Legislator Case Law & Legislation
1715/2016 AI generated

1715/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1715/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1715/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ., η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικώς εις το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτη.

Keywords

AI generated
credit and loan fraud fraudulent use of cheque cards banking documents identity documents reproduction and imitation of banknotes uttering a forged document
AI generated
1285/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
254/2011
Περιορισμένη ευθύνη ανώνυμη εταιρεία με ν.δ 17-7/23-8-1923 – Πλαστογράφηση επιταγής και είσπραξή της – ευθύνη πληρώτριας τράπεζας – ανεπαρκής αιτιολογία για έλλειψη συνυπαιτιότητας της δικαιούχου εταιρίας, κατά την εποπτεία προστημένων υπαλλήλων της, που έχει τη διαχείριση της επιταγής που πλαστογραφήθηκε.
2107/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γ. και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
787/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
2101/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1715 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1715/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.105/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Α. Μ. του Κ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ευγενία Φωτοπούλου, η οποία ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ'αριθμ.109/16-9-2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου: α) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 875/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β)αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα : α)την επανάληψη της διαδικασίας και β)την αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω απόφασης, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1147/2015.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασιλική Θεοδώρου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη με αριθμ.πρωτ.59/29-3-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Ι. Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525παρ.1, 527παρ.1,3 και 528 ΚΠΔ, την από 12.10.2015 αίτηση του Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης … περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 875/2010 αμετάκλητης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών για την πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσας κατ'επάγγελμα και συνήθεια με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους άνω των 15.000 ευρώ (άρθρα 13στ, 98, 386 παρ.1,3α' Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα:

II.Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι'αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον στις τέσσερες περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη αυτή. Κατά τη δευτέρα από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα εις τους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες, μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις πρότερον προσκομισθείσες, καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για έγκλημα βαρύτερον εκείνου, το οποίον πράγματι εξετέλεσε.

Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, δύνανται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκληση ή τροποποίηση ή συμπλήρωση μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οποιεσδήποτε άλλες αποδείξεις, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που δίκασε και ήσαν άγνωστες εις τους δικαστές, εφ'όσον αυτές, εκτιμώμενες μόνες των ή εν συνδυασμώ με αυτές που είχαν προσκομισθεί, καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που ετέλεσε.

Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα, στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα, τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 17/2014, ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π.

Τσιρίδης: Ή επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας: "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπέρ. 1995/673, Δαλακούρας: "Η επανάληψη διαδικασίας 2007, σελ. 214 και 215 ). Επίσης, δεν δύνανται να θεμελιώσουν τον ανωτέρω λόγο επαναλήψεως της δίκης παραλείψεις ή πλημμέλειες εις το δικαστήριον, όπως η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγματικών περιστατικών που προτάθηκαν, ή μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων κ.λ.π., ούτε τα απλά επιχειρήματα και οι κρίσεις ως προς την ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 491/2000 Ποιν Δικ 2000 σελ. 800).Επίσης ανεπίτρεπτη - μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας-η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 788/08) Κατά την τρίτη περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, εάν βεβαιωθεί ότι στην καταδίκη του κατηγορουμένου άσκησε ουσιώδη επιρροή εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος δικαστού ή ενόρκου, που μετέσχεν στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ., η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικώς εις το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτη.

Τοιουτοτρόπως είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται εις τη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., εάν ο αιτών δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη καθώς και το περιεχόμενο των (Α.Π. 1215/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 1209 κ.ά.). Ill) Στην προκειμένη περίπτωση η υπ'αριθμ. 875/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, κατέστη αμετάκλητη, αφού όπως προκύπτει από την επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση ο αναιρεσείων παραιτήθηκε της κατ'αυτής ασκηθείσας έφεσης και η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας γιατί, σύμφωνα με όσα διατείνεται στην αίτηση του, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν "νέες αποδείξεις", που καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, των άρθρων 527παρ.3 και 528παρ.1 του ΚΠΔ, αρμοδίως δε και παραδεκτώς, εισάγεται ενώπιον Σας, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.

Σημειώνουμε δε ως προς το παραδεκτό της υποβληθείσας αιτήσεως τα εξής: Η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο και επομένως δεν υπόκειται στον κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ τρόπο ασκήσεως ενδίκων μέσων, αλλά δύναται ν' ασκηθεί με την υποβολή αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών ή του Αρείου Πάγου, χωρίς ν' απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 εδ.

α του ΚΠΔ σύνταξη εκθέσεως εγχειρίσεως (ΑΠ, 185/2000, ΑΠ 700.1982, 1125/1985 Ποιν.Χρ. ΛΓ 122, ΛΣΓ 151). Και ναι μεν η κρινόμενη αίτηση, η οποία μας υπεβλήθη από το Κατάστημα Κράτησης … με την υπ'αριθμ. πρωτ. 10671/12.10.2015, χωρίς να συνταχθεί ενώπιον του Διευθυντή Κράτησης. Πλην όμως δεν δημιουργείται απαράδεκτον, αφού επί της αιτήσεως επαναλήψεως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενδίκων μέσων.

Η υποβολή της αιτήσεως θεωρείται ότι συνιστά διοικητική ενέργεια, τα δε άρθρα 527 επ. δεν περιέχουν αντίστοιχο με το άρθρο 18 ΚΠΔ κύρωση, σε περίπτωση άτακτου υποβολής και εν πάση περιπτώσει η αρχή της οικονομίας της δίκης επιβάλλει την προτεινομένη λύση. [ΑΠ669/1991]. IV) Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Α. Μ. με την υπ'αριθμ. 875/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσης κατ'επάγγελμα και συνήθεια με προσδοκώμενο όφελος άνω των 15.000 ευρώ με το εξής σκεπτικό κατά λέξη : "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε, τόσο από την αυτεπάγγελτη προανάκριση κατ' άρθρο 243 παρ.2 Κ.Π.Δ., που διενεργήθηκε από το Τμήμα Ασφαλείας Κατερίνης, όσο και από την κυρία ανάκριση, που επακολούθησε και πιο συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, προέκυψαν, κατά την κρίση μας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος στην προανακριτική του απολογία δήλωσε ότι είναι ειδικευόμενος ιατρός, γνώρισε τον εγκαλούντα, Γ. Χ., κατά το έτος 1990, έκτοτε δε αναπτύχθηκε μεταξύ τους φιλική σχέση, η οποία κατέληξε σε πνευματική συγγένεια, καθώς ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2000 έγινε ανάδοχος του παιδιού του εγκαλούντος.

Στις αρχές Ιανουαρίου 2003 ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και με το πρόσχημα ότι έχει τη δυνατότητα με τη δήθεν ιδιότητα του ως αντινομάρχη … να μεσολαβήσει να χορηγηθεί στον εγκαλούντα από τις αρμόδιες υπηρεσίες επίδομα πρόνοιας για το ανήλικο παιδί του, κατέφερε να του αποσπάσει, μεταξύ άλλων απαραίτητων για το σκοπό αυτόν δικαιολογητικών εγγράφων, πιστοποιητικό γέννησης του.

Στη συνέχεια, στις 15-1-2003, μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας … και αφού δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο ότι ονομάζεται Γ. Χ. του Ι., γεννηθείς στις …-10-1970, στη …, στοιχεία τα οποία στην πραγματικότητα αντιστοιχούν στον εγκαλούντα, κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς ότι πριν από τρεις ημέρες, στις 12-1-2003 άγνωστος δράστης έκλεψε το πορτοφόλι του, το οποίο περιείχε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, την ιατρική του ταυτότητα, πιστωτικές κάρτες των τραπεζών ALPHA και Γενικής και το χρηματικό ποσό των 400 Ευρώ και για το λόγο αυτόν ζήτησε την επανέκδοση της αστυνομικής του ταυτότητας, προσκομίζοντας μετά από δύο ημέρες, στις 17-1-2003 το προαναφερθέν πιστοποιητικό γέννησης του εγκαλούντος, που είχε αποσπάσει από αυτόν.

Με τον τρόπο αυτόν κατάφερε να παραπλανήσει τον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο ως προς τα αληθή στοιχεία ταυτότητας του και να εκδοθεί το υπ' αριθμ. ...-1-2003 Δ.Α.Τ, που έφερε τα στοιχεία του εγκαλούντος, αλλά τη δική του φωτογραφία. Απώτερος σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να παραπλανήσει με την επίδειξη του ψευδούς κατά περιεχόμενο δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, που είχε υφαρπάξει από το Τμήμα Ασφαλείας …, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι το απώλεσε λόγω κλοπής, τους αρμοδίους υπαλλήλους διαφόρων τραπεζών, ως προς τα αληθή στοιχεία ταυτότητας του, ώστε να κατορθώσει να λάβει ο ίδιος δάνεια και πιστωτικές κάρτες, αν και ο ίδιος δεν είχε ικανά περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή τους, εμφανίζοντας ψευδώς ως δανειολήπτη και συνεπώς δήθεν οφειλέτη τον εγκαλούντα.

Ειδικότερα, εμφανιζόμενος με τα στοιχεία ταυτότητας του εγκαλούντος, ως δήθεν φερέγγυος και με ικανά περιουσιακά στοιχεία, στις 27-1-2003, έλαβε από υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη δάνειο ύψους 3.000 Ευρώ, στις 28-1-2003 από το υποκατάστημα Κατερίνης της Εμπορικής Τράπεζας πίστωση 3.000 Ευρώ για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... 8560 πιστωτική κάρτα Telebank Credit στις 7-3-2003 από το υποκατάστημα 253 Θεσσαλονίκης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος δάνειο ύψους 3.000 Ευρώ, στις 9-4-2003 από υποκατάστημα της ίδιας τράπεζας πίστωση για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... 7046 πιστωτική κάρτα ...

και η οποία στις 12-8-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 3.597,13 Ευρώ, στις 13-5-2003 από το ευρισκόμενο στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα Καλλιδοπούλου 430 της Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος πίστωση για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... 2318 πιστωτική κάρτα Visa Χρυσή και η οποία στις 13-8-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 3.286 Ευρώ, κατά το μήνα Ιούνιο του 2003 και σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, από το υποκατάστημα της ALPHA BANK, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Μητροπόλεως 17 πίστωση για την οποία εκδόθηκε πιστωτική κάρτα Aspis Bank Visa και η οποία την 1-9-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 3.571,32 Ευρώ και τέλος από το ίδιο υποκατάστημα έλαβε στις 11-8-2003 καταναλωτικό δάνειο, το οποίο την 1-92003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 3.000 Ευρώ.

Από τη προαναφερθείσα παράνομη δραστηριότητα του ο κατηγορούμενος αποκόμισε, σύμφωνα με τον αρχικό του σκοπό, συνολικά 22.454,45 Ευρώ, δεδομένου ότι ουδέποτε επέστρεψε το ποσό αυτό, ως όφειλε, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τις ανωτέρω τράπεζες, αφού αυτές προέβησαν σε διάθεση των περιουσιακών τους στοιχείων, στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν ότι η συναλλαγή δεν έγινε με τον φερόμενο ως δανειολήπτη, αλλά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος εμφανίσθηκε με ψευδή στοιχεία ταυτότητας και δεν είχε τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις του, όσο και τον εγκαλούντα, ο οποίος εμφανιζόταν, εν αγνοία του, αναληθώς έναντι των τραπεζών ως οφειλέτης.

Περαιτέρω από την επανειλημμένη κατ' άρθρο 13 περ. στ' Π.Κ. τέλεση της πράξεως της απάτης εκ μέρους του κατηγορουμένου, σε διαφορετικούς χρόνους και εις βάρος διαφορετικών προσώπων, καταδεικνύεται αφενός μεν η πρόθεση του να διασφαλίζει για τον εαυτό του εισροή εσόδων, αξιόλογου ύψους, σε κύρια και τακτική βάση, αφετέρου η σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του.

Θα πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, ομολόγησε ότι υφάρπαξε το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα του εγκαλούντος, το οποίο στη συνέχεια ανακλήθηκε με την από 6-82003 απόφαση του Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας …, ως εκδοθέν συνεπεία υφαρπαγής, πλην όμως ισχυρίζεται ότι στην πράξη του αυτή προέβη μετά από συνεννόηση με τον εγκαλούντα, ενώ όσον αφορά στην κατηγορία της απάτης, ότι η δράση του περιορίζεται μόνο στην κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την οποία είχε γραπτή εξουσιοδότηση από τον ίδιο τον εγκαλούντα, ενώ αυτός (ο κατηγορούμενος) δεν επιδίωκε ούτε προσπορίσθηκε κανένα περιουσιακό όφελος, αφού τα ποσά των δανείων τα έλαβε ο εγκαλών.

Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί προσκρούουν στην κοινή λογική, διότι εάν γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως αντιπρόσωπος του εγκαλούντος για την κατάθεση των δικαιολογητικών, τότε καταλήγουμε στο άτοπο συμπέρασμα ότι η σχετική εντολή είχε δοθεί από τον εγκαλούντα στον εαυτό του, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε στις τράπεζες με το αληθινό του όνομα, αλλά ψευδώς με το όνομα του εγκαλούντος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, ως άτομο ενεργών τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και συνήθεια. Ο αιτών επικαλείται ως νεώτερο στοιχείο την από 23.1.2013 εξουσιοδότηση για την οποία ισχυρίζεται ότι δεν την έλαβε υπόψη το δίκασαν δικαστήριο.

Το ανωτέρω, αμφιβόλου γνησιότητας έγγραφο, αφού από την επισκόπηση αυτού δεν αναγράφονται τα στοιχεία του προσώπου, που θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής, ούτε και η αποτύπωση της σφραγίδας είναι ευκρινής, ανεξαρτήτως του ότι δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, προκύπτει ότι τέθηκε υπόψη στο Δικαστήριο και δεν ήταν άγνωστο στους δικαστές που εξέδωσαν την υπ'αριθμ. 875/2010 καταδικαστική απόφαση, με την παραδοχή της αποφάσεως "....Πλην όμως ισχυρίζεται ότι, στην πράξη του αυτή προέβη μετά από συνεννόηση με τον εγκαλούντα, ενώ όσον αφορά την κατηγορία της απάτης, ότι η δράση του περιορίζεται μόνο στην κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την οποία είχε γραπτή εξουσιοδότηση".

Η σαφώς συναγόμενη από την όλη μελέτη της αιτήσεως επίκληση υπ'αυτού ως μη ληφθέντων υπόψη της από 23.1.2013 εξουσιοδότησης, του υπ'αριθμ. 1020/5601/3α/13.9.2005 εγγράφου του Αστυνομικού Τμήματος Λ. Π., καθώς και τα λοιπά αναφερόμενα έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά, τόσο εκείνα που έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όσο και εκείνα που ο αιτών θεωρεί ότι δεν λήφθησαν υπόψη, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο, που μπορεί να δικαιολογήσει την απαιτούμενη επανάληψη διαδικασίας, αφού δεν καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών δεν τέλεσε την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη.

Επίσης, όλα τα επιχειρήματα του και οι αιτιάσεις του, που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση και προβάλλονται με αφορμή του ότι, είτε τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν ήσαν γνωστά υπόψη στο Δικαστήριο, είτε ότι δεν αξιολογήθηκαν σωστά κατά τη διάρκεια της δίκης, κατά την οποία καταδικάστηκε, κατατείνουν στην επιδίωξη του αιτούντα (δια της άνω διαδικασίας) να υπάρξει, ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη είναι ανεπίτρεπτος.

Έτσι, τα παραπάνω στοιχεία και τα απ'αυτά επιχειρήματα του αιτούντα, δεν είναι νέα γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 525παρ.1 και 2 ΚΠΔ, αυτά δε εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της προαναφερθείσας πράξης ή ότι καταδικάστηκε άδικα.

Επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Τέλος, ο αιτών επικαλείται ως νεώτερο στοιχείο την υπ'αριθμ. 49062/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντίγραφο της οποίας προσκόμισε ως αποδεικτικό στοιχείο, με την οποία ο μηνυτής του Γ.

Χ. καταδικάστηκε κατόπιν μηνύσεως του αιτούντα για τις πράξεις που τέλεσε σε βάρος του της ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδορκίας κλπ. Όμως από την έρευνα που ενεργήθηκε αποδείχθηκε ότι, η παραπάνω υπ'αριθμ. 49062/2010 προσκομισθείσα απόφαση είναι πλαστή αφού, όπως προκύπτει από το αιτηθέν απόσπασμα της αποφάσεως αυτής, αφορά την κατηγορουμένη Ε.

Λ., γι'αυτό και πρέπει να σταλούν, με επιμέλεια του Γραμματέως, επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσης "της προσκομισθείσας απόφασης . της αιτήσεως, της από 20.12.2015 άλλης αιτήσεως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, για τη διερεύνηση της τελέσεως αξιοποίνων πράξεων, αυτεπαγγέλτως διωκομένων, κατά τη διάταξη του άρθρου 38 Κ.Ποιν.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ:

Α) Να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 12.10.2015 αίτηση του Α. Μ. του Κ. περί επαναλήψεως της διαδικασίας της υπ'αριθμ. 875/2010 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Β) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και Γ) Ν'απορριφθεί το υποβληθέν με την αίτηση αίτημα αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκης"

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την ορισθείσα δικηγόρο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η αποκάλυψη, μετά την οριστική καταδίκη του, νέων - άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότων ή αποδείξεων, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Ως νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται συμβάντα εξωτερικά και δεκτικά απόδειξης ή αποδεικτικά στοιχεία που υπήρχαν πριν ή προέκυψαν μετά την έκδοση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη και γι' αυτό δεν αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή και τα οποία καθιστούν φανερό (και όχι απλώς πιθανό) ότι, αν είχαν τότε τεθεί υπόψη και αξιολογηθεί, λόγω της σημαντικής αποδεικτικής αξίας και βαρύτητας τους, θα οδηγούσαν, από μόνα τους ή συνδυαστικά με άλλες αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί, σε αθώωση του καταδικασμένου ή σε καταδίκη του για έγκλημα ελαφρύτερο από εκείνο, για το οποίο καταδικάστηκε άδικα.

Το δικαστήριο που εκδικάζει την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας διαμορφώνει τη σχετική κρίση του από τα έγγραφα της δικογραφίας και από την έρευνα των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιουδήποτε είδους, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης.

Δεν συνιστούν, όμως, νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, αλλά ερευνήθηκαν άμεσα ή έμμεσα και απορρίφθηκαν από αυτό, καθώς και ισχυρισμοί που επιδιώκουν τον νομικό και ουσιαστικό επανέλεγχο της απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, που είχε ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας στρέφεται κατά αμετάκλητης απόφασης και δεν αποτελεί έκτακτο ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία.

Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις το)ν άρθρων 527 και 528 ΚΠΔ, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή από ορισμένους συγγενείς του ή από τον συνήγορο του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε προς τον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), όπου υπηρετεί, το οποίο αποφασίζει για την αίτηση, αφού ακούσει τον εισαγγελέα και τον αιτούντα, ο οποίος καλείται γι' αυτό. Για την υποβολή της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δεν προβλέπεται από τον νόμο (άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠΔ) τήρηση ορισμένου τύπου, ούτε έχει εφαρμογή το άρθρο 474 ΚΠΔ για τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δεν αποτελεί έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, που διέπεται ειδικά από τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 545 ΚΠΔ. Κατά την ίδια διάταξη (527 παρ. 3 ΚΠΔ), η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει, με τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση με την 59/29-3-2016 πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εισάγεται για συζήτηση η από 12-10-2015 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, που περατώθηκε με την απόφαση 875/2010 του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Θεσσαλονίκης, η οποία είναι αμετάκλητη, αφού, όπως προκύπτει από την υπηρεσιακή βεβαίωση που υπάρχει σ' αυτή, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από την 264/2010 έφεση που είχε ασκήσει κατ' αυτής και έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία για άσκηση αναίρεσης. Με την αίτηση αυτή ζητείται να επαναληφθεί προς το συμφέρον του αιτούντος Α. Μ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα ετών για κακουργηματική απάτη σε βάρος του εγκαλούντος Γ. Χ. και τεσσάρων τραπεζών (Αγροτικής, Εμπορικής, Εθνικής και Aspis Bank). Ως λόγος επανάληψης της διαδικασίας προβάλλεται η αποκάλυψη νέων γεγονότων και αποδείξεων, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, μετά την οριστική καταδίκη του αιτούντος, που περιγράφονται επαρκώς και επισυνάπτονται στην αίτηση, η οποία παραδεκτά υποβλήθηκε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσω του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης …, όπου κρατείται ο αιτών, χωρίς τη σύνταξη σχετικής έκθεσης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, για την άσκηση της δεν προβλέπεται από τον νόμο ορισμένος τύπος, ούτε τηρείται για την υποβολή της ο τύπος άσκησης των ενδίκων μέσων.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Α. Μ. με την αμετάκλητη απόφαση 875/2010 του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και συνήθεια με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ με το εξής σκεπτικό : "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε, τόσο από την αυτεπάγγελτη προανάκριση κατ' άρθρο 243 παρ.2 Κ.Π.Δ.. που διενεργήθηκε από το Τμήμα Ασφαλείας …, όσο και από την κυρία ανάκριση, που επακολούθησε και πιο συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, προέκυψαν, κατά την κρίση μας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος, ο οποίος στην προανακριτική του απολογία δήλωσε ότι είναι ειδικευόμενος ιατρός, γνώρισε τον εγκαλούντα, Γ. Χ., κατά το έτος 1990, έκτοτε δε αναπτύχθηκε μεταξύ τους φιλική σχέση, η οποία κατέληξε σε πνευματική συγγένεια, καθώς ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2000 έγινε ανάδοχος του παιδιού του εγκαλούντος.

Στις αρχές Ιανουαρίου 2003 ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και με το πρόσχημα ότι έχει τη δυνατότητα με τη δήθεν ιδιότητα του ως αντινομάρχη … να μεσολαβήσει για να χορηγηθεί στον εγκαλούντα από τις αρμόδιες υπηρεσίες επίδομα πρόνοιας για το ανήλικο παιδί του, κατάφερε να του αποσπάσει, μεταξύ άλλων απαραίτητων για το σκοπό αυτόν δικαιολογητικών εγγράφων, πιστοποιητικό γέννησης του.

Στη συνέχεια, στις 15-1-2003, μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας … και αφού δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς στον αρμόδιο υπάλληλο ότι ονομάζεται Γ. Χ. του Ι., γεννηθείς στις …-10-1970, στην Ξάνθη, στοιχεία τα οποία στην πραγματικότητα αντιστοιχούν στον εγκαλούντα, κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς ότι πριν από τρεις ημέρες, στις 12-1-2003 άγνωστος δράστης έκλεψε το πορτοφόλι του, το οποίο περιείχε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, την ιατρική του ταυτότητα, πιστωτικές κάρτες των τραπεζών ΑΙΡΗΑ και Γενικής και το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ και για το λόγο αυτόν ζήτησε την επανέκδοση της αστυνομικής του ταυτότητας, προσκομίζοντας μετά από δύο ημέρες, στις 17-1-2003 το προαναφερθέν πιστοποιητικό γέννησης του εγκαλούντος, που είχε αποσπάσει από αυτόν.

Με τον τρόπο αυτόν κατάφερε να παραπλανήσει τον αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο ως προς τα αληθή στοιχεία ταυτότητας του και να εκδοθεί το υπ' αριθμ. ...-1-2003 Δ.Α.Τ, που έφερε τα στοιχεία του εγκαλούντος, αλλά τη δική του φωτογραφία. Απώτερος σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να παραπλανήσει με την επίδειξη του ψευδούς κατά περιεχόμενο δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, που είχε υφάρπαξε;

από το Τμήμα Ασφαλείας …, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι το απώλεσε λόγω κλοπής, τους αρμοδίους υπαλλήλους διαφόρων τραπεζών, ως προς τα αληθή στοιχεία ταυτότητας του, ώστε να κατορθώσει να λάβει ο ίδιος δάνεια και πιστωτικές κάρτες, αν και ο ίδιος δεν είχε ικανά περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή τους, εμφανίζοντας ψευδώς ως δανειολήπτη και συνεπώς δήθεν οφειλέτη τον εγκαλούντα.

Ειδικότερα, εμφανιζόμενος με τα στοιχεία ταυτότητας του εγκαλούντος, ως δήθεν φερέγγυος και με ικανά περιουσιακά στοιχεία, στις 27-1-2003, έλαβε από υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη δάνειο ύψους 3.000 ευρώ. στις 28-1-2003 από το υποκατάστημα Κατερίνης της Εμπορικής Τράπεζας πίστωση 3.000 ευρώ για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... 8560 πιστωτική κάρτα Telebank Credit, στις 7-3-2003 από το υποκατάστημα 253 Θεσσαλονίκης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος δάνειο ύψους 3.000 ευρώ, στις 9-4-2003 από υποκατάστημα της ίδιας τράπεζας πίστωση για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... 7046 πιστωτική κάρτα ...

και η οποία στις 12-8-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 3.597,13 ευρώ, στις 13-5-2003 από το ευρισκόμενο στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα Καλλιδοπούλου 430 της Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος πίστωση για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... 2318 πιστωτική κάρτα Visa Χρυσή και η οποία στις 13-8-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 3.286 ευρώ, κατά το μήνα Ιούνιο του 2003 και σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, από το υποκατάστημα της ΑΙΡΗΑ BANK, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Μητροπόλεως 17 πίστωση για την οποία εκδόθηκε πιστωτική κάρτα Aspis Bank Visa και η οποία την 1-9-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 3.571,32 ευρώ και τέλος από το ίδιο υποκατάστημα έλαβε στις 11-8-2003 καταναλωτικό δάνειο, το οποίο την 1-9-2003 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 3.000 ευρώ.

Από τη προαναφερθείσα παράνομη δραστηριότητα του ο κατηγορούμενος αποκόμισε, σύμφωνα με τον αρχικό του σκοπό, συνολικά 22.454,45 ευρώ, δεδομένου ότι ουδέποτε επέστρεψε το ποσό αυτό, ως όφειλε, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τις ανωτέρω τράπεζες, αφού αυτές προέβησαν σε διάθεση των περιουσιακών τους στοιχείων, στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν ότι η συναλλαγή δεν έγινε με τον φερόμενο ως δανειολήπτη, αλλά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος εμφανίσθηκε με ψευδή στοιχεία ταυτότητας και δεν είχε τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις του, όσο και τον εγκαλούντα, ο οποίος εμφανιζόταν, εν αγνοία του, αναληθώς έναντι των τραπεζών ως οφειλέτης.

Περαιτέρω από την επανειλημμένη κατ' άρθρο 13 περ. στ' Π.Κ. τέλεση της πράξεως της απάτης εκ μέρους του κατηγορουμένου, σε διαφορετικούς χρόνους και εις βάρος διαφορετικών προσώπων, καταδεικνύεται αφενός μεν η πρόθεση του να διασφαλίζει για τον εαυτό του εισροή εσόδων, αξιόλογου ύψους, σε κύρια και τακτική βάση, αφετέρου η σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του.

Θα πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, ομολόγησε ότι υφάρπαξε το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα του εγκαλούντος, το οποίο στη συνέχεια ανακλήθηκε με την από 6-8-2003 απόφαση του Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας …, ως εκδοθέν συνεπεία υφαρπαγής, πλην όμως ισχυρίζεται ότι στην πράξη του αυτή προέβη μετά από συνεννόηση με τον εγκαλούντα, ενώ όσον αφορά στην κατηγορία της απάτης, ότι η δράση του περιορίζεται μόνο στην κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την οποία είχε γραπτή εξουσιοδότηση από τον ίδιο τον εγκαλούντα, ενώ αυτός (ο κατηγορούμενος) δεν επιδίωκε ούτε προσπορίσθηκε κανένα περιουσιακό όφελος, αφού τα ποσά των δανείων τα έλαβε ο εγκαλών.

Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί προσκρούουν στην κοινή λογική, διότι εάν γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ως αντιπρόσωπος του εγκαλούντος για την κατάθεση των δικαιολογητικών, τότε καταλήγουμε στο άτοπο συμπέρασμα ότι η σχετική εντολή είχε δοθεί από τον εγκαλούντα στον εαυτό του, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε στις τράπεζες με το αληθινό του όνομα, αλλά ψευδώς με το όνομα του εγκαλούντος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση, ως άτομο ενεργών τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και συνήθεια." Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέο αποδεικτό στοιχείο την από 23-1-2013 εξουσιοδότηση, με την οποία φέρεται ο εγκαλών να εξουσιοδοτεί τον αιτούντα για λήψη τραπεζικών δανείων συνολικού ποσού 16.000 ευρώ στο όνομα και για λογαριασμό του εγκαλούντος και για την οποία ισχυρίζεται ότι δεν την έλαβε υπόψη το δικαστήριο που τον καταδίκασε.

Από την επισκόπηση του επικαλούμενου εγγράφου, που προσκομίζεται σε φωτοτυπικό αντίτυπο, δεν αναγράφονται ευκρινώς σ' αυτό τα στοιχεία του προσώπου, που θεώρησε το γνήσιο της φερόμενης ως υπογραφής του εγκαλούντος, ούτε και η αποτύπωση της σφραγίδας είναι ευκρινής. Σε κάθε, όμως, περίπτωση και ανεξάρτητα από το ότι το σχετικό έγγραφο δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των εγγράφων που αναγνώστηκαν, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό είχε τεθεί υπόψη και αξιολογήθηκε αποδεικτικά από το Τριμελές Εφετείο κατά τη σχετική δίκη και κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του για την ενοχή του αιτούντος, όπως προκύπτει από την παραδοχή της απόφασης "....Πλην όμως ισχυρίζεται ότι στην πράξη του αυτή προέβη μετά από συνεννόηση με τον εγκαλούντα, ενώ όσον αφορά την κατηγορία της απάτης, ότι η δράση του περιορίζεται μόνο στην κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την οποία είχε γραπτή εξουσιοδότηση...".

Επομένως δεν πρόκειται για νέο γεγονός ή νέο αποδεικτικό στοιχείο κατά την έννοια του νόμου.

Περαιτέρω, ο αιτών επικαλείται σαν νέα αποδεικτικά στοιχεία και τα ακόλουθα : 1]. Την από 13-8-2005 βεβαίωση του AT Λ. Π. …, η οποία αναφέρεται σε άκαρπη έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ΤΑ Κατερίνης στην κατοικία και στο ιδιόκτητο ΙΧΕ αυτοκίνητο του αιτούντος με σκοπό την αναζήτηση του ΔΑΤ ...-1-2003/ΤΑ Κατερίνης.

Το αποδεικτικό στοιχείο, όμως, αυτό δεν εκτιμάται σαν στοιχείο με αξιόλογη αποδεικτική βαρύτητα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι, αν προσκομιζόταν, θα είχε καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση της τελικής κρίσης του δικαστηρίου για την πράξη της απάτης. 2]. Την από 22(ή 28)/1/2003 απόδειξη της ιδιωτικής εταιρείας μεταφορών (courier) ACS για φερόμενη αποστολή από τον εγκαλούντα προς τον αιτούντα αίτησης και σχετικών δικαιολογητικών (φορολογική δήλωση, φωτοτυπία ΔΑΤ εγκαλούντος κλπ.), που θα συνυπέβαλε ο δεύτερος για λήψη δανείου στο όνομα και για λογαριασμό του πρώτου.

Από τα πρακτικά και το περιεχόμενο της καταδικαστικής απόφασης δεν προκύπτει ότι είχαν τεθεί υπόψη του Τριμελούς Εφετείου τέτοια έγγραφα, ενώ στον φάκελο της κρινόμενης υπόθεσης υπάρχει μόνο η παραπάνω απόδειξη σε δύο φωτοτυπικά αντίτυπα, στα οποία μάλιστα σημειώνονται διαφορετικοί χρόνοι παράδοσης (22-1-2003 στο ένα και 28-1-2003 στο άλλο).

Πάντως, και στην περίπτωση που τα έγγραφα αυτά θεωρηθούν υπαρκτά γεγονότα και νέες αποδείξεις, δεν εκτιμάται ότι έχουν τέτοια και τόση αποδεικτική βαρύτητα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι, καθεαυτό ή συνδυαστικά με όσα είχαν προσκομιστεί κατά την εφετειακή δίκη, θα καθιστούσαν φανερή την αθωότητα του αιτούντος για την πράξη που καταδικάστηκε ή την καταδίκη του για έγκλημα ελαφρύτερο από αυτό για το οποίο καταδικάστηκε. 3] Δύο τραπεζικές αποδείξεις (μία της Εθνικής Τράπεζας και μία της ALPHA BANK), με τις οποίες ο αιτών ισχυρίζεται ότι απέστε/λε στον εγκαλούντα και σε δικηγόρο του εγκαλούντος τα ποσά των 1.500 και 400 ευρώ, αντίστοιχα, προερχόμενα από δάνειο που έλαβε για λογαριασμό του εγκαλούντος.

Τέτοιες αποδείξεις δεν υπάρχουν στον φάκελο της δικογραφίας, αλλά και αν υπήρχαν και είχαν προσκομιστεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εκτιμάται ότι δεν θα είχαν σημαντική συμβολή στην κρίση του για ενοχή του αιτούντος. Και 4) Την 49062/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία φέρεται ότι ο εγκαλών έχει καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλάκισης πενήντα τεσσάρων (54) μηνών για τις πράξεις της απάτης σε δικαστήριο, της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του αιτούντος μετά την από 28-8-2003 έγκληση του τελευταίου.

Όπως, όμως, προέκυψε από σχετική έρευνα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η επικαλούμενη απόφαση έχει εκδοθεί σε δίκη με άλλον κατηγορούμενο (την Ε. Λ.) και είναι αναβλητική, ενώ η προαναφερόμενη έγκληση του αιτούντος έχει απορριφθεί ως εντελώς ψευδής με τη διάταξη Α2004/2387/55/28-9-2006 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης Γεωργίου Καντζίδη.

Συνεπώς, η απόφαση αυτή είναι πλαστό αποδεικτικό στοιχείο και δεν έχει καμία νομική αξία για την κρινόμενη υπόθεση. Επίσης πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 ΚΠΔ, να αποσταλούν, με επιμέλεια του γραμματέα, επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας απόφασης, της πλαστής απόφασης, της κρινόμενης αίτησης επαναλήψεως διαδικασίας, της από 28-8-2003 έγκλησης του αιτούντος και της απορριπτικής της εισαγγελικής διάταξης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας για τις δικές του ενέργειες. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση δεν συνιστούν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας, καθώς αφορούν ισχυρισμούς που αμφισβητούν απλώς την ορθότητα των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και επιδιώκουν τον ουσιαστικό επανέλεγχο αυτής από το Άρειο Πάγο, με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο που την εξέδωσε.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας και για αναστολή εκτέλεσης της ένδικης απόφασης και να καταδικαστεί ο απών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2015 αίτηση του Α. Μ. του Κ. για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 875/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και για αναστολή εκτέλεσης αυτής.

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Διατάσσει την αποστολή των εγγράφων που αναφέρονται στο σκεπτικό προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας για τις δικές του ενέργειες.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ