Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment and contract law grounds regarding debt assumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's final judgment. The appellants argued that the lower court violated substantive law regarding debt assumption and unjust enrichment, claiming they were enriched without legal cause. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient to establish that the appellants benefited from the debt assumption without paying the agreed balance, thereby constituting unjust enrichment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 478 and 904 of the Civil Code; The court held that where a third party promises to pay a debtor's debt, the creditor cannot claim rights under that promise if the debt is extinguished, and unjust enrichment arises when the creditor retains a benefit without legal cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1715 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1715/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Μ. θυγ. Δ. Μ. και 2. Ε. θυγ. Δ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ζαρναβέλη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ.-Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αγιασοφίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 668/2005 μη οριστική 251/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 89/2008 μη οριστική και 595/2009 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5-4-2011 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 829/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αιτούσες την από 30-7-2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 7-12-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 595/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 3/7/2006 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών και εξαφανίστηκε η 251/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση της, αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής αποζημίωσης από αθέτηση σύμβασης άφεσης χρέους. Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά τη βάση αυτή, ερευνώντας δε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά τη βάση αυτή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, κατ' ισομοιρίαν, το ποσό των 24.651,50 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.
Κατά το άρθρο 478 ΑΚ: "Αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή". Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα.
Η σύμβαση αυτή, καλούμενη σύμβαση ελευθέρωσης, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός. Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α' ΑΚ: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικά της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος πώλησε στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του από 22,53% και ειδικότερα τα 11,275% εξ αδιαιρέτου σε κάθε εναγομένη επί ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 23.705,06 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "Αγία Μαρίνα" της περιφέρειας του Δήμου Λευκάδας ... Το τίμημα της παραπάνω πωλήσεως συμφωνήθηκε στο ποσό των 20.000.000 δρχ. Από το τίμημα αυτό ο ενάγων έλαβε από τις εναγόμενες σε μετρητά ποσό 11.600.000 δρχ. κατά την κατάρτιση του συμβολαίου, ενώ ποσό 8.400.000 δρχ. ανέλαβαν αυτές να καταβάλουν στο Υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος στη Λευκάδα προς εξόφληση χρέους του ενάγοντος.
Ειδικότερα, στο παραπάνω συμβόλαιο αναγράφηκε ρητά ότι ποσό 8.400.000 δρχ. "οι αγοράστριες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν στο Υποκατάστημα της ΑΤΕ Λευκάδας προς εξόφληση του αναλογούντος ποσοστού του πωλητή εις το χρέος το οποίο κατέλιπε ο κατά το έτος 1981 αποβιώσας πατέρας του πωλητή ... και το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό του της κληρονομιάς, ήτοι των 9/48 της άνω καταβολής του χρέους, θεωρούμενης καταβολής του τιμήματος.
Το παραπάνω ποσό περιλαμβάνει κεφάλαιο, τόκους κοινούς και υπερημερίας, έξοδα κ. ο. κ. μέχρι της σήμερον, κάθε επαύξηση του συγκεκριμένου χρέους θα βαρύνει τις αγοράστριες οι οποίες αποδέχτηκαν εις ολόκληρον το παραπάνω χρέος και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 471 επ. ΑΚ". Από την παραπάνω διατύπωση στο συμβόλαιο αυτό προκύπτει ότι για την εξόφληση του τιμήματος της παραπάνω πωλήσεως οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση απέναντι στον ενάγοντα να πληρώσουν χρέος του προς την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, χωρίς η τράπεζα αυτή να αποκτά κανένα δικαίωμα απέναντι στις εναγόμενες για την είσπραξη της οφειλής του ενάγοντος, αφού δεν έγινε καμία συμφωνία μεταξύ των εναγόμενων και αυτής που να αφορά την απαλλαγή του ενάγοντος από την εξόφληση του χρέους.
Έτσι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων έχει το χαρακτήρα της απλής συμβάσεως ελευθερώσεως χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ αυτών που συμβλήθηκαν στη σύμβαση αυτή. Οι εναγόμενες όμως δεν κατέβαλαν στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος το παραπάνω ποσό των 8.400.000 δρχ.
που αφορούσε το χρέος του ενάγοντος προς αυτήν. Ο ενάγων απηύθυνε στις εναγόμενες την από 1.12.2004 εξώδικη πρόσκληση μετά διαμαρτυρίας, η οποία επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 6.12.2004. Με την παραπάνω εξώδικη πρόσκληση ο ενάγων καλούσε τις εναγόμενες εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την επίδοση της σ' αυτές να του καταβάλουν το ποσό των 8.400.000 δρχ.
ή 24.651,50 ευρώ εις ολόκληρον η καθεμία με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από τις 14.3.1997, καθόσον αυτός αναγκάστηκε να προβεί με δικά του χρήματα σε εξόφληση της παραπάνω οφειλής προς την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος. Πλην όμως από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 26.11.2004 βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος προκύπτει ότι δεν υπάρχουν οφειλές στο κατάστημα αυτής στη Λευκάδα αυτού ως οφειλέτη είτε ως κληρονόμου του Δ.
Κ. ούτε εις βάρος λοιπών κληρονόμων του Δ. Κ.. Από τη βεβαίωση αυτή δεν προκύπτει το ποσό που καταβλήθηκε και από ποιον καταβλήθηκε, ώστε αν αυτό καταβλήθηκε από τον ενάγοντα αποτελεί τη ζημία που αυτός υπέστη από την αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως των εναγομένων να καταβάλουν στην παραπάνω τράπεζα το χρέος του ενάγοντος.
Επίσης, από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος του υποκαταστήματος Λευκάδας που προσκομίζεται από τις εναγόμενες προκύπτει ότι από την έρευνα που έγινε στο υποκατάστημα της τράπεζας αυτής στη Λευκάδα δε φαίνεται ότι καταβλήθηκε σ' αυτό από κανέναν οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό τους.
Εξάλλου, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 89/2008 μη οριστικής αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου δεν προσκομίστηκε από τον ενάγοντα βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος του υποκαταστήματος Λευκάδας από την οποία να προκύπτει ότι αυτός κατέβαλε το ποσό που αφορούσε το χρέος του προς την τράπεζα αυτή, την υποχρέωση καταβολής του οποίου ανέλαβαν οι εναγόμενες.
Ενόψει αυτών δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξόφλησε το χρέος που ανέλαβαν οι εναγόμενες και ως εκ τούτου αυτός δεν υπέστη καμία ζημία, ώστε να δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό των 8.400.000 δρχ. ή 24.651,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 14.3.1997, επόμενη ημέρα της καταρτίσεως του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πωλήσεως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείουσες να του καταβάλουν, κατ' ίσα μέρη, το ανωτέρω ποσό των 24.651,50 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την αθέτηση της πιο πάνω σύμβασης ελευθέρωσης χρέους και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει αντιθέτως.
Ακολούθως, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προέβη στην έρευνα της στηριζόμενης στο άρθρο 904 AK επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, που δεν είχε εξετασθεί πρωτοδίκως, και δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από το από 11.11.2004 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (υποκατάστημα Λευκάδας) προκύπτει ότι οι εναγόμενες δεν κατέβαλαν χρήματα στην παραπάνω τράπεζα για οφειλές του πατέρα του ενάγοντος, ενώ από το υπ' αριθ.
πρωτ. ... έγγραφο της παραπάνω τράπεζας προς τις εναγόμενες προκύπτει ότι δε φαίνεται ότι καταβλήθηκε στην τράπεζα αυτή από κανέναν οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό τους. Οι εναγόμενες αθέτησαν την υποχρέωση τους να καταβάλουν στην παραπάνω τράπεζα το ποσό των 8.400.000 δρχ. ή 24.651,50 ευρώ που αφορούσε χρέος του πατέρα του ενάγοντος προς την τράπεζα αυτή.
Έτσι, αυτές ωφελήθηκαν από την παρακράτηση του παραπάνω πoσoύ και κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή κατά την ως άνω βάση της και υποχρέωσε καθεμία από τις εναγόμενες- αναιρεσείουσες να καταβάλουν στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.325,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 και 478 AK. Τούτο, διότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτήν και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται ο, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουτισμός των αναιρεσειουσών σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτές (αναιρεσείουσες) ωφελήθηκαν κατά το πιο πάνω ποσό των 24.651,50 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος (με την προαναφερθείσα σύμβαση πώλησης) δεδομένου ότι δεν έλαβε χώραν εκ μέρους τους καταβολή του ποσού αυτού προς την ΑΤΕ, για εξόφληση αντίστοιχου χρέους του αναιρεσιβλήτου προς την τελευταία (όπως είχε συμφωνηθεί με την παραπάνω σύμβαση) και το οποίο (χρέος), όπως ρητά δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υφίσταται πλέον.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Περαιτέρω, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 904 AK.
Τούτο, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό της εν λόγω εφαρμοστέας διάταξης, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ότι οι αναιρεσείουσες δεν κατέβαλαν στην Α.Τ.Ε το ποσό των 8.400.000 δρχ.
ή 24.651,50 ευρώ, όπως είχε συμφωνηθεί με την προαναφερθείσα σύμβαση πώλησης, το οποίο και ήταν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, με συνέπεια να καταστούν πλουσιότερες χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό αυτό σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος για την πώληση του ακινήτου του στις αναιρεσείουσες εισέπραξε έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των 20.000.000 δραχμών μόνο εκείνο των 11.600.000 δραχμών.
Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης η αναφορά του λόγου για τον οποίο δεν οφείλεται πλέον (εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου) το ως άνω ποσό των 8.400.000 δρχ στην Α.Τ.Ε και του χρόνου από τον οποίο το χρέος αυτό έπαυσε να υπάρχει, καθόσον κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω είναι ο, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουτισμός των αναιρεσειουσών σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου και για το ζήτημα αυτό το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, με τον οποίο μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/4/11 αίτηση των Μ. και Ε. Μ., για αναίρεση της 595/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ