Legislator Case Law & Legislation
1714/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unpaid overtime for truck driver. Appeal rejected due to lack of admissibility and merit.

Case Number 1714/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court of First Instance's final judgment in a labor dispute. The appellant, a truck driver, argued that the lower court failed to award compensation for additional loading and distribution work performed within his regular eight-hour shift. The court found the appeal inadmissible because the Regional Court had explicitly rejected the claim with full reasoning, rather than leaving it undecided, thus negating the grounds for review under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court explicitly rejects the claim with reasoning, as this precludes the finding that the claim was left undecided; an appeal must also be substantively meritorious to succeed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility labor dispute overtime compensation undecided claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1714 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1714/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέργιου Καπράρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «N. G. A.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μαύρου Μαυρουδή, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν η ../2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 05.05.2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, ...2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι επί της, από 04.06.2015 και με αριθμό κατάθεσης ..., ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, απευθυνόμενης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρίας, με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός φορτηγού, ζήτησε διαφορές νόμιμου μισθού για καθημερινή εργασία σε σχέση με τον μειωμένο καταβαλλόμενο, αμοιβή για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, αμοιβή για εργασία Σαββάτου και Κυριακής, διαφορές επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδόματος αδείας ως και αποζημίωσης απόλυσης, εκδόθηκε αρχικά η ...

απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης από λογιστή φοροτεχνικό για τα αναφερόμενα σ' αυτή ζητήματα και, κατόπιν της διενέργειας αυτής, η …..2021 οριστική απόφαση του ιδίου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου., που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ο ενάγων άσκησε την, από 31.03.2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021, έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επί της -οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (...) τελεσίδικη απόφαση, η οποία την δέχτηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την (ήδη αναιρεσίβλητη) εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (δια του νόμιμου εκπροσώπου της), που εδρεύει στο ...

και δραστηριοποιείται στον κλάδο της παραγωγής και εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού - σπορόφυτων και κηπευτικών προϊόντων, στις 2-5-2011, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με έναρξη 2-5-2011 και λήξη 31-12-2011, ως εργάτης θερμοκηπίου (βλ. την από 2-5-2011 ατομική σύμβαση εργασίας του και την με την ίδια ημεροχρονολογία σχετική αναγγελία πρόσληψής του στην αρμόδια υπηρεσία) και όχι όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός των φορτηγών αυτοκινήτων της εναγόμενης.

Από την ανωτέρω σύμβαση προκύπτει ότι ο ενάγων προσλήφθηκε για εργασία 5 ημερών την εβδομάδα (Δευτέρα με Παρασκευή), 40 ώρες εβδομαδιαίως, με ωράριο ημερήσιας απασχόλησής του 07.00/15.00 και θα πληρωνόταν βάσει της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με ημερομίσθιο 36,34 ευρώ. Το ωράριο εργασίας για όλο το προσωπικό είναι Δευτέρα με Παρασκευή, τους μεν χειμερινούς μήνες (Οκτώβριο με Φεβρουάριο) 08.00 με 16.00, ενώ το καλοκαίρι (Μάρτιο με Σεπτέμβριο) 07.00 με 15.00, το ίδιο δε ωράριο είχε και ο ενάγων, όπως και οι άλλοι 12 ή 13 συνάδελφοί του μόνιμο προσωπικό της εναγόμενης.

Όταν προσλήφθηκε δεν είχε το απαιτούμενο δίπλωμα οδήγησης φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο και απέκτησε στις 22-9- 2011, ... και εξάλλου η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε ακόμη στην κυριότητα και κατοχή της φορτηγό αυτοκίνητο για να το οδηγεί. Μέχρι τότε εξυπηρετούνταν από φορτηγά δημοσίας χρήσεως ή ερχόταν οι πελάτες της και έπαιρναν τα εμπορεύματα μόνοι τους.

Μετά την 31-12-2011 η σύμβαση εργασίας του που ήταν μέχρι τότε ορισμένου χρόνου μετετράπη σε αορίστου χρόνου και πάλι ως εργάτης θερμοκηπίου, με ρεπό Σάββατο και Κυριακή, αμειβόμενος με μισθό - ημερομίσθιο της ΓΣΕΕ, πενθήμερο απασχόλησης και ωράριο 07.00-15.00 ή 08.00-16.00 ανάλογα χειμώνα - καλοκαίρι. Στα καθήκοντα του ως εργάτη θερμοκηπίου, μεταξύ άλλων, ήταν εργασίες ποτίσματος, ραντίσματος και περιποίησης φυτών, μεταφοράς αυτών στα οχήματα πελατών, καθαριότητας των αποθηκών και των θερμοκηπίων και όλες εν γένει οι εργασίες ενός εργάτη θερμοκηπίου.

Αυτές τις εργασίες έκανε μέχρι τον Σεπτέμβριο 2011 όταν αγοράστηκε από την εναγόμενη το φορτηγό αυτοκίνητο με αριθ. κυκλοφ. …(...) και αφού και ο ίδιος απέκτησε, όπως προαναφέρθηκε, το απαιτούμενο επαγγελματικό δίπλωμα, άρχισε παράλληλα και ταυτόχρονα με τα καθήκοντα του ως εργάτης θερμοκηπίου, να εκτελεί και καθήκοντα οδηγού του άνω φορτηγού, δηλαδή για 5 μήνες (Μάιος του 2011 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011) η εργασία του ήταν αυτή του εργάτη θερμοκηπίου αποκλειστικά και μόνον και όχι του οδηγού.

Από τον Σεπτέμβριο 2011 και εφεξής, μέχρι την ημέρα της απόλυσής του, εργαζόταν κατά την ρητή και κατηγορηματική συμφωνία των διαδίκων μερών και σαν εργάτης θερμοκηπίου και σαν οδηγός στο ανωτέρω φορτηγό, δηλαδή από τον Σεπτέμβριο του 2011 παράλληλα με τις παραπάνω εργασίες του ως εργάτης θερμοκηπίου ο ενάγων εργαζόταν και ως οδηγός, μεταφέροντας και παραδίδοντας τα εμπορεύματα και σε πελάτες της εναγόμενης εντός και εκτός Πέλλας στους όμορους νομούς Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής και Ημαθίας.

Συγκεκριμένα, από την ημερήσια απασχόλησή του των 8 ωρών, όταν είχε δρομολόγιο εντός ή εκτός Πέλλας, το πραγματοποιούσε με διάρκεια 1, 2 ή 3 ώρες και φυσικά τις υπόλοιπες ώρες της ημερήσιας απασχόλησής του συνέχιζε να προσφέρει την εργασία του εργάτη θερμοκηπίου μέσα στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν θα είχε αντικείμενο εργασιών.

Η συμφωνία για προσφορά τόσο της εργασίας του εργάτη θερμοκηπίου, όσο και αυτής του οδηγού, μέσα στο 8ωρο της ημερήσιας απασχόλησής του χωρίς έξτρα ή επιπλέον αμοιβή του ήταν σαφής και εφαρμόσθηκε στην πράξη για 3,5 χρόνια και έτσι εργάστηκε μέχρι την 31-12-2014, όταν και απολύθηκε, αφού αρνούνταν να συμμορφωθεί στις εντολές και οδηγίες του εξετασθέντος μάρτυρος και υπαλλήλου της εναγόμενης και υπευθύνου λειτουργίας του θερμοκηπίου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου.

Μέχρι και τον Μάρτιο 2013 στα έγγραφα της εναγόμενης φαινόταν ως εργάτης θερμοκηπίου, αφού από τις 8 ώρες της ημερήσιας απασχόλησής του οι 5 και 6 ώρες ήταν μέσα στο θερμοκήπιο και μόλις 2 ή 3 ώρες το πολύ να ήταν στην οδήγηση του με αριθ. κυκλοφ. …. φορτηγού αυτοκινήτου. Από τον Απρίλιο 2013 και δεδομένου ότι αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών της εναγόμενης εταιρείας (η οποία ιδρύθηκε μόλις το 2010) και εργαζόταν τους καλοκαιρινούς μήνες τουλάχιστον 4-5 ώρες ως οδηγός και λιγότερες ώρες ως εργάτης στο θερμοκήπιο, υπέγραψε την από 12-4- 2013 ατομική του σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός, με συμφωνημένο και καταβαλλόμενο μισθό αυτόν της ΕΓΣΣΕ από 926,92 ευρώ, για εργασία 40 ωρών την εβδομάδα, Δευτέρα με Παρασκευή και ρεπό Σάββατο και Κυριακή, με ωράριο εργασίας το καλοκαίρι 07.00-15.00 και τον χειμώνα 08.00-16.00.

Σύμφωνα με την από 18-10-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο διορισθείς με την ... απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμων φοροτεχνικός-λογιστής Κ. Σ., αφού έλεγξε όλα τα παραστατικά διακίνησης πώλησης (τιμολόγια-δελτία αποστολής και Δελτία αποστολής) που εξέδωσε η εναγόμενη εταιρεία κατά τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014, φωτοτυπίες των παραστατικών που εκδόθηκαν για τα παραπάνω έτη για τις ημέρες Σάββατο και Κυριακή, ταχογράφους για το φορτηγό με αριθ.

κυκλοφ. 7για τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014 και πινάκες προσωπικού για τα ανωτέρω έτη, βεβαιώνει ότι τα έτη 2011-2014 συνολικό μόνο 10 παραστατικά εκδόθηκαν για τις ημέρες Σάββατο και Κυριακή για το φορτηγό ... και συγκεκριμένα κανένα για το έτος 2011, 6 για ημέρα Σάββατο το έτος 2012 όλα την ίδια ημέρα (19-5-2012), 2 για Σάββατο του έτους 2013 (30-3-2013 και 20-4-2013) και 2 για την ημέρα Σάββατο 5-4-2014 και δεδομένου ότι η εναγόμενη εταιρεία απασχολούσε δύο οδηγούς, οι οποίοι δεν αναφέρονται στα σχετικά παραστατικά, δεν μπορεί να βεβαιωθεί ποιος οδηγός έκανε δρομολόγιο τα ανωτέρω 4 Σάββατα.

Ενόψει της ανωτέρω διαπίστωσης, κρίνεται αβάσιμος ο κύριος αγωγικός ισχυρισμός εκ του οποίου προέρχεται η αξιολόγηση όλων των ποσών που αιτείται ότι εργαζόταν ως οδηγός τα Σάββατα 11 ώρες συνεχώς και αδιαλλείπτως και τις 2 Κυριακές κάθε μήνα για 4 ώρες τουλάχιστον από 06.00-10.00, ούτε και προέκυψε ότι ο ενάγων εργαζόταν πέραν του συμβατικού ωραρίου τις καθημερινές και ότι δεν είχε λάβει τα επιδόματα αδείας και δώρα εορτών για τα οποία η εναγόμενη προσκομίζει τις σχετικές αποδείξεις καθώς και την απόδειξη καταβολής της αποζημίωσής του των 2.162,88 ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό, ο υπολογισμός δε του μισθού του γινόταν από την εναγόμενη με βάση την εθνική συλλογική σύμβαση και όχι με τις επαγγελματικές κλαδικές συμβάσεις, στις οποίες δεν είχε προσχωρήσει η εναγόμενη και προκύπτει πέρα από κάθε αμφιβολία και με σαφήνεια από τις έγγραφες προτάσεις της εναγόμενης, όπου αναλύονται τα επιμέρους ποσά, αλλά και από τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στην Τράπεζα Αττικής όπου η εναγόμενη κατέθετε τα σχετικά ποσά για όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του ενάγοντος, πλην των δύο πρώτων μηνών της απασχόλησής του που του τα έδινε μετρητά στο χέρι του ενάγοντος, μέχρι αυτός να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό, δίχως όλα αυτά τα χρόνια ο ενάγων να διατυπώσει την οποιαδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία.".

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκαν υπ' όψη συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008), χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση (ΑΠ 1109/2022, 993/2022, 20/2021, 801/2014).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΑΠ 961/2023, 1630/2022, 20/2021, 515/2017).

Δηλαδή, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 868/2020, 1394/2019, 1719/2017).

Επίσης, η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η ομολογία (ΑΠ 805/2023, 303/2020, 116/2017, 1456/2009). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το πρώτο (1ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, για τον καθορισμό της ημερομηνίας κατάρτισης της εργασιακής του σύμβασης με καθήκοντα οδηγού, την άνευ ημερομηνίας γνωστοποίηση των όρων της ατομικής εργασιακής σύμβασης, που εξέδωσε και του παρέδωσε η εναγομένη, όπου κατά τους ισχυρισμούς του η τελευταία δήλωσε ότι η εργασιακή του σύμβαση, με την ειδικότητα του οδηγού, συμφωνήθηκε ως αορίστου χρόνου και ξεκίνησε στις 02.05.2011 και έτσι έκρινε, αντιθέτως, ότι τέτοια εργασιακή σύμβαση (οδηγού) καταρτίστηκε στις 12.04.2013 (με αποτέλεσμα οι νόμιμες αποδοχές του να καθορίζονται από την ΕΓΣΣΕ ενόψει της ΠΥΣ 6/2012, που θεσπίστηκε στο μεσοδιάστημα και όχι από την από 30.07.2008 Εθνική Κλαδική ΣΣΕ, που είχε κηρυχθεί υποχρεωτική από τις 05.08.2008 με την αναφερόμενη απόφαση της Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας).

Επίσης με τους δεύτερο (2ο) κατά το πρώτο (1ο) του σκέλος, τρίτο (3ο) και τέταρτο (4ο) λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από την ανωτέρω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: Α. ως προς την υπεραπασχόληση του από Δευτέρα έως και Παρασκευή;

ι) την άνευ ημερομηνίας γνωστοποίηση των όρων της ατομικής εργασιακής σύμβασης ως οδηγού, ιι) την άνευ ημερομηνίας γνωστοποίηση των όρων της ατομικής εργασιακής σύμβασης ως εργάτη θερμοκηπίου, ιιι) τον πίνακα προσωπικού, που η εναγομένη κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας και ιν) τους αναφερόμενους 80 ταχογράφους που η εναγομένη παρέδωσε στον πραγματογνώμονα και έχουν επισυναφθεί στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύεται η υπεραπασχόλησή του τις καθημερινές και έτσι κατέληξε στην αντίθετη κρίση ότι τις καθημερινές δεν εργαζόταν άνω των 8 ωρών.

Β. ως προς την εργασία του το Σάββατο, τα τιμολόγια - δελτία αποστολής που εκδόθηκαν από την εναγομένη για τα αναφερόμενα συγκεκριμένα Σάββατα σε συνδυασμό με την ένορκη βεβαίωση του Δ.. Μ. προσαχθείσα ενώπιον του Εφετείου εκ μέρους της εναγομένης, από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύεται ότι εργαζόταν τα Σάββατα και έτσι έκρινε, αντιθέτως και Γ.

ως προς την εργασία του την Κυριακή, τα τιμολόγια -

δελτία αποστολής, που εκδόθηκαν από την εναγομένη για τις αναφερόμενες συγκριμένες Κυριακές εκ των οποίων μάλιστα, κατά τον αναιρεσείοντα ενάγοντα, συνάγεται και ομολογία της εναγομένης για εργασία του κατά την Κυριακή και την βεβαίωση, έκδοσης της Λαχαναγοράς Θεσσαλονίκης, που πιστοποιεί ότι το επίμαχο φορτηγό εισήλθε στις εγκαταστάσεις της τις αναφερόμενες συγκεκριμένες Κυριακές σε συνδυασμό με την ένορκη βεβαίωση του Δ..

Μ., από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύεται ότι εργαζόταν τις Κυριακές και έτσι έκρινε, αντιθέτως. Σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση, ότι το δικαστήριο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη (εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα) και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ως και (μεταξύ των άλλων), την υπ' αριθμόν …2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γιαννιτσών των μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και του ...

που προσκομίζει με επίκληση η εναγόμενη και λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου της, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που αναφέρεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ως άνω έγγραφα ως και την ένορκη βεβαίωση του Δ..

Μ. την οποία και, όπως προαναφέρθηκε, ρητώς μνημονεύει στην αρχή της σκέψης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από την εκτίμηση των οποίων συνάγεται το αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη. Επίσης, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, συνάγεται εξώδικη ομολογία σε σχέση με την εργασία του τις Κυριακές, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον ανωτέρω αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η σχετική αιτίαση, ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία, είναι αβάσιμη.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 638/2023, 1702/2022, 290/2022, 575/2021, 262/2020).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 290/2022, 1266/2020). Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 205/2024, 47/2023, 187/2023, 262/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο (2ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης και το δεύτερο (2ο) σκέλος του δεύτερου (2ου) λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (και όχι εκ του αριθμού 8 όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων), αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχτηκε, αντιστοίχως, χωρίς απόδειξη, ότι η εργασιακή του σύμβαση ως οδηγός καταρτίστηκε στις 12.04.2013, και τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι το 8ωρό του (ενάγοντος) εκτεινόταν από 07:00 μέχρι 15:00 το καλοκαίρι (Μάρτιος - Σεπτέμβριος) και από 08:00 μέχρι 16:00 τον χειμώνα (Οκτώβριος - Φεβρουάριος), που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικά με την διαπίστωση της καθημερινής του υπεραπασχόλησης.

Όμως, πέραν του ότι, ο αναφερόμενος στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας - εναγομένης περί των χρονικών ορίων της καθημερινής εργασίας του ενάγοντος με την αναφερόμενη εποχική μεταβολή του 8ωρου, με την αιτίαση ότι έγινε δεκτός χωρίς απόδειξη, δεν αποτελεί "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού περί καθημερινής του εργασίας επί 11 ώρες ημερησίως από ώρα 08.00 μέχρι ώρα 19.00 και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής, σε σχέση με τον χρόνο κατάρτισης της εργασιακής του σύμβασης ως οδηγός, αλλά και με τα χρονικά όρια της καθημερινής του απασχόλησης, διαμορφώθηκε από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις ειδικά αναφερόμενες, επιμελεία των διαδίκων ληφθείσες, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νομοτύπως διορισθέντος με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμονα (λογιστή - φοροτεχνικού), καθώς και όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και, συνεπώς, οι σχετικές παραδοχές της ερείδονται στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, το δικαστήριο, σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε.

Εξάλλου, ο σχηματισμός από το Εφετείο, μετά την επανεκτίμηση των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του, διαφορετικής κρίσης, ως προς την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, από εκείνη, την οποία θεωρεί ορθή ο αναιρεσείων, δεν καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 978/2020, 492/2020). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 217/2022, 978/2020, 492/2020, 96/2020).

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 396/2022, 217/2022, 492/2020, 96/2020). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικό γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1592/1018).

Εν προκειμένω με το τρίτο (3ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με την αιτίαση ότι δεν απέδωσε στην, εκδοθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη εναγομένη και φέρουσα την υπογραφή αμφοτέρων των διαδίκων, άνευ ημερομηνίας γνωστοποίηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης, όπου ρητώς αναφέρεται η έναρξή της από 02.05.2011 και η ειδικότητά του ως οδηγός, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που εκ του νόμου αυτή υπέχει, της πλήρους απόδειξης αναφορικά με τα άνω στοιχεία, ως περιεχόμενο δικαιοπρακτικής δήλωσης σε ιδιωτικό έγγραφο, ενώ αντιθέτως απέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα δικαστικά τεκμήρια, ότι α) ο ίδιος (ενάγων) δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης φορτηγού και β) η εναγομένη δεν είχε στην κυριότητα της φορτηγό αυτοκίνητο, για να στηρίξει την αντίθετη προς τα ανωτέρω κρίση του, παρόλο που εκ των άρθρων 445, 393 περ. 2 και 395 ΚΠολΔ απαγορεύεται ανταπόδειξη με δικαστικά τεκμήρια κατά του περιεχομένου εγγράφων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται ο άνω λόγος, προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή στο δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση και δη αν είχε προταθεί εκ μέρους του παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, απορρριφθείς, επαναφέρθηκε παραδεκτώς από αυτόν, ως εκκαλούντα, ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, ενώ δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως είχε προβληθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του, ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, στη δε κρίση του περί της πρόσληψης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από την εναγόμενη (δια του νόμιμου εκπροσώπου της), στις 02.05.2011 ως εργάτη θερμοκηπίου (και όχι ως οδηγό), κατέληξε εκτιμώντας την υπό την αυτή ημερομηνία (02.05.2011) έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας του, (ενισχυόμενη και από την, με την ίδια ημεροχρονολογία, σχετική αναγγελία πρόσληψής του στην αρμόδια υπηρεσία), την οποία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, εκτίμησε ως περισσότερο αξιόπιστη από το ισοδύναμο κατά νόμο επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, ενώ τα αναφερόμενα, στην προσβαλλόμενη απόφαση (ανωτέρω α'και β'στοιχεία του λόγου αναίρεσης), ότι, όταν ο ενάγων προσλήφθηκε, δεν είχε το απαιτούμενο δίπλωμα οδήγησης φορτηγού αυτοκινήτου και ότι η εναγόμενη εταιρία δεν είχε ακόμη στην κυριότητα και κατοχή της φορτηγό αυτοκίνητο για να το οδηγεί, αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου προς επιστήριξη της ως άνω κρίσης του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2019, 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικό που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019, 1265/2017) και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2006).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 517/2021, 1259/2019, 1265/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 617/2022, 397/2020).

Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, υφίσταται όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου, που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, που ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΑΠ 1317/2021 1389/2019, 911/2008).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με το τέταρτο (4ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα του χρόνου κατάρτισης της εργασιακής του σύμβασης με την ειδικότητα του οδηγού (στις 12.04.2013, όπως δέχθηκε κατ' αυτόν εσφαλμένως και όχι στις 02.05.2011), που επηρεάζει το ύψος των καταβλητέων νομίμων αποδοχών του σε σχέση με την εφαρμοστέα ΣΣΕ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο αποφάνθηκε αντιφατικά ότι τον Σεπτέμβριο του 2011 καταρτίστηκε, μεταξύ του ιδίου - ενάγοντος και της εναγομένης, συμφωνία για να εκτελεί ο ίδιος και καθήκοντα οδηγού και ότι βάσει αυτής της συμφωνίας εργάστηκε για 3,5 έτη ήτοι μέχρι την απόλυσή του στις 31-12-2014 και του ότι τον Απρίλιο του 2013 καταρτίστηκε, μεταξύ του ιδίου - ενάγοντος και της εναγομένης, συμφωνία για να εργαστεί ως οδηγός.

Εν προκειμένω, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα του χρόνου κατάρτισης της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος με την ειδικότητα του οδηγού στις 12.04.2013 (και όχι στις 02.05.2011), πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των καθοριζουσών τις καταβλητέες νόμιμες αποδοχές του διατάξεων και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος και δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει αντίφαση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων - ενάγων (απομονώνοντας ορισμένες φράσεις των σχετικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης), μεταξύ της παραδοχής της απόφασης ότι ο ενάγων "τον Σεπτέμβριο 2011 ...

άρχισε παράλληλα και ταυτόχρονα με τα καθήκοντα του ως εργάτης θερμοκηπίου, να εκτελεί και καθήκοντα οδηγού του άνω φορτηγού δηλαδή για 5 μήνες (Μάιος του 2011 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011) η εργασία του ήταν αυτή του εργάτη θερμοκηπίου αποκλειστικά και μόνον και όχι του οδηγού. Από τον Σεπτέμβριο 2011 και εφεξής, μέχρι την ημέρα της απόλυσής του, εργαζόταν κατά την ρητή και κατηγορηματική συμφωνία των διαδίκων μερών και σαν εργάτης θερμοκηπίου και σαν οδηγός στο ανωτέρω φορτηγό, δηλαδή από τον Σεπτέμβριο του 2011 παράλληλα με τις παραπάνω εργασίες του ως εργάτης θερμοκηπίου ο ενάγων εργαζόταν και ως οδηγός, μεταφέροντας και παραδίδοντας τα εμπορεύματα και σε πελάτες της εναγόμενης ...", με την παραδοχή ότι μέχρι και τον Μάρτιο του 2013 στο έγγραφα της εναγόμενης φαινόταν ως εργάτης θερμοκηπίου [αφού τις περισσότερες ώρες της ημερήσιας απασχόλησής του εργαζόταν μέσα στο θερμοκήπιο (5 και 6 ώρες) και λίγες ώρες (3 ή 2 αντιστοίχως) ως οδηγός], από δε τον Απρίλιο του 2013, και δεδομένου ότι εργαζόταν περισσότερες ώρες ως οδηγός και λιγότερες ώρες ως εργάτης στο θερμοκήπιο, υπέγραψε την από 12.04.2013 ατομική του σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός, ενόψει του ότι η μία παραδοχή δεν αποκλείει την άλλη.

Τούτο δε διότι, όπως διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τον μεν Σεπτέμβριο του έτους 2011 ο ενάγων άρχισε παράλληλα και ταυτόχρονα με τα κύρια καθήκοντά-του του εργάτη θερμοκηπίου (ειδικότητα με την οποία είχε προσληφθεί, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 02.05.2011), να εκτελεί και καθήκοντα οδηγού (τα οποία μέχρι και τον Μάρτιο 2013 ήταν από άποψη διάρκειας του χρόνου που αφιέρωνε σ' αυτά επαρκώς λιγότερα σε σχέση με εκείνα του εργάτη θερμοκηπίου), τον δε Απρίλιο του 2013, ενόψει της αύξησης της διάρκειας του χρόνου εργασίας του ως οδηγός, υπέγραψε την από 12.04.2013 ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η κύρια απασχόλησή του (εργαζομένου ενάγοντος) προσδιορίζει την επαγγελματική του ειδικότητα και, επομένως, και τη συλλογική σύμβαση που πρέπει να εφαρμοσθεί για τον καθορισμό, εκτός των άλλων, του νομίμου μισθού (ΑΠ 1038/2019).

Επομένως, ο πρώτος (1ος) λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο (4ο) σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα του χρόνου κατάρτισης της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος με την ειδικότητα του οδηγού, είναι αβάσιμος.

Με το πέμπτο (5ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι, δηλαδή, το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς τον καθορισμό των νομίμων αποδοχών του, διότι δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 και των άρθρων 1 (Β/7), 2, 12 και 13 της από 30.07.2008 Εθνικής Κλαδικής ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας", που αφορά και τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από την 05.08.2008 με την….2008 απόφαση της Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 2137/15.10.2008), ενώ εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δεχόμενο ότι οι αποδοχές του καθορίζονται από την Εθνική Γενική ΣΣΕ και όχι από τις επαγγελματικές κλαδικές συμβάσεις στις οποίες δεν είχε προσχωρήσει η εναγόμενη.

Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος, καθ' ο μεν μέρος αναφέρεται στον προ τις 12.04.2013 χρόνο, ως αβάσιμος, διότι, κατά τις, ανωτέρω αναφερόμενες, αναιρετικώς ανέλεγκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων είχε προσληφθεί από την εναγομένη και παρείχε την κυρία απασχόλησή του ως εργάτης θερμοκηπίου [με επαρκώς μεγαλύτερης διάρκειας χρόνου εργασίας του από εκείνη του οδηγού που άρχισε παράλληλα να παρέχει από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011], οπότε ως προς τον καθορισμό των νομίμων αποδοχών του εφαρμοζόταν η εθνική γενική συλλογική σύμβαση (ΕΓΣΣΕ), όπως, εξάλλου, και είχε συμφωνηθεί και βάσει της οποίας πληρωνόταν, ενόψει και του ότι η κύρια απασχόληση του εργαζομένου προσδιορίζει την επαγγελματική του ειδικότητα και, επομένως, και τη συλλογική σύμβαση που πρέπει να εφαρμοσθεί για τον καθορισμό, εκτός των άλλων, του νομίμου μισθού (ΑΠ 1038/2019), καθ' ο δε μέρος αναφέρεται στον μετά τις 12.04.2013 χρόνο, οπότε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο ενάγων, συμβατικώς, εργαζόταν ως οδηγός [ενόψει της, πλέον, μεγαλύτερης διάρκειας χρόνου εργασίας του από εκείνης του εργάτη θερμοκηπίου] και πάλι ως προς την αμοιβή αυτού εφαρμοζόταν η ΕΓΣΣΕ, όπως εξάλλου είχε συμφωνηθεί και πληρωνόταν, ενόψει και του ότι η, αναφερόμενη στον λόγο αναίρεσης, από 30.07.2008 Εθνική Κλαδική ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων στις Εμπορικές Επιχειρήσεις όλης της χώρας", που αφορά και τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, και κηρύχθηκε υποχρεωτική από τις 05.08.2008 με την ….απόφαση της Υφυπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β/2137/15.10.2008), οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαν, λόγω της επιχείρησης στην οποία ανήκουν, να είναι μέλη τους (ΑΠ 748/2020, 149/2019, 931/2017), ήταν διετούς διάρκειας και είχε ήδη λήξει, και σε συνδυασμό με την 6/28.02.2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου - Π.Υ.Σ.] (ΦΕΚ Α 38), οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίζονταν από την ΕΓΣΣΕ (όπως εξάλλου και ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στον πρώτο λόγο αναίρεσης υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση εργασίας του ως οδηγού καταρτίστηκε στις 12.04.2013), το δε αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον λόγο μη εφαρμογής της ανωτέρω επαγγελματικής κλαδικής συμβάσεως εργασίας, διότι "δεν είχε προσχωρήσει η εναγόμενη" κρίνεται μεν εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της (κατ' αποτέλεσμα) ορθό και επομένως, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της (προσβαλλόμενης απόφασης), ως προς τούτο, με τις πιο πάνω, πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, το ανωτέρω, αντίστοιχο, πέμπτο (5ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου.

Λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018).

Εν προκειμένω, το έκτο (6) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του ιδίου ως άνω άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι στερείται αιτιολογιών και σε κάθε περίπτωση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες εν σχέσει με τον περί εξοφλήσεως (άρθρο 416 ΑΚ) ισχυρισμό του εναγομένου, διότι το Εφετείο παρέλειψε να προσδιορίσει το ύψος των καταβλητέων (δικαιούμενων) νομίμων αποδοχών του ενάγοντος, και τα ποσά που καταβλήθηκαν εξ αυτής της αιτίας, ώστε εκ της σύγκρισης αυτών να κρίνει, τελικώς, ότι οι επίδικες απαιτήσεις εξοφλήθηκαν μέσω των παρατιθέμενων καταβολών, είναι απαράδεκτο, ενόψει του ότι βασίζεται επί της αναληθούς αυτής προϋποθέσεως, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ένσταση εξοφλήσεως και έτσι απέρριψε την αγωγή, ενώ, από το άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε τέτοια ένσταση αλλά απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη (αναπόδεικτη), δεχόμενο ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν πέραν του συμβατικού ωραρίου τις καθημερινές και επομένως δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωρίες, ότι δεν εργαζόταν τα Σάββατα και τις Κυριακές και ότι, αφού πληρωνόταν νομίμως με την ΕΣΣΕ (όπως περί αυτού ανωτέρω κατά την αντιμετώπιση του 5ου σκέλους του αυτού λόγου αναίρεσης) και δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη εργασία (αφού είχε συμφωνηθεί το αντίθετο - βλ.

περί αυτού κατωτέρω κατά την αντιμετώπιση του 7ου σκέλους του αυτού λόγου αναίρεσης), δεν υφίστανται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδόματος αδείας και αποζημίωσης απόλυσης, πέραν των καταβληθέντων, που αποτελούσαν και το αντικείμενο της αγωγής, και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα σχετικά αγωγικά κονδύλια και όχι κατ' αποδοχήν ενστάσεως εξοφλήσεως, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. συνάγεται ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, ρητά ή σιωπηρά, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Όμως η πρόσθετη αμοιβή δεν οφείλεται αν έχει συμφωνηθεί (άρθρο 361 ΑΚ) μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας είτε μεταγενέστερα, να παρέχει ο μισθωτός την πρόσθετη εργασία χωρίς αμοιβή ή η τελευταία να καλύπτεται από το μισθό της κύριας απασχόλησής του (ΑΠ 1156/2023, 65/2020, 270/2017, 18/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 περίπτωση γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της απόφασης.

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 1444/2022, 94/2020, 1014/2019, 1632/2017).

Εν προκειμένω, με το έβδομο (7ο) σκέλος του πρώτου (1ου) λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά του περί επιδίκασης πρόσθετης αμοιβής εξαιτίας της πρόσθετης εργασίας φορτοεκφόρτωσης και διανομής.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε ότι στις 02.05.2011 ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ως εργάτης θερμοκηπίου και από τον Σεπτέμβριο του 2011 άρχισε, κατά τη ρητή και κατηγορηματική συμφωνία των διαδίκων μερών, παράλληλα και ταυτόχρονα με τα καθήκοντά του ως εργάτης θερμοκηπίου, να εκτελεί και καθήκοντα οδηγού φορτηγού, μεταφέροντας και παραδίδοντας τα εμπορεύματα και σε πελάτες της εναγόμενης και ότι η συμφωνία για προσφορά τόσο της εργασίας του εργάτη θερμοκηπίου, όσο και αυτής του οδηγού, "μέσα στο 8ωρο της ημερήσιας απασχόλησής του χωρίς έξτρα η επιπλέον αμοιβή του" ήταν σαφής και εφαρμόσθηκε στην πράξη για 3,5 χρόνια και έτσι εργάστηκε μέχρι την 31.12.2014, όταν και απολύθηκε.

Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης κατά το παραπάνω σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, με την παραδοχή ότι η παροχή από τον ενάγοντα μισθωτό πρόσθετης εργασίας εντός του νομίμου οκταώρου εργασίας του συμφωνήθηκε ρητώς ότι θα παρέχεται χωρίς αμοιβή και την απόρριψη, εν τέλει, κατ' ουσίαν στο σύνολο-της της έφεσης του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει στο σύνολο της (και, επομένως, και ως προς το αντίστοιχο αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία), ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, απεφάνθη περί του σχετικού αιτήματος και, συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστο αυτό και, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν θεμελιώνεται ο προκείμενος, από το όρθρο 559 αριθ. 9 περ.

γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Κατόπιν τούτου, απορριπτέο είναι και το, όλως επικουρικώς, για την περίπτωση που κριθεί ότι το υπόψη αίτημα απορρίφθηκε από το Εφετείο σιωπηρά, 7ο σκέλος του πρώτου λόγο αναίρεσης από το όρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται, παντελώς, αιτιολογιών αναφορικά με το αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης αμοιβής εξαιτίας της πρόσθετης εργασίας φορτοεκφόρτωσης και διανομής, ενόψει του ότι το αγωγικό αυτό αίτημα απορρίφθηκε ρητώς, κατά τα ανωτέρω, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δη με πλήρη αιτιολογία.

Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (όρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 05.05.2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022, αίτηση αναίρεσης κατά της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ