Legislator Case Law & Legislation
1715/2008 AI generated

Supreme Court overturns lower court ruling on public sector employee reassignment to temporary director position under specific law.

Case Number 1715/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeals' decision regarding a public sector employee's reassignment to a temporary director position. The Court of Appeals had ruled in favor of the employee, citing specific statutory provisions, but the Supreme Court found this interpretation legally incorrect. The court determined that the relevant laws did not mandate such a reassignment for the specific employee category involved, leading to the reversal of the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Law 4332/1929; Art. 22 para. 7 of Law 3051/2002; The Supreme Court held that the specific statutory provisions do not impose an obligation on the public entity to reassign the employee to a temporary director position for the remainder of their tenure.

Keywords

AI generated
public sector employment temporary position reassignment director rank designation statutory interpretation administrative obligation civil procedure appeal public entity duties

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 4332/1929
Art. 22 para. 7 of Law 3051/2002
Art. 49 A of the House Rules
PD 307/1996
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1715 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1715/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σαρρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Πετρόγλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2452/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2564/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 9-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 4332/1929 κυρώθηκε η από 27-6-1929 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος "περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" με το άρθρο 1 της οποίας ιδρύθηκε αυτόνομος τραπεζικός oργανισμός κοινωφελούς χαρακτήρα με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος".

Η Τράπεζα αυτή (αναιρεσείoυσα) με το άρθρο 26 του ν. 1914/1990 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία από το χρόνο δημοσιεύσεως (σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις) στο Δελτίο Ανωνύμων Eταιρειών της Εφημερίδας της Kυβερνήσεως του νέου καταστατικoύ της, που στη συνέχεια καταρτίστηκε με την υπ.

αριθ. 4956/14-6-1991 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών .... (Φ.Ε.Κ. 2960, τ.. Α.Ε και Ε.Π.E., της 8-7-1991). Περαιτέρω, ορίζονται: α) Στη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3051/2002 ότι "υπάλληλοι του Δημοσίου και φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι υπηρετούν ή υπηρέτησαν ως μετακλητοί υπάλληλοι σε θέσεις Νομαρχών, Γενικών Γραμματέων Υπουργείων, Γενικών Γραμματέων Προϊσταμένων Γενικών Γραμματειών και Γενικών Γραμματέων Περιφερειών για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) τουλάχιστον, ετών, επανερχόμενοι στην υπηρεσία τους καταλαμβάνουν προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής τους θητείας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής τους.

Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ή του οικείου οργάνου διοίκησης καθορίζονται τα αντίστοιχα καθήκοντα". β) Στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 του νόμου 1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, ήτοι......ε) οι Τραπεζιτικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες στις οποίες, είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψnφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα Ελλάδος , η Εθνική Τράπεζα, η Κτηματική Τράπεζα, η Εμπορική Τράπεζα, η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως κ.α.".

γ) Στη διάταξη του άρθρου 51 του N. 1892/1990 (όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991) και με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα" ότι "o κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: ..... δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειoψηφία......".

δ) Στο άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 1914/1990 ότι "με κοινές αποφάσεις των Yπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και του κατά περίπτωση άλλου αρμόδιου υπουργού, φορείς του δημόσιου τομέα, κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, όπως επαναοριοθετήθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 μπορεί να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν εκάστοτε για το δημόσιο τομέα".

ε) Στο άρθρο 22 του ν. 1947/1991 ότι "1. η έξοδος φορέων από το δημόσιο τομέα, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 1914/1990...." μπορεί να είναι ολική ή μερική και γίνεται μόνο με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. 2. Με τον τρόπο που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο μπορεί να επαναφερθεί, ολικά ή μερικά, στο δημόσιο τομέα φορέας που βγήκε απ` αυτόν. 3.

Όσες οργανωτικές, ή άλλες διατάξεις, που αναφέρονται γενικά ή ειδικά στους φορείς που βγαίνουν από το δημόσιο τομέα και αφορούν στην έγκριση από οποιαδήποτε, ατομικά ή συλλογικά, κυβερνητικά ή άλλα κρατικά όργανα, αποφάσεων για προμήθειες, κάθε φύσης συμβάσεις, δάνεια και γενικά δαπάνες ή άλλες ενέργειες της διοίκησης των φορέων τούτων, καταργούνται από την έξοδο των φορέων αυτών από το δημόσιο τομέα, εκτός αν με τα προεδρικά διατάγματα της παραγράφου 12 του παρόντος προβλεφθεί, ολικά ή μερικά, κάτι άλλο".

στ) Στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 1 ν. 2527/1997, ότι "1. στις διατάξεις των κεφαλαίων Α', Β' και του παρόντος (Γ`) υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990.

Στον κατά τα ανωτέρω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνον υπάγονται επίσης:... οι Τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ. ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες". ζ) Στο ως άνω άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής "1.

Στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου, ο Πρόεδρος της Βουλής συγκροτεί από τα μέλη της, Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Tραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας. Η Επιτροπή λειτουργεί καθ` όλη τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου περιλαμβανομένου και του μεταξύ των συνόδων χρόνου.... 3. Η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου Επιτροπή διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό "ή επαναδιoρισμό ή ανανέωση θητείας", σε θέσεις Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητικού ή Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή εάν δεν υπάρχει Διευθύνων Σύμβουλος, των αναφερομένων στην παράγραφο 5 του άρθρου Δημοσίων Επιχειρήσεων, Tραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας.

Προς τούτο το αρμόδιο κυβερνητικό όργανο ή ο υπουργός, ο ασκών την εποπτεία επί της Δημοσίας Επιχειρήσεως, της Τραπέζης ή του Οργανισμού Κοινής Ωφελείας, γνωστοποιεί στον Πρόεδρο της Επιτροπής την πρόθεσή του να προβεί ή να προτείνει τον διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή ως Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή, εάν δεν υπάρχει Διευθύνων Σύμβουλος, ενός εκ των κατά την παρ. 5 του παρόντος άρθρου αναφερομένων νομικών προσώπων και υποβάλλει ταυτοχρόνως βιογραφικό σημείωμα του προτεινόμενου, περιέχον τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του "εντός πέντε (5) ημερών" από της υποβολής του βιογραφικού σημειώματος, η Επιτροπή συνέρχεται σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την οποία ακροάται τον προτεινόμενο και εντός τεσσάρων (4) το πολύ ημερών από της δημοσίας συνεδριάσεως διατυπώνει στον προτείνοντα Υπουργό με έγγραφη έκθεση τη γνώμη της περί του προτεινομένου.

Στην έκθεση καταχωρίζεται και η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. Ο Υπουργός δύναται να μετέχει άνευ ψήφου στη συνεδρίαση της Επιτροπής.... 5β. Η Επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για τα παραπάνω πρόσωπα, τη διαχείριση και πορεία των επιχειρήσεων, τραπεζών και οργανισμών που προϊστανται, λαμβάνοντας υπόψη τα στρατηγικά και επιχειρησιακά σχέδιά τους και υποδεικνύει στους εποπτεύοντες Υπουργούς τα μέτρα, πράξεις κα πρακτικά, που αυτή κρίνει κατάλληλα και επωφελή για το δημόσιο συμφέρον". 6.

Οι Δημόσιες Επιχειρήσεις, οι Τράπεζες και οι Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας, επί των οποίων εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, είναι αποκλειστικώς οι εξής: α. ........................". Περαιτέρω, με το άρθρο μόνο του π.δ. 307/29-8-1996, που εκδόθηκε σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 1914/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 1947/1991 ορίστηκε ότι, "η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του v. 1892/1990.....

και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1943/1991....., πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα ("ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") ενέπιπτε μεν αρχικώς στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός κατά τα πιο πάνω οριοθετήθηκε και επαναοριοθετήθηκε, πλην όμως στη συνέχεια με το προαναφερόμενο άρθρο μόνο του π.δ. 307/29-8-1996 εξαιρέθηκε από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναoριoθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του v. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1943/1991, πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού.

Βέβαια, στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του νεότερου ν. 2527/1997 ορίζεται, ότι στον οριοθετούμενο δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου (2190/1994) και μόνον υπάγονται και οι Τράπεζες, στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής και επομένως, κατά το τελευταίο άρθρο και η αναιρεσείουσα Τράπεζα, πλην όμως η υπαγωγή αυτή γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την εφαρμογή του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, που αφορά το σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και ειδικότερα στην έκταση εφαρμογής του και τον τρόπο προσλήψεως του προσωπικού (πρβλ.

και Ολ. ΑΠ 24-25/2006),. Επομένως, η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3051/2002 δεν έχει εφαρμογή επί των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που υπηρετούν ή υπηρέτησαν ως μετακλητοί υπάλληλοι στις θέσεις που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη, έτσι ώστε αυτοί, επανερχόμενοι στην υπηρεσία τους να μπορούν να καταλαμβάνουν προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής τους θητείας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 14-7-1975, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και στη συνέχεια προήχθη διαδοχικά και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή.

Το 1982 διορίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 1235/1981 μετακλητός Νομάρχης με βαθμό α' κατηγορίας ειδικών θέσεων και τοποθετήθηκε στη Νομαρχία ....., εκδόθηκε δε σχετικά το από 31-3-1982 Προεδρικό διάταγμα, περίληψη του οποίου δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 115/τΓ/31-3-1982, που της ανακοινώθηκε με το ..... έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών.

Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι 24-6-1987, οπότε έγινε δεκτή η παραίτηση της με το από 24-6-1987 ΠΔ (ΦΕΚ 121/τ.Γ/24-6-1987) και της κοινοποιήθηκε το ..... έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών. Το 1993 διορίστηκε στη θέση μετακλητού Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, με βαθμό α' κατηγορίας των Ειδικών Θέσεων.... Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το έτος 1996, οπότε με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών έγινε δεκτή η παραίτηση της .

Τέλος το 1996 με Προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 19-11-1996 διορίστηκε Υποδιοικητής του ΙΚΑ, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι 8-6-2004, οπότε έγινε δεκτή η παραίτηση της. Την 8-6-2004 επανήλθε, εφόσον έληξε η απόσπαση της στην υπηρεσία της εναγομένης και εκείνη την τοποθέτησε σε Υποδιεύθυνση με καθήκοντα προϊσταμένης.

Η αναιρεσίβλητη έχοντας συμπληρώσει υπηρεσία ως μετακλητός υπάλληλος σε θέση Νομάρχη και Γενικού Γραμματέα για συνολικό χρονικό διάστημα άνω των τεσσάρων ετών, ζήτησε από την αναιρεσείουσα να την εντάξει σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή και να της αναθέσει αντίστοιχα καθήκοντα κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002, πλην όμως η αναιρεσείουσα αρνήθηκε, ισχυριζόμενη ότι δεν συντρέχουν προς τούτο οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθόσον αυτή δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα εξακολουθούσε να υπάγεται κατά τον ως άνω χρόνο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δέχτηκε περαιτέρω ότι αυτή είχε υποχρέωση, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002, να εντάξει την αναιρεσίβλητη σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής της θητείας, χωρίς μάλιστα να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής της.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι αφορούσαν την αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να τοποθετήσει την αναιρεσίβλητη σε προσωποπαγή θέση με το βαθμό Διευθυντή από 8-6-2004 και αφού εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση ως προς τη διάταξη αυτής που αφορούσε το ύψος του κονδυλίου της αγωγής για τις διαφορές των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε τα ίδια ως προς το πιο πάνω θέμα, αναγνώρισε δε ομοίως, ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να τοποθετήσει την αναιρεσίβλητη σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή από 8-6-2004 και να της αναθέσει καθήκοντα αντίστοιχα της θέσης της, καθώς και ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 13.119 ευρώ, αντί του ποσού των 14.009 ευρώ που της είχε επιδικαστεί με την πρωτόδικη απόφαση.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες αφενός των άρθρων 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002 και 49 Α του Κανονισμού της Βουλής (τα οποία εφάρμοσε παρά το ότι δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση) και αφετέρου του άρθρου μόνου του π.δ. 307/1996 (το οποίο δεν εφάρμοσε παρά το ότι ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, εφαρμοστέο).

Και τούτο γιατί η αναιρεσείουσα, ως εξαιρούμενη κατά τον κρίσιμο και ενδιαφέροντα εδώ χρόνο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός τελικά οριοθετήθηκε, πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού (περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται εδώ), δεν έχει υποχρέωση να εντάξει την αναιρεσίβλητη σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής της θητείας και μάλιστα χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής της.

Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως, αντίστοιχα, του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002, όλων των πιο πάνω αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων και του άρθρου 49 Α του Κανονισμού της Βουλής, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2564/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ