Legislator Case Law & Legislation
1715/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment upholding will validity due to lack of testamentary capacity evidence.

Case Number 1715/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second instance court's decision regarding the validity of a public will. The appellant argued the testator lacked mental capacity, but the court found no specific medical evidence or hospitalization records proving incapacity at the time of signing. Consequently, the court ruled the will valid and rejected the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party during the appeal period does not automatically invalidate the proceedings, and an appeal based on lack of testamentary capacity fails without concrete medical evidence proving incapacity at the time of the will's execution.

Keywords

AI generated
testamentary capacity public will validity appeal dismissal mental health evidence civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 291 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1715 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1715/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπή-θηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Σινανιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι δύο πρώτες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αλαβάνο-Τσαπαλήρα, ο οποίος δήλωσε ότι η τρίτη απεβίωσε στις 25/7/2008 και σύμφωνα με το υπ'αριθ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών που κατατέθηκε στη γραμματεία, κληρονομήθηκε από τις θυγατέρες της α. Ψ3α και β. Ψ3β που ήδη ως δεύτερη αναιρεσίβλητη, συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4863/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6724/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-5-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Παράλληλα ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.

Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται με κοινοποίηση δικογράφου, που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ στοιχεία και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει διακοπεί. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι η τρίτη από αυτές απεβίωσε στις 25.7.2008 και κατέλιπε ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμους της τις θυγατέρες της Ψ2 (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) και Ψ3α, η πρώτη εκ των οποίων δήλωσε ότι παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη.

Ο θάνατος της ως άνω αναιρεσίβλητης και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου, το αντίστοιχο πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως, ως και το με αριθ.993/2009 πσκ του Γραμματέα πρωτοδικών Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την .... έκθεση επιδόσεως του δικ επιμελητού του Πρωτοδικείου Σύρου ..., ακριβές αντίγραφο της από 18.12.2008 προσκλήσεως επαναλήψεως διακοπείσης δίκης, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 4.3.2009 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην Ψ3α, ως εξ' αδιαθέτου κληρόνομο της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 21/4/2000 απεβίωσεν ενταύθα (στο Μαρούσι) άνευ τέκνων και εις ηλικίας 87 ετών η Γ1, κάτοικος εν ζωή ...

Αττικής. Αυτή κατέλιπε την από ... ιδιόγραφο διαθήκη της νομίμως δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία, δια των υπ' αριθμ. 3516/23-6-2000 και 1 17/19-1-2001 πρακτικών και αποφάσεως αντιστοίχως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας μεταξύ άλλων τετιμημένων κατέλιπε και τον ενάγοντα εις το ως κατωτέρω περιουσιακό στοιχείο της, δια το οποίον ώρισε: "Το ήμισυ 1/2 της κυριότητος που ανήκει σε εμένα από το ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή της πόλεως της Τήνου...

ή οποιοδήποτε ποσοστόν του άνω ακινήτου θα ανήκει σε εμένα κατά το θάνατο μου, διαθέτω ως εξής: α) την περιοχή της επάνω σκάλας του αγροκήπου του άνω ακινήτου, που βρίσκεται στο Βόρειο τμήμα, του με τα επ' αυτού κτίσματα, ήτοι δύο συνεχόμενες ισόγειες αποθήκες και του παραπλεύρου οικίσκου (χωριάτικη κουζίνα) με δύο δωμάτια πάνω από τις δύο αποθήκες και τουαλέττα W.C και του περιστερώνα επί του δώματος μετά τμήματος του κήπου πλάτους περίπου 2,50 - 3 μέτρων και κατά μήκος από την σκάλα (συμπεριλαμβανομένης της επάνω σκάλας) προς τα δύο δωμάτια κατά μήκος και μέχρι της μεσοτοιχίας του τοίχου της Αγίας Βαρβάρας και ενός διαδρόμου πλάτους δύο μέτρων προς το ανατολικό όριο του άνω ακινήτου, ο οποίος (διάδρομος) θα δίδει διέξοδο εις την περιοχήν της άνω σκάλας, προς την ανατολικήν εξώπορταν πλησίον του ακινήτου Καρδαμίτση, πλην του φρέατος και των δύο στερνών που θα παραμείνουν κοινόχρηστοι για όλους τους κληρονόμους, τα αφήνω κατά πλήρη κυριότητα στον ανηψιό του συζύγου μου Χ1 και της Γ2α και στην περίπτωση προαποβίωσεως του στις θυγατέρες του Γ2α και ...

κατ' ισομοιρίαν εξ αδιαιρέτου." Τούτο έπραξε η άνω διαθέτις, καθ' όσον την ιδίαν ημέραν της συντάξεως της διαθήκης της (24/3/1989) και ο σύζυγος της Γ2 αποβιώσας την 21/8/1998 συνέταξε επίσης ιδιόγραφον διαθήκη νομίμως δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία, δια της οποίας κατέλιπε την ιδίαν ως άνω περιοχήν εις τον ενάγοντα ανηψιόν του, κατά το υπόλοιπο, ήτοι εν δεύτερον που του ανήκε.

Επίσης η άνω διαθέτις κατέλιπε την υπ' αριθμ. ... δημοσία διαθήκη της, συνταγείσα ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Βικτωρίας συζ. Θωμά Παπαευαγγέλου, δια της οποίας ώρισε ότι το μερίδιο της από την περιοχή που περιγράφει στην ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη, να το πάρει η μικρανηψιά της, εγγονή της αδελφής της Ψ3, Ψ1, νυν πρώτη εναγομένη.

Η άνω αποβιώσασα από του έτους 1995 έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια-στεφανιαία νόσο, ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, ηλεκτρολυτικές διαταραχές - υποθυρεοειδισμό, δια τα οποία ενοσηλεύθη κατά διάφορα χρονικά διαστήματα εις το Ιατρικό Κέντρο Αθηνών και δη από 19/6/1995 έως 26/6/1995 (μετά εξαετίαν περίπου από της συντάξεως της ιδιογράφου διαθήκης) και από 15/3/1998 έως 1/4/1998 ήτοι τρεις μήνες μετά την κατά την 31/1/1998 σύνταξη της άνω δημοσίας διαθήκης της, προς δε και κατά διαστήματα ημερών, μέχρι του κατά την 21/4/2000 θανάτου της όπως φαίνεται από την υπό χρονοημερομηνία ...

βεβαίωση του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών. (Αυτή απεβίωσε εκ καρδιακής ανακοπής - λόγω καρδιακής ανεπαρκείας και λοιμώξεις του αναπνευστικού). Ουδαμού εις την άνω βεβαίωση αναφέρεται ότι η άνω Γ1 έπασχε από γενικευμένη αρτηριοσκλήρυνση με αγγειακής φύσεως εγκεφαλικές βλάβες με διαταραχές μνήμης προσανατολισμού και επικοινωνίας, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται.

Ο τελευταίος αυτός προσκομίζει την από ... βεβαίωση του Ιατρού ..., η οποία εχορηγήθη μετά τον θάνατον της διαθέτιδος και μετά την άσκηση της αγωγής, εις τον ενάγοντα, όπου το πρώτον γίνεται λόγος για αρτηριοσκλήρυνση και όπου αναφέρει τ' ανωτέρω, εντελώς αόριστα και αναιτιολόγητα ο ιατρός αυτός, ως παθολόγος (και) χωρίς να εκθέτει πως διέγνωσε τ' ανωτέρω, βάσει ποίων στοιχείων, διατί εξήτασε και εάν εξήτασε την διαθέτιδα και πότε, υπό ποίαν ιδιότητα και ποία η ανάγκη να την εξετάσει και να χορηγήσει στον ενάγοντα την βεβαίωση αυτής, καθ' όσον το εις την βεβαίωση αναφερόμενος ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής τους έβλεπε το ζεύγος Γ1,Γ2 και ως γιατρός συνεργαζόμενος με τους γιατρούς που τους εφρόντιζαν κατ' οίκον, ουδόλως αρκεί και ουδέν μαρτυρεί περί της καταστάσεως της υγείας της διαθέτιδος κατά τον χρόνον της συντάξεως της δημοσίας διαθήκης της.

Ούτω, διάγνωση και ιατρικές βεβαιώσεις, που να αφορούν πάθηση της διαθέτιδος, συνεπεία της οποίας αυτή δεν είχε συνείδηση των πράξεων της, ώστε να μη μπορεί να διαγνώσει την oυσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξεως ή ευρίσκετο σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιώριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεως της, ώστε να αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός αυτής με λογικούς υπολογισμούς, δεν έχουμε.

Εξ άλλου και ο μάρτυς του ενάγοντος γενικώς και αορίστως καταθέτει για την ψυχική υγεία της διαθέτιδος, χωρίς συγκεκριμένη πάθηση και χωρίς συγκεκριμένες ημερομηνίες και σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά (βλ. καταθ. ... κατά την οποίαν ενδεικτικά "η ασθένεια της ήτανε γεροντική άνοια απ' ό,τι κατάλαβα", γεγονός βέβαια που ούτε ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται ... "πιστεύω ότι δεν είχε συναίσθηση για την δημόσια διαθήκη", "είναι αδύνατον να την έκαμε ζώντος του συζύγου της και αφού είχε συντάξει την ιδιόγραφη μαζί με τον σύζυγό της" "για την μνήμη της δεν έπαιρνε κάτι για να ενισχυθεί, αλλά έπαιρνε για το ζάχαρο και την καρδιά").

Μετά πάντα ταύτα και λαμβανομένου υπ' όψη και του ότι δεν γίνεται επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος, ούτε, άλλωστε απεδείχθη ότι η διαθέτις Γ1 ενοσηλεύετο ή ενοσηλεύθη πλησίον του κρισίμου χρόνου της συντάξεως της δημοσίας διαθήκης της (31/1/1998) εις νευρολογικήν ή ψυχιατρικήν κλινική, ούτε υπεβλήθη ποτέ αίτηση εκ μέρους του ενάγοντος ή άλλων συγγενών του, για να τεθεί αυτή υπό δικαστικήν συμπαράσταση, .............

ενάγων δεν απέδειξε την ανικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξη διαθήκης κατά την 31/1/1998 ..... Δι' ο και η υπ' αριθμ. ... δημοσία διαθήκη της Γ1, είναι έγκυρη, αφού η συντάξασα είχε την δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξεως της αυτής και δεν απεκλείετο ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως της με λογικούς υπολογισμούς, Συνεπώς η αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα.

Το αυτό εδέχθη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η τ' αντίθετα υποστηρίζουσα έφεση είναι αβάσιμος και απορριπτέα κατ' ουσίαν..." Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, ως αβάσιμη την αγωγή του, δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση ...

ένορκη βεβαίωση της σ/φου Αθηνών Μαρίας Γιαννοπούλου - Μπάκα, που είχε ληφθεί νομίμως μετά την προηγουμένη νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων. Όμως από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων εγγράφων και την ...

ένορκη βεβαίωση της ως άνω συμβολαιογράφου, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτήν ή και την επιρροή της στα αποδεικτέα θέματα.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.5.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 6724/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ