Legislator Case Law & Legislation
1715/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank loan denial due to insufficient income evidence and procedural compliance.

Case Number 1715/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision to deny their loan applications. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding their income levels and debt capacity, while the banks contended the decision was legally sound. The court rejected these claims, ruling that the First Instance Court's reasoning was complete, consistent, and based on a proper evaluation of the evidence without logical gaps.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's reasoning is sufficient, consistent, and based on a proper evaluation of the evidence without logical gaps.

Keywords

AI generated
loan denial appeal insufficient income evidence procedural compliance adequate reasoning bankruptcy proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1715 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1715/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Ι. και 2) Α. Χ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Ζερβομπεάκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικώς και ως ειδικής και καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "POST Credit ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικώς και ως ειδικής και καθολικής διαδόχου α.

της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", β. της Κυπριακής Δημόσιας ΕΠΕ με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", όπως μετονομάστηκε η τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", ως καθολικής διαδόχου της "MARFIN EGNATIA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και γ. της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ευρισκομένου υπό εκκαθάριση πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Βαλσαμάκη, η 2η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ανδρίτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 6ο από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-11-2013 (αρ. εκθ. καταθ. …../2013 και …/2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρπενησίου και συνεκδικάστηκαν με τις πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-1-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. .../25.9.2016 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Εφετείου Λαμίας Δ. Μ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 13.1.2016 με αριθμό …/2016 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον τέταρτο, υπό εκκαθάριση ευρισκόμενο πιστωτικό συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ".

Ο αναιρεσίβλητος αυτός, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο και την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατατέθηκε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς στρέφεται και κατά του έκτου των αναιρεσιβλήτων Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 769 σε συνδυασμό προς το άρθρο 762 ΚΠολΔ) εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (υπ' αριθμ. 57/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας) και της από 29.9.2014 εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, η έφεση εστρέφετο και κατά του ως άνω Ταμείου.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τις προτάσεις του το προαναφερόμενο Ταμείο, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' έδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/ 2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη οπό την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1, διότι, με το να δεχθεί το δικαστήριο την προβληθείσα από την εκκαλούσα πιστώτρια εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", την ένσταση δόλιας περιελεύσεώς τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι, ως εκ τούτου, δεν δικαιούνται αυτοί (αναιρεσείοντες) να υπαχθούν στον ως άνω νόμο και να ρυθμιστούν οι οφειλές τους, παραβίασε ευθέως και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον εξειδίκευσε εσφαλμένα την αόριστη νομική έννοια του δόλου, διευρύνοντάς την, τόσο χρονικά, ώστε το στοιχείο του δόλου να συντρέχει κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, όσο και ποιοτικά, ώστε, για την παραδοχή της ως άνω ενστάσεως, να αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχεωμένου οφειλέτη.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (υπ' αριθμ. 57/ 2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας), προκύπτει, ότι το δικάσαν ως Εφετείο ως άνω Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την προεκτεθείσα διάταξη, δέχθηκε ότι: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή στο νόμο φυσικών προσώπων προϋπόθεση είναι, μεταξύ των άλλων και η έλλειψη δόλου.

Η μη δολιότητα καταλαμβάνει εξ ορισμού όχι μόνο την αδυναμία πληρωμής αυτή καθεαυτή, αλλά και την ανάληψη του εγχειρήματος της λήψης δανείων, εάν προδήλως ήταν αδύνατη η αποπληρωμή τους. Η έννοια του δόλου στο Αστικό Δίκαιο ορίζεται κατ' αρχήν στο άρθρο 330 ΑΚ, όπου "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρεώσεώς του από δόλο ή αμέλεια δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές" και εκφέρεται για την περίπτωση της ευθύνης, λόγω πταίσματος στις συμβατικές ενοχές όσο και επί αδικοπραξιών. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια, ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του Αστικού Δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007, ΕφΑθ 4681/2009, ΝΟΜΟΣ).

Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010 ΝΟΜΟΣ). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.

Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.

Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, ότι αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.

Στην προκειμένη περίπτωση (Ν. 3869/2010) ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών (βλ. Ειρ.Αθ. 257/2012 ΕΠολΔ 5/2012 σελ. 631 επ. με παρατηρήσεις Γεωργίου Κόντη, Ειρ.Φλωρ. 1/2012 αδημ., Ειρ.Αθ. 274/2012, αδημ., Ειρ.Αθ. 462/ 2012 αδημ., Ειρ.Αθ. 463/2012, αδημ., Ειρ.Αθ. 466/2012 αδημ.).

Εν προκειμένω, η εκκαλούσα προέβαλε πρωτοδίκως και επαναπροβάλλει με τον σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεώς της ως πιστώτρια, την ένσταση της δόλιας περιέλευσης αμφοτέρων των αιτούντων συζύγων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ισχυριζόμενη, ότι αμφότεροι αυτοί προέβησαν σε αλόγιστο υπερδανεισμό με τη χρήση μεγάλου αριθμού πιστωτικών προϊόντων καταναλωτικής πίστης από πολλά πιστωτικά ιδρύματα, μολονότι γνώριζαν την αδυναμία καλύψεώς τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα επίπεδο διαβίωσης ανώτερο αυτού που τους επέτρεπαν οι οικονομικές τους δυνατότητες.

Η ως άνω ένσταση της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου.

Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο σχετικός λόγος της έφεσης και αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι αιτούντες είναι σύζυγοι και κάτοικοι ....

Ειδικότερα, η αιτούσα είναι σήμερα 51 ετών και εργάζεται ως τραυματιοφορέας στο Γενικό Νοσοκομείο … με μηνιαίο μισθό που σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 896,41 ευρώ, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ανάλυση αποδοχών του μηνός Ιανουαρίου 2015. Είναι παντρεμένη με τον αιτούντα, ο οποίος σήμερα είναι 62 ετών και από την 31.5.2010 είναι καταχωρημένος στις καταστάσεις του ΟΑΕΔ ως άνεργος, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη κάρτα ανεργίας.

Έχουν αποκτήσει πέντε τέκνα, όλα ενήλικα και ανεξάρτητα οικονομικά, χωρίς ανάγκη συντηρήσεως (βλ. κατάθεση μάρτυρος). Οι ίδιοι διαμένουν από το 1993 σε ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 107,50 τ.μ. που βρίσκεται στις Εργατικές Κατοικίες …, το οποίο παραχωρήθηκε κατά πλήρη κυριότητα στον αιτούντα ως κατοικία αυτού και της οικογένειάς του από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας έναντι τιμήματος 14.356,51 ευρώ, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../ 2002 Παραχωρητήριο.

Ο αιτών εργαζόταν κατά το παρελθόν ως χειριστής μηχανημάτων σε δημόσια έργα, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές. Ιδιαίτερα ικανοποιητικές δε ήταν και οι αποδοχές της αιτούσας από τις μισθωτές υπηρεσίες της. Συγκεκριμένα, κατά το έτος 2007 ο αιτών δήλωνε ετήσιο εισόδημα από την εργασία του 30.117,37 ευρώ και η αιτούσα σύζυγος του 13.944,42 ευρώ, κατά το έτος 2008 ο αιτών δήλωνε εισόδημα 31.844,44 ευρώ και η σύζυγος του 16.191,28 ευρώ, κατά το έτος 2009 ο αιτών δήλωνε εισόδημα 38.437,42 ευρώ και η αιτούσα 15.525,27 ευρώ, κατά το έτος 2010 ο αιτών δήλωνε εισόδημα 46.250,16 ευρώ και η αιτούσα 16.643,74 ευρώ, ενώ κατά το έτος 2011, ο αιτών δήλωνε έσοδα 8.875,65 ευρώ και η αιτούσα 15.885,82 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων ετών.

Περαιτέρω προέκυψε ότι η αιτούσα, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, είχε αναλάβει χρέη συνολικού ύψους 416.709,98 ευρώ, προερχόμενα από 15 καταναλωτικά δάνεια, 14 πιστωτικές κάρτες, 1 δάνειο για τη βελτίωση και επισκευή της άνω οικίας τους (ως εγγυήτρια) και 1 στεγαστικό (ως εγγυήτρια στον γιό της), τα οποία έλαβε από το έτος 2003 και εφεξής και κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από το 2006 και μετά, όπως τα εν λόγω χρέη εξειδικεύονται ως προς το ύψος, το είδος και τον πιστωτή στο δικόγραφο της αιτήσεώς της.

Εξάλλου, προέκυψε ότι και ο αιτών, επίσης σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, είχε αναλάβει χρέη συνολικού ύψους 391.454,77 ευρώ, προερχόμενα από 15 καταναλωτικά δάνεια (σε 2 εκ των οποίων ως εγγυητής της συζύγου του), 11 πιστωτικές κάρτες, 1 δάνειο για τη βελτίωση και επισκευή της οικίας του και 1 στεγαστικό (ως εγγυητής και αυτός στο γιό του), τα οποία έλαβε και αυτός από το 2003 και εφεξής και κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από το 2006 και μετά, όπως τα εν λόγω χρέη εξειδικεύονται ως προς το ύψος, το είδος και τον πιστωτή στο δικόγραφο της αιτήσεώς του.

Η προσφυγή αμφοτέρων των αιτούντων συζύγων σε προϊόντα καταναλωτικής πίστης που κορυφώθηκε κατά την τριετία 2006 έως 2009, έγινε χωρίς να έχουν αυτοί κάποιον ιδιαίτερο λόγο ή ανάγκη, αφού κατά τα προαναφερόμενα, που συνομολογούνται και από τους ίδιους, το εισόδημα εκάστου από την εργασία του ήταν ιδιαίτερα αυξημένο για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών τους και επιπλέον διέμεναν σε ιδιόκτητη κατοικία, για την απόκτηση της οποίας το τίμημα ήταν ιδιαίτερα χαμηλό.

Παράλληλα ο δανεισμός τους δεν είχε επενδυτική προοπτική (π.χ. αγορά ακινήτου), αλλά αποκλειστικά και μόνο καταναλωτικό σκοπό, την εξασφάλιση δηλαδή ενός επιπέδου πολυτελούς διαβίωσης, ανώτερου αυτού που τους επέτρεπαν τα εισοδήματά τους, όπως προκύπτει και από τις συχνές αναλήψεις μετρητών από τις πιστωτικές κάρτες για τη συμπλήρωση των εισοδημάτων τους.

Επιπλέον η χρήση των πιστωτικών αυτών προϊόντων και των καταναλωτικών δανείων δεν έγινε με σύνεση από τους αιτούντες με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, με την έγκαιρη δηλαδή εξόφληση των εκάστοτε χρεώσεων των πιστωτικών καρτών και των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων δανείων, από τα εισοδήματά τους, ώστε να μην επιβαρύνονται με τόκους, έξοδα κ.λπ.

Ο τρόπος αυτός διαχείρισης των πιστωτικών προϊόντων είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή διόγκωση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, τα οποία από ένα χρονικό σημείο και μετά κατέστησαν μη αντιμετωπίσιμα καθώς η μηνιαία δόση ανέρχονταν σε 4.080,95 ευρώ, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε οικονομικό αδιέξοδο και το έτος 2010 να σταματήσουν εντελώς τις πληρωμές.

Οι αιτούντες, επομένως, δημιούργησαν τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό τους με την λήψη παρ' αμφοτέρων πιστωτικών καρτών και δανείων, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν όπως τούτο προκύπτει και από τα ληφθέντα από τους ίδιους δάνεια αποπληρωμής προηγουμένων οφειλών τους, ή τουλάχιστον προχωρούσαν αμφότεροι εν γνώσει τους στην λήψη των δανείων αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.

Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αμφότεροι αυτοί ατομικά αλλά και ως συγκοινωνοί των οικονομικών τους δεσμεύσεων προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Δηλαδή γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Ειδικότερα αμφότεροι οι αιτούντες έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν αμφότεροι να προχωρήσουν στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε δόλια αδυναμία πληρωμής των χρεών αμφοτέρων των αιτούντων και πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η προβληθείσα σχετική ένσταση δόλου εκ μέρους της εκκαλούσας πιστώτριας.

Κατόπιν τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών τους στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 και οι αιτήσεις αμφοτέρων των αιτούντων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω και έκαμε δεκτές τις αιτήσεις ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμες, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της κρινόμενης εφέσεως ως βάσιμος κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 6/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ευρυτανίας καθ' όλες τις διατάξεις της.

Ακολούθως αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχθέν ότι το στοιχείο του δόλου συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψή της, καθώς και ότι, για την παραδοχή της σχετικής ενστάσεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση (ενδεχόμενου δόλου) συντρέχει και όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, όπως στην προκείμενη περίπτωση, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ούτε με την παράθεση της φράσεως "αψηφώντας τις συνέπειες".

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 (άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Εξάλλου, με το άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, κατά το οποίο οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα (που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση) εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ορίζεται ως κρίσιμο χρόνος για την εφαρμογή των νέων διατάξεων ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου, υιοθετώντας έτσι μεταβατική διάταξη διαφορετική από εκείνη του άρθρου 24 παρ. 1 Εισ.Ν.ΚΠολΔ.

Ο γενικός διαχρονικού δικαίου κανόνας του τελευταίου άρθρου, για τα ένδικα μέσα, ορίζει, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως κρίσιμο χρόνο για την εφαρμογή του νέου δικαίου, ως προς τα ζητήματα του παραδεκτού των ενδίκων μέσων, του επιτρεπτού των προβαλλόμενων λόγων και του χρόνου της άσκησης, το χρόνο που δημοσιεύεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1091/2015).

Συνεπώς, οι διευρυμένοι λόγοι αναίρεσης του νέου άρθρου 560 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015, ισχύουν για την προσβολή αποφάσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2016 (ΑΠ 140/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 560 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, διότι, κατά τους αναιρεσείοντες περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως νομίμως προβάλλεται εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 9.3.2016, ήτοι μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από την αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση των άλλων, για να αιτιολογηθεί αρκούντως το αποδεικτικό της πόρισμα.

Οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ότι δεν αναφέρει η απόφαση: 1) ποια ήταν τα μηνιαία εισοδήματα των αναιρεσειόντων και ποιά η εκάστοτε συνολική μηνιαία δόση κατά το χρόνο λήψεως κάθε δανείου ή χρέωσης κάθε πιστωτικής κάρτας, 2) ποιό ήταν το επίπεδο της μηνιαίας δόσεως που επέτρεπαν τα εισοδήματά τους να αναλάβουν τότε, σε τι ποσό ανέρχεται η οφειλή καθενός από εγγύηση και σε τι ποσοστό της συνολικής οφειλής ανάγεται αυτή, 4) δεν αναφέρει πόσα και ποιά ήταν τα δάνεια αποπληρωμής προηγούμενων οφειλών τους και σε τι ποσό ανερχόταν αυτά, αλλά τα επανυπολογίζει και 5) ότι η παραδοχή της, ότι αποδείχθηκε δόλια αδυναμία πληρωμής των χρεών τους έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή της ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) αψηφούσαν τις συνέπειες λήψεως των δανείων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη εκτίμηση, ανάλυση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία τον εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.1.2016 με αριθμό καταθέσεως …/2016 αίτηση των: Μ. Τ. και Α. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 57/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ