Supreme Court allows appeal against lower court's contradictory ruling on future income loss damages due to health prognosis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the rejection of a claim for future income loss damages from 2011 to 2057. The lower court issued contradictory findings by first stating the appellant could not work due to severe injuries but later suggesting a re-examination of the claim because there were hopes for health improvement. The court found this inconsistency made a review of the substantive law provisions impossible, rendering the lower court's reasoning flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision if the reasoning contains contradictions that render the application of substantive law provisions impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1715 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1715/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Γ.Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Κ.Κ., 2) Δ.Κ, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/7/2002 και 20/6/2003 κύριες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 30/7/2002 και 20/7/2003 παρεμπίπτουσες αγωγές της 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13559/2004 προδικαστική και 14977/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1611/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/9/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1356/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 13/11/2008 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1787/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ως άνω αναιρεσείων με την από 23/11/2009 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 2/5/2008 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του και την απόρριψη των άλλων λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 9116 και 9117/22-1-2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Βέροιας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα στους απόντες πρώτο και δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους (Κ. και Δ.Κ.). Επίσης από τις 3841 και 3842/9-10-2007 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι στους αναιρεσίβλη-τους αυτούς έχει επιδοθεί και αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 4 Ν ΓΠΝ/1911), προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Οι έννοιες της υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν καθευτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδους σχέσης μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσον και ως προς το βαθμό (τη βαρύτητα) του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή όχι της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος. Και τούτο διότι η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη.
Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής αποτελέσματα (ΟλΑΠ 6/2009).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ, 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο αναιρεσείων πεζός παρασύρθηκε και τραυματίστηκε από το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8 Δεκεμβρίου 2001 και περί ώρα 2.45, ο πρώτος εναγόμενος Κ.Κ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. ...ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του δεύτερου εναγομένου προστηθείς από αυτόν στην οδήγηση τούτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία *Εθνική ΑΕΕΓΑ* εκινείτο στην πόλη της Θεσσαλονίκης επί της οδού Γιαννιτσών με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλεως.
Η οδός Γιαννιτσών στο ύψος όπου διασταυρώνεται με την οδό Μαζαράκη έχει πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρων, χωρίζεται δε με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας. Κατά την ίδιο χρόνο ο ηλικίας 25 ετών ενάγων Γ.Γ. ευρισκόμενος στη γωνία των οδών Γιαννιτσών και Μαζαράκη επιχείρησε πεζός να διανύσει διαγώνια τη διασταύρωση των ως άνω οδών από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, προκειμένου να κατευθυνθεί στο όχημά του που είχε παρκαρισμένο στο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο το εν λόγω αυτοκίνητο, και ενώ είχε διανύσει το προς το κέντρο της πόλεως ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς και το 1/3 περίπου του αντιθέτου ρεύματος, παρασύρθηκε από το ΙΧΕ αυτοκίνητο και συγκεκριμένα τούτο επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του επί του πεζού, τον οποίο εξετίναξε για αρκετά μέτρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Σημειωτέον ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύκτα με τεχνητό φωτισμό αμυδρό, η κατάσταση της οδού ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, η ορατότητα στο σημείο αυτό δεν περιορίζεται, ενώ βρέθηκαν καθαρά ίχνη τροχοπεδήσεως προερχόμενα από το ζημιογόνο όχημα, μήκους 14μ που συνεχίζονταν και μετά το σημείο παράσυρσης του πεζού, στα οποία αντιστοιχεί ταχύτητα 50 χ/ω, χωρίς να υπολογισθεί αυτή που απορροφήθηκε από τη σύγκρουση. ...
Υπό τα ως άνω δεδομένα το ένδικο ατύχημα και ο εντεύθεν σοβαρότατος τραυματισμός του πεζού οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα-αμέλεια του ίδιου και του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο τελευταίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται και που κάθε συνετός οδηγός θα κατέβαλε κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες και την κοινή λογική και πείρα.
Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο ότι δεν είχε κατά την οδήγηση του οχήματός του την απαιτούμενη προσοχή και νηφαλιότητα, καθόσον ήταν μεθυσμένος, ώστε να μπορεί εγκαίρως να αντιληφθεί κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο και να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, νύκτα με αμυδρό φωτισμό, αλλά εκινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, καθόσον επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί καθυστερημένα τον ενάγοντα πεζό, ο οποίος είχε διανύσει ολόκληρο το αντίθετο προς αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας και το 1/3 περίπου του ρεύματος, όπου αυτός εκινείτο, και να τον κτυπήσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του, ενώ εάν ήταν περισσότερο προσεκτικός θα μπορούσε να αποφύγει την παράσυρση του πεζού με πιο έγκαιρη τροχοπέδηση του οχήματός του ή με αποτελεσματικό ελιγμό προς τα δεξιά.
Συνυπαίτιος όμως για τον τραυματισμό του είναι και ο παθών, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, επιχείρησε βιαστικά να διασχίσει διαγώνια την ανωτέρω οδό από σημείο, όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών χωρίς, πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σ' αυτό και να λάβει υπόψη του την ταχύτητά τους και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίζει την κυκλοφορία αυτών, διότι αν πράγματι είχε ελέγξει, θα αντιλαμβανόταν τα φώτα, καθόσον ήταν νύκτα, του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενόψει του ότι στο σημείο εκείνο η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιορίζεται.
Η προαναφερόμενη συμπεριφορά του παθόντος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επισυμβάν τροχαίο ατύχημα και συνιστά συντρέχον πταίσμα του στην επέλευση του επιζήμιου γι' αυτόν αποτελέσματος. Έτσι, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων και παραλείψεων του οδηγού και του πεζού, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μεν οδηγός ευθύνεται κατά ποσοστό 60% για την επέλευση του ατυχήματος και τα αποτελέσματά του, ο δε πεζός κατά ποσοστό 40% ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί της υπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του και αφενός μεν μείωσε το ποσό της αποζημίωσης αυτού για τη θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη, κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, αφετέρου δε έλαβε υπόψη το ποσοστό αυτό συνυπαιτιότητας για τον καθορισμό της οφειλόμενης, λόγω της αναπηρίας του πρόσθετης χρηματικής παροχής και της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αυτού λόγω ηθικής βλάβης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν ζημιών του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται σαφώς, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είχε σε λειτουργία τα φώτα του, ότι η οδός στο μέρος εκείνο ήταν ευθεία και δεν περιοριζόταν η ορατότητα και ότι εντεύθεν ο αναιρεσείων πεζός, αν είχε ελέγξει την κίνηση της οδού πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, θα είχε αντιληφθεί την προσέγγιση του αυτοκινήτου και δεν θα είχε παρεμβληθεί στην πορεία του.
Οι ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης που επικαλείται ο αναιρεσείων, ήτοι ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή πόσα μέτρα είναι ευθεία η οδός, η απόσταση από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί ο αναιρεσείων τα φώτα του αυτοκινήτου, αν ο οδηγός αυτού έκανε χρήση των φώτων πορείας και αν αυτά φωτίζουν σε απόσταση μεγαλύτερη των 40 μ που ορίζει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, καθώς και ότι δεν καθορίζεται η ακριβής ταχύτητα, με την οποία το αυτοκίνητο έβαινε κατά το χρόνο του ατυχήματος και συγκεκριμένα πόσο αυτή υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, με το να καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσείοντος σε 40% και του οδηγού του αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσιβλήτου σε 60%, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 25 και τη θεσπιζόμενη με αυτή αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 928 ΑΚ σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από άλλα, και το εισόδημα που το πρόσωπο αυτό θα απωλέσει στο μέλλον εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία λόγω της βλάβης αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία λόγω του σοβαρού τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο παθών πάσχων από τετραπάρεση αδυνατεί πλήρως να εργασθεί σε οποιαδήποτε εργασία όσο ελαφριά και να είναι από άποψη μυϊκής δύναμης και πνευματικής προσπάθειας, εφόσον στερείται καθαρού προφορικού λόγου, καθαρής όρασης (λόγω διπλωπίας), συναισθηματικής έκφρασης, συντονισμένης χρήσης άνω άκρων, δυνατότητα καθεστηκυίας θέσεως χωρίς υποστήριξη, στάσης σε όρθια θέση και βάδισης, ενώ δεν διαφαίνεται προοπτική περαιτέρω βελτίωσης της καταστάσεώς του (βλ ιατρική πραγματογνωμοσύνη της νευρολόγου Α.Κ.).
Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών διένυε το 25ο έτος της ηλικίας του και είχε συμπληρώσει τις σπουδές του ως εφαρμοστής - συντηρητής - εργοδηγός, είχε δε προσληφθεί στην επιχείρηση του Φ.Μ., εργασία από την οποία αποκέρδαινε μηνιαίως το ποσό των 750 ευρώ, προσαυξανομένου ετησίως, κατά ποσοστό 3%. Ήδη, όμως, λόγω του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία με αποτέλεσμα να απωλέσει τα εισοδήματα από την εργασία αυτή, τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2010.
Για το επόμενο επίδικο χρονικό διάστημα (δηλαδή μετά την 1-1-2011 και μέχρι 31-12-2057) η σχετική αγωγική αξίωση του ενάγοντος πρέπει να επανεξετασθεί γιατί καταλείπονται ελπίδες βελτιώσεως της υγείας του, η οποία (κατάσταση της υγείας του) δεν μπορεί με βεβαιότητα να προβλεφθεί από τώρα ενόψει του ότι σύμφωνα και με την έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης με την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνης ιατρού νευρολόγου Α.Κ., ο παθών λόγω της καταστά-σεως της υγείας του, δεν μπορεί να εργασθεί ισοβίως με βάση τα σημερινά ιατρικά δεδομένα ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την προαναφερόμενη αξίωση αποζημίωσής του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2057. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές διατάξεις ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα. Και τούτο διότι, ενώ στην αρχή δέχεται ότι ο παθών αναιρεσείων αδυνατεί πλήρως να εργαστεί σε οποιαδήποτε εργασία, εξαιτίας των αναφερομένων σοβαρών παθήσεών του, που οφείλονται στον τραυματισμό του κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, και ότι δεν διαφαίνεται προοπτική για περαιτέρω βελτίωση της κατάστασής του, στη συνέχεια κρίνει αντιφατικά ότι για το μετά την 1-1-2011 επίδικο χρονικό διάστημα η αγωγική αξίωση πρέπει να επανεξεταστεί γιατί καταλείπονται ελπίδες για βελτίωση της υγείας του και η κατάστασή της δεν μπορεί να προβλεφθεί από τώρα.
Οι αντιφατικές αυτές αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση του ίδιου λόγου κατά το μέρος που αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της απόρριψης της αγωγής που αφορά τη ζημία του ενάγοντος-αναιρεσείοντος από απώλεια εισοδημάτων για επόμενο από 1-1-2011 και μέχρι 31-12-2057 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1611/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιο της απόρριψης της αγωγής που αφορά τη ζημία του ενάγοντος-αναιρεσείοντος για το επόμενο από 1-1-2011 και μέχρι 31-12-2057 χρονικό διάστημα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ