της ενάγουσας Ε. Μ., πώλησε και μεταβίβασε τον Ιούνιο του έτους 2003, στους Γ. Σ., Γ. Σ. και Δ. Σ., µια τετραώροφη ημιτελή οικοδοµή, που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ..., αριθ. …. Το πραγµατικό τίμημα για την παραπάνω πώληση συμφωνήθηκε στο ποσό των 190.755,68 ευρώ, όπως αναφέρεται στο από 10.6.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι, το οποίο αναφέρει και τον τρόπο καταβολής µέρους του τιμήματος αυτού.
Ωστόσο, το λοιπό οφειλόμενο τίμημα αποτελεί το τίµηµα που αναγράφεται στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια µε αριθμούς ... και ... της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας - Γαβριέλας Χρυσού, µε αγοραστή το Γ. Σ., το οποίο, και για τα δύο πιο πάνω συμβόλαια, ανέρχεται σε 44.000 ευρώ και για το οποίο ορίζεται ο τρόπος καταβολής σε δεκαπέντε ισόποσες µηνιαίες δόσεις του συνολικού ποσού των 2.933,34 (2.466,67 + 466,67) ευρώ η καθεμία, µε ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 1η.7.2003 και της τελευταίας την 1η.9.2004.
Σύμφωνα µε τα ίδια πιο πάνω συμβόλαια, η εξόφληση του τιμήματος θα αποδεικνύεται από ιδιόγραφες αποδείξεις της πωλήτριας ή της Α. Λ. (εναγοµένης), που οριζόταν ρητά ως ειδική πληρεξούσια για την είσπραξη των πιο πάνω δόσεων και την υπογραφή των σχετικών αποδείξεων. Το πιο πάνω τίµηµα των 44.000 ευρώ εξοφλήθηκε ολοσχερώς σύμφωνα µε τη µε αριθµό ...
πράξη εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτων της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου. Η μητέρα της ενάγουσας Ε. Μ. διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις µε την εναγόµενη, ανεψιά από την πρώτη εξαδέλφη της και μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί µεγάλη σχέση εμπιστοσύνης. Έτσι, η μητέρα της ενάγουσας, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης µε την εναγόµενη, της σοβαρής ασθένειάς της (έπασχε από καρκίνο) και λόγω του ότι η εναγόµενη ήταν εργαζόµενη στην ασφαλιστική εταιρία µε την επωνυμία "...", ως υπάλληλος γραμματείας του καταστήματος στην Καλλιθέα, και τη θεωρούσε ικανή να φέρει εις πέρας τις υποθέσεις που της ανέθετε, είχε αναθέσει σ’ αυτήν τη διευθέτηση πολλών οικονοµικών της υποθέσεων.
Αντίθετα, τα τέκνα της Ε. Μ. και ειδικότερα η ενάγουσα - κόρη της και ο γιος της Γ. Μ., είχαν αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση πώλησης χρωμάτων και σιδηρικών, ο γιος εργαζόμενος κυρίως στο φορτηγό της επιχείρησης για τη διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών και η ενάγουσα εργαζόμενη στο κατάστηµα, του οποίου κυρίως είχε την ευθύνη και εκτός του ότι δε διέθεταν χρόνο, δεν είχαν και την απαραίτητη εμπειρία, λόγω της νεότητάς τους, για τη διευθέτηση των υποθέσεων της μητέρας τους.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι, το Μάρτιο του έτους 2004, προτού γίνει η εξόφληση όλων των δόσεων του οφειλόμενου από το Γ. Σ. ποσού των 44.000 ευρώ, στην οικία της Ε. Μ. συναντήθηκαν η πιο πάνω, η κόρη της- ενάγουσα και η ανεψιά της - εναγόµενη, µε την παρουσία και του Γ. Μ., και η µητέρα της ενάγουσας δώρισε άτυπα σ’ αυτήν το ποσό των 44.000 ευρώ, το οποίο θα λάμβανε µετά την συνολική είσπραξή του από την εναγόµενη (ως πληρεξούσιά της) και από το οποίο η τελευταία όφειλε, να παραδώσει στην ενάγουσα, κατ' εντολή της δωρήτριας, το ποσό των 14.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ, να το επενδύσει για λογαριασμό της (ενάγουσας) σε μετοχές, ομόλογα ή άλλα επενδυτικά προϊόντα, που θα της απέδιδαν µεγαλύτερο τόκο απ? ότι η κατάθεση αυτών σε τραπεζικό λογαριασμό, όπως συμφώνησε και η ενάγουσα.
Η πιο πάνω αναφερόμενη άτυπη δωρεά ισχυροποιήθηκε µε την απόκτηση του συνολικού ποσού των 44.000 ευρώ από τη δωρήτρια (δια της πληρεξουσίας της - εναγοµένης) και την παράδοση μέρους αυτού (14.000 ευρώ) στην κόρη της - ενάγουσα, δια της πιο πάνω πληρεξουσίας της, ενώ µέρος αυτού (30.000 ευρώ), παρέμεινε στην κατοχή της εναγοµένης, ως πληρεξούσιας της δωρήτριας, για λογαριασμό της ενάγουσας, µε σκοπό να το επενδύσει προς όφελος της τελευταίας.
Η ενάγουσα και η μητέρα της έκαναν την πιο πάνω άτυπη συμφωνία µε την εναγόµενη, ενόψει του συγγενικού τους δεσμού, της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ της εναγοµένης και της μητέρας της ενάγουσας και διότι, η ενάγουσα και η µητέρα της, θεωρούσαν, ότι η εναγόµενη, λόγω και της ιδιότητάς της, ως υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία, είχε γνώση πάνω σε οικονομικά θέµατα και συνεπώς στην επένδυση χρηµατικών ποσών µε τον πλέον επικερδή τρόπο.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι η εναγόµενη αφού έλαβε στην κατοχή της το ποσό των 30.000 ευρώ, για λογαριασμό της ενάγουσας, κατόπιν της πιο πάνω αναφερόµενης άτυπης δωρεάς, δεν προχώρησε σύμφωνα µε την εντολή της δωρήτριας και τη σύμφωνη γνώμη της δωρεοδόχου - ενάγουσας, σε επένδυση αυτού και ότι παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας, από τον Απρίλιο του έτους 2005 να της το αποδώσει (είχε στο μεταξύ μεσολαβήσει, το Δεκέμβριο του έτους 2004 ο θάνατος της μητέρας της), δεν της το απέδωσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της χωρίς νόμιμη αιτία.
Για τα πιο πάνω κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθµιου Δικαστηρίου ο αδελφός της ενάγουσας, που ήταν παρών στη συμφωνία, ενώ γίνεται αντίστοιχη αναφορά στα µε αριθµό 2522/2012 πρακτικά συνεδρίασης και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, µε την οποία η εναγόµενη καταδικάστηκε για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε δεκαοκτώ µήνες φυλάκισης, µετά την αναγνώριση στο πρόσωπό της του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α του ΠΚ. Ακόμη µε τη µε αριθµό 4937/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της εναγοµένης µέχρι το ποσό των 55.000 ευρώ, προκειµένου να εξασφαλιστεί η σε βάρος της απαίτηση της ενάγουσας ύψους 44.000 ευρώ. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγοµένης, ότι, κατόπιν συμφωνίας µε την Ε.
Μ., το ποσό των 30.000 ευρώ που παρακράτησε, το κατέβαλε στον Ι. Π., προκειµένου να εξοφληθεί δάνειο 63.135 ευρώ, που φέρεται ότι έλαβε αυτή (Ε. Μ.) για την αγορά ενός διαμερίσματος από την εταιρία του αδελφού αυτού. Πράγματι αποδείχθηκε ότι η Φ. Μ., αγόρασε, στις 22.9.2003. από την εταιρία µε την επωνυμία "..." ένα διαμέρισμα, µε τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο, 53.605,68 ευρώ.
Την ίδια ηµέρα, μεταξύ της Φ. Μ. (και όχι της Ε. Μ.) και του Ι. Π., υπογράφηκε σύμβαση δανείου, σύμφωνα µε την οποία, ο τελευταίος δάνεισε στην πρώτη το ποσό των 62.135 ευρώ, το οποίο η οφειλέτης ανέλαβε να καταβάλλει σε δόσεις, για τις οποίες αποδέχθηκε αντίστοιχες συναλλαγματικές. Η πιο πάνω συμφωνία όµως, που εμφάνιζε ως αιτία της οφειλής της Φ.
Μ. το δάνειο, υπέκρυπτε ότι το πιο πάνω ποσό, που όφειλε η αγοράστρια του διαμερίσματος, αποτελούσε το υπόλοιπο του πραγματικού τιμήματος της αγοράς αυτού. Πράγματι, η εναγόµενη προσκόµισε κάποιες συναλλαγματικές, αποδοχής της ενάγουσας, µε αντίστοιχα ποσά αυτών που αναφέρονται στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι αυτές πληρώθηκαν από το ποσό των 30.000 ευρώ, κατ’ εντολή της μητέρας της ενάγουσας - αγοράστριας, άλλωστε η τελευταία είχε χρήματα στην κατοχή της από την πώληση της τετραώροφης ημιτελούς οικοδομής της, που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του έτους 2003 και είχε δώσει τα αντίστοιχα ποσά των συναλλαγματικών στην εναγόµενη, προκειµένου, να τη διευκολύνει στη διεκπεραίωση της υπόθεσης αυτής, όπως συνέβαινε και µε άλλες της οικονομικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή µε τις συναλλαγματικές µε αποδέκτη τον αδελφό της ενάγουσας Γ.
Μ., τις οποίες προσκοµίζει η εναγόµενη και ισχυρίζεται ότι τις έχει εξοφλήσει η ίδια. Επιπλέον, η ενάγουσα, έλαβε από την Τράπεζα, ... τον Οκτώβριο του έτους 2003 στεγαστικό δάνειο 117.000 ευρώ για την αποπληρωμή του τιμήματος του διαμερίσματος που αγόρασε. Περαιτέρω, το Μάρτιο του έτους 2004 η μητέρα της ενάγουσας, αγόρασε από την ίδια πιο πάνω εταιρία ένα διαµέρισµα, το οποίο προόριζε για το γιο της.
Το πραγµατικό τίμημα των δύο πιο πάνω διαμερισμάτων, κατά την κατάθεση της ενάγουσας στα πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου ανήλθε σε 281.000 ευρώ, το οποίο καλύπτεται από το τίμημα των 190.755,68 ευρώ, που έλαβε η µητέρα της από την πώληση της ημιτελούς τετραώροφης οικοδομής της, κατά τον Ιούνιο του έτους 2003 και το στεγαστικό δάνειο της ενάγουσας ύψους 117.000 ευρώ, που έλαβε τον Οκτώβριο του έτους 2003 και το επισκευαστικό δάνειο που η ενάγουσα αιτήθηκε το Μάρτιο του έτους 2004 από την Τράπεζα, ....
Έτσι, λαμβάνοντας χρήματα από την πώληση της ημιτελούς οικοδοµής της, η μητέρα της ενάγουσας αποσκοπούσε στην αγορά των δύο διαμερισμάτων για τα παιδιά της. Ακολούθως και ο ισχυρισμός της εναγοµένης ότι η ενάγουσα, που έλαβε δάνειο για την αγορά του διαµερίσµατός της, δεν είχε χρήματα για επένδυση, αλλά ούτε και η μητέρα της, δεν ευσταθεί, καθόσον η μητέρα της ενάγουσας από την πώληση της ημιτελούς τετραώροφης οικοδομής της είχε εισπράξει πραγµατικό τίµηµα 190.755,68 ευρώ, το οποίο ήταν αρκετό, για την αγορά των δύο διαμερισμάτων και την πληρωμή των σχετικών εξόδων μεταβίβασης, αφού ληφθεί υπόψη και η λήψη των στεγαστικού και επισκευαστικού δανείων από την ενάγουσα, αλλά και τα έσοδα από την επιχείρηση των σιδηρικών και χρωμάτων που λειτουργούσε η ενάγουσα και ο αδελφός της, οπότε υπήρχε περιθώριο για την επένδυση του ποσού των 30.000 ευρώ, µε τρόπο πλέον επικερδή της τραπεζικής κατάθεσης, ενόψει και της ανόδου του χρηματιστηρίου κατά την εποχή εκείνη. ....
Συνεπώς, το πρώτο αγωγικό αίτηµα, σχετικά µε την αδικοπραξία της εναγοµένης, πρέπει να γίνει δεκτό κατ’ ουσία ....... Σύμφωνα λοιπόν με όσα αναφέρονται πιο πάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που µε την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την από 20.7.2006 αγωγή, ορθά εκτίμησε το νόµο και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό ....".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κρίνοντας όμοια, είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, κατά την από την αδικοπραξία (υπεξαίρεση) βάση της, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Δέχθηκε έτσι ανέλεγκτα το Εφετείο: α) Ότι η εναγομένη, ενεργώντας ως πληρεξουσία της μητέρας της ενάγουσας, Ε. Μ., εισέπραξε το ποσό των 44.000 ευρώ από το τίμημα της αναφερόμενης πώλησης ακινήτων της, από το οποίο, κατ' εντολήν της τελευταίας, ποσό 14.000 ευρώ, όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα, στην οποία η μητέρα της είχε παραχωρήσει το σύνολο του πιο πάνω ποσού, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ, παρακράτησε προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της (ενάγουσας) σε μετοχές, ομόλογα ή άλλα επενδυτικά προϊόντα, που θα της απέδιδαν µεγαλύτερο τόκο απ? ότι η κατάθεση αυτών σε τραπεζικό λογαριασμό.
Και, β) ότι η εναγομένη απέδωσε στην ενάγουσα το ποσό των 14.000 ευρώ, ενώ όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ, που παρέμεινε στην κατοχή της, για λογαριασμό της ενάγουσας, µε σκοπό να το επενδύσει προς όφελος της τελευταίας, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, δεν προχώρησε σε επένδυση αυτού, ούτε απέδωσε αυτό στην ενάγουσα, παρά τις επανειλημένες, από τον Απρίλιο του έτους 2005 οχλήσεις της, αλλά το ιδιοποιήθηκε, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της, χωρίς νόμιμη αιτία.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην αδικοπραξία της εναγομένης και συγκεκριμένα, στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της (υπεξαίρεση), με την εκ μέρους της ιδιοποίηση και ενσωμάτωση στην περιουσία της, του ποσού των 30.000 ευρώ, το οποίο είχε παρακρατήσει η ίδια, στα πλαίσια της αναφερόμενης συμφωνίας μεταξύ αυτής, και της ενάγουσας και της μητέρας της, προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της ενάγουσας και να αποδώσει σ' αυτή το προϊόν της επένδυσης.
Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων, 496 και 498 του ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις της κατάρτισης σύμβασης δωρεάς και εκείνες των άρθρων 1813 επ. ΑΚ, περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε για το άνω αποδεικτικό του πόρισμα, τις ανωτέρω διατάξεις.
Η αναφορά δε της προσβαλλόμενης απόφασης, σε προηγηθείσα της υπεξαίρεσης, άτυπη σύμβαση δωρεάς του ποσού των 30.000 ευρώ, καταρτισθείσας μεταξύ της μητέρας της ενάγουσας ως δωρήτριας και της ενάγουσας ως δωρεοδόχου, έγινε διηγηματικά από το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προς αιτιολόγηση της κρίσης του, για την περιέλευση του ιδιοποιηθέντος τελικά από την εναγομένη ποσού, στην ενάγουσα.
Με τις ίδιες, άλλωστε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την περιέλευση του ποσού στην ενάγουσα, έγινε δεκτή, ως προκύπτουσα από τις αποδείξεις, συμφωνία των διαδίκων και της μητέρας της ενάγουσας, για την παραχώρηση του άνω ποσού των 30.000 ευρώ στην ενάγουσα και την παρακράτησή του από την εναγομένη, προκειμένου να επενδυθεί και να αποδοθεί το προϊόν της επένδυσης στην ενάγουσα, παραδοχή που επίσης στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης (πρώτος), κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, λόγω της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα ακυρότητας της σύμβασης δωρεάς του πιο πάνω χρηματικού ποσού, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα να μην καταστεί κυρία του άνω χρηματικού ποσού, αλλά αυτό να παραμείνει στην κυριότητα της μητέρα της και μετά το θάνατο της, στην ενάγουσα και στον αδελφό της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της δικαιοπαρόχου τους, συνδεόμενης της εν λόγω έλλειψης με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας περί εγκυρότητας της δωρεάς, είναι απορριπτέος ομοίως ως αβάσιμος, καθώς σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω ποσό ανήκε στην ενάγουσα, με βάση την άνω συμφωνία, η οποία και δικαιούται να το αξιώσει, ήδη ως αποζημίωση, λόγω της υπεξαίρεσής του, από την εναγομένη.
Ο ίδιος δε λόγος (πρώτος), κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, αναφορικά με τον τρόπο περιέλευσης του ποσού των 30.000 ευρώ στην εναγομένη και την ανάλωση αυτού από την ίδια, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια (αληθώς) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του ίδιου άρθρου, τους οποίους αριθμητικά και μόνο αναφέρει), για έλλειψη νόμιμης βάσης, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά την παρακράτηση από την ίδια του ποσού των 30.000 ευρώ, προς επένδυση για λογαριασμό της ενάγουσας.
Όμως, από τις αναλυτικά εκτιθέμενες ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, περί της υπεξαίρεσης από την αναιρεσείουσα του ποσού των 30.000 ευρώ, που είχε παρακρατηθεί από αυτή, προκειμένου να επενδυθεί για λογαριασμό της ενάγουσας.
Όσον δε αφορά τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι: α) αν και δέχεται ότι τότε που έγινε η σύμβαση δωρεάς και στη συνέχεια η παράδοση των χρημάτων, δεν είχε εξοφληθεί το πιστούμενο τίμημα των 44.000 ευρώ, αντιθέτως είχε εισπραχθεί ποσό περί τις 14.000 ευρώ, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η ενάγουσα και η μητέρα της είχαν χρήματα για επένδυση, προερχόμενα από την πώληση της ημιτελούς τετραόροφης οικοδομής της μητέρας της ενάγουσας, αφού ληφθεί υπόψη και η λήψη στεγαστικού και επισκευαστικού δανείων από την ενάγουσα, αλλά και από τα έσοδα από την επιχείρηση χρωμάτων που λειτουργούσε η ενάγουσα και ο αδελφός της, οπότε υπήρχε περιθώριο για την επένδυνση του ποσού των 30.000 ευρώ, με τρόπο πλέον επικερδή της τραπεζικής κατάθεσης, ενόψει και της ανόδου του Χρηματιστηρίου κατά την εποχή εκείνη.
Και, β) αν και δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) προσκόμισε συναλλαγματικές που τα ποσά και οι ημερομηνίες τους ταυτίζονται με εκείνα του ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπέγραψε η ενάγουσα για το κεκρυμμένο τίμημα της αγοραπωλησίας, τις οποίες η ίδια εξόφλησε, στη συνέχεια δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα αυτά (των συναλλαγματικών) προήλθαν από τα 30.000 ευρώ, παραδοχή τελείως αντιφατική, αφού ουδείς εκ των διαδίκων ισχυρίζεται ότι είχαν άλλη συναλλαγή, ουδεμία αντίφαση εντοπίζεται.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις άνω υπό στοιχ. α αντιφάσεις, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί της οικονομικής δυνατότητας της ενάγουσας προς επένδυση του ποσού των 30.000 ευρώ, που τέθηκαν προς αντίκρουση αντίθετου αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, δεν αντιφάσκουν προς την παραδοχή, ότι δεν είχε εξοφληθεί το τίμημα της πώλησης της οικοδομής της μητέρας της ενάγουσας, καθώς η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας και της μητέρας της, προς επένδυση, αιτιολογείται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προερχόμενη όχι μόνο από το υπόλοιπο τίμημα της πώλησης των ακινήτων της μητέρας της ενάγουσας, αλλά και από τη λήψη των αναφερόμενων δανείων από την ενάγουσα και τα έσοδα της κοινής με τον αδελφό της επιχείρησης.
Επίσης, ουδεμία αντίφαση εντοπίζεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης για τις άνω συναλλαγματικές, για τις οποίες έγινε δεκτό με σαφή αιτιολογία, ότι αυτές εξοφλήθηκαν μεν από την εναγομένη, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι η πληρωμή τους, έγινε με μέρος του ποσού των 30.000 ευρώ, κατ' εντολή της μητέρας της ενάγουσας, με την περαιτέρω παραδοχή, ότι η μητέρα της ενάγουσας, ''είχε χρήματα στην κατοχή της από την πώληση της τετραώροφης ημιτελούς οικοδομής της, που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του έτους 2003 και είχε δώσει τα αντίστοιχα ποσά των συναλλαγματικών στην εναγόµενη, προκειµένου, να τη διευκολύνει στη διεκπεραίωση της υπόθεσης αυτής, όπως συνέβαινε και µε άλλες της οικονομικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή µε τις συναλλαγματικές µε αποδέκτη τον αδελφό της ενάγουσας Γ.
Μ., τις οποίες προσκοµίζει η εναγόµενη και ισχυρίζεται ότι τις έχει εξοφλήσει η ίδια''. Επομένως, ο άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ.γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Για την πληρότητα δε αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1409/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αναίρεσης (δεύτερο), αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δέχθηκε την αγωγή (κατά την από αδικοπραξία βάση της), χωρίς να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και αποδείκνυαν αναλυτικά τα ποσά πώλησης και αγοράς των αναφερόμενων ιδιοκτησιών, τα οποία συναθροιζόμενα άφηναν μηδενικό υπόλοιπο.
Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως αναφέρονται: ι) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, ιι) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ιιι) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και τα αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και ιv) το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 1372/2018, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 808/2015). Η ανάγκη δε της επίδειξης εγγράφων εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1372/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε εκτίμηση του περιεχομένου του ως, μόνο, από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης εγγράφων, ήτοι αντιγράφων των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας των ετών 2003, 2004, 2005 και 2006, αντιγράφων των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας από τον Ιούνιο του έτους 2003 έως το Σεπτέμβριο του 2005, καθώς και αντιγράφου του από Μαρτίου 2004 ιδιωτικού συμφωνητικού του αδελφού της ενάγουσας, Γ.
Μ. και του Μ. Π., στο οποίο φαίνεται το πραγματικό τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος, το οποίο αγόρασε η μητέρα του Ε. Μ. για λογαριασμό του, με τις αιτιάσεις, ότι δέχθηκε ως αποδεδειγμένη χωρίς καμιά απόδειξη, την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας προς επένδυση του ποσού των 30.000 ευρώ, παραδοχή απολύτως κρίσιμη για την έκβαση της ένδικης αγωγής, απορρίπτοντας το άνω αίτημά της, αν και από τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη θα αποδεικνυόταν ότι, ουδέν ποσό είχε δυνατότητα να επενδύσει η ενάγουσα, ούτε εισοδήματα από την επιχείρησή της (μαγαζί με σιδηρικά).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το αίτημα επίδειξης των εγγράφων που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, δέχθηκε τα ακόλουθα: ''Περαιτέρω, το αίτημα για επίδειξη εγγράφων, που η εκκαλούσα - εφεσίβλητη - εναγόµενη παραδεκτά υπέβαλε το πρώτον στο Δικαστήριο αυτό µε τις προτάσεις της (ΑΠ ......... ) πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κρίνεται ότι τα αιτούµενα για προσκοµιδή έγγραφα (αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας των ετών 2003. 2004, 2005 και 2006.
αντίγραφα των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας από τον Ιούνιο του έτους 2003 έως και τον Σεπτέμβριο του 2005, καθώς και αντίγραφο του από Μάρτιο του 2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του αδελφού της ενάγουσας Γ. Μ. και του Μ. Π., στο οποίο φαίνεται το πραγµατικό τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος, το οποίο αγόρασε η μητέρα του Ε.
Μ. για λογαριασμό του), δεν χρησιμεύουν στην απόδειξη της ένδικης υπόθεσης, τα πραγματικά περιστατικά, της οποίας, άλλωστε, έχουν κριθεί, σύμφωνα µε όσα αναφέρονται παραπάνω''. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα προς θεμελίωσή του, ενώ, δέχθηκε ότι τα αιτούμενα έγγραφα δεν χρησιμεύουν στην απόδειξη της ένδικης υπόθεσης και, συνακόλουθα, κρίνεται αβάσιμος.
Κατά δε τις αιτιάσεις της ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημα επίδειξης των συγκεκριμένων εγγράφων, μολονότι με τα έγγραφα αυτά θα υπήρχε πλήρης απόδειξη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας επένδυσης του ποσού των 30.000 ευρώ, αφού από αυτά θα αποδεικνυόταν, ότι ουδέν ποσό η ενάγουσα μπορούσε να διαθέσει, ούτε είχε εισοδήματα από την επιχείρησή της, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον με το πρόσχημα της επίκλησής του προσβάλλεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς το αναγκαίο της επίδειξης.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2018 (αριθμ. καταθ. 838/9-11-2018) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3506/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ