Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling rejecting doctors' claim for withheld social security contributions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by six doctors against a High Court decision that rejected their claim for withheld social security contributions. The High Court had ruled that the doctors were not employees of the public hospital and thus did not qualify for the specific exemptions from the 3% contribution under relevant decrees. The Supreme Court upheld this interpretation, finding the lower court correctly applied the law to deny the doctors' request for the funds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(a)(b) and 23(4) of Decree 422/1981; Article 18(1) of Law 2150/1993; Article 23(2) of Decree 422/1981: The Supreme Court held that doctors providing services to a public hospital are not considered employees of the institution for the purpose of the 3% social security contribution exemption, as the exemption applies only to payments made by the institution to third parties for specific services, not to remuneration paid to the doctors themselves.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1714 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1714/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Π. (όπως διορθώθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), κατοίκου ….., 2. Ε. Π. του Σ. (όπως διορθώθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), κατοίκου ..., 3.Φ. Κ., κατοίκου ..., 4. Ε. Ρ. - Σ. του Κ., κατοίκου ..., 5. Ν. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 6. Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Δ. Υ. Π. Α.", που εδρεύει στο δήμο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση του άρθρου 242, παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2004 αγωγή των ήδη καλούντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7014/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2009 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά τις δικασίμους της 28ης-9-2010 και της 31ης-1-2023. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28-3-2023 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια - Αρεοπαγίτης Μαρία Γιαννακοπούλου ανέγνωσε την από 15-9-2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ασπασίας Καρέλλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων δήλωσε ότι παραιτείται από τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης κατά τα λοιπά και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η συζήτηση της από 29-4-2009 και με αριθ. κατάθ. δικογράφου …./2-7-2009 υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 7014/17-10-2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28ης-9-2010 ματαιώθηκε. Με την από 29-3-2022 κλήση όλων (23) των αναιρεσειόντων, ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 31-1-2023, οπότε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε εκ νέου.
Ήδη, με την από 28-3-2023 κλήση των πρώτης (1ης), δεύτερης (2ης),όπως τα ονόματά τους διορθώθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τρίτης (3ης), έκτης (6ης), έβδομου (7ου) και όγδοου (8ου) - από τους συνολικά είκοσι τρεις (23) - των αναιρεσιόντων νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η εν λόγω αίτηση αναίρεσης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης έφεσης των ως άνω είκοσι τριών (23)- από τους συνολικά εκατόν εβδομήντα οκτώ (178) ενάγοντες- εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 324/2005 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 29-12-2006 και με αριθ.
καταθ. ……/…../2007 έφεση των ως άνω εναγόντων- εκκαλούντων, ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων και των λοιπών εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατά του αρχικά εναγόμενου-εφεσίβλητου-καθ' ου η αίτηση αναίρεσης-καθ'ου η κλήση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, όσον αφορά τους πιο πάνω έξι (6) ενάγοντες-εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες-καλούντες, είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 12-7-2004 αγωγή τους.
Με την εν λόγω αγωγή οι ήδη αναιρεσείοντες-καλούντες, επικαλούμενοι την, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΝΔ 1204/1972 ειδική σχέση εργασίας με το αρχικά αναιρεσίβλητο ΙΚΑ, ζήτησαν την απόδοση της παρακρατηθείσας υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ, εισφοράς 3%, για το χρονικό διάστημα από 1-9-1999 έως 31-12-2003 (διότι από 1-1-2004 έπαυσε η ως άνω παρακράτηση) κυρίως με βάση τα άρθρα 22 παρ.
Α περ. β' και 23 παρ. 4 του Π.Δ. 422/1981, επικουρικά με βάση το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993 και επικουρικότερα με βάση το άρθρο 23 παρ. 2 του Π.Δ. 422/1981. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση του την αγωγή ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται, ότι, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στη θέση του αρχικά αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αρχικά υπεισήλθε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 2, 26 παρ.1 και 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", το οποίο αποτέλεσε καθολικό διάδοχο των ενταχθέντων σ' αυτό φορέων, μεταξύ των οποίων και το (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, και στη συνέχεια (στη θέση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)"), υπεισήλθε το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "1η Δ. Υ. Π. Α." (1η Δ.Υ.Π.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 και 21 παρ.9 του Ν. 4238/2014 (ΑΠ 533/2020), έτσι ώστε στην παρούσα υπόθεση νομιμοποιείται πλέον παθητικά το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "1η Δ. Υ. Π. Α." (1η Δ.Υ.Π.Ε.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98 περ. β, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Η νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης, που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 1608/2022).
Στην περίπτωση που ο αναιρεσείων παραιτείται από ορισμένους μόνον αναιρετικούς λόγους, ως προς αυτούς και μόνον πρέπει να θεωρηθεί, ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης και να ερευνηθεί ως προς τους λοιπούς λόγους, από τους οποίους αυτός δεν παραιτήθηκε (ΑΠ 381/2017). Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ή από ορισμένους μόνον αναιρετικούς λόγους, χωρίς την ύπαρξη γενικής, έστω, πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26.9.2023), εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων-καλούντων Δημήτριος-Ελευθέριος Τάγαρης, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και, με προφορική του δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, δήλωσε ότι παραιτείται από τους πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου.
Από τα προσκομιζόμενα, όμως, ιδιωτικά έγγραφα (εξουσιοδοτήσεις) με νόμιμα θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής τους, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες-καλούντες διορίζουν ως πληρεξούσιο δικηγόρο για την εκπροσώπηση τους κατά την αναιρετική δίκη και υποστήριξη των συμφερόντων τους τον εν λόγω δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη, χωρίς όμως να του παρέχουν ταυτόχρονα πληρεξουσιότητα, προκειμένου να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει είτε από το ένδικο μέσο της αναίρεσης, είτε από τους ως άνω λόγους.
Κατά συνέπεια, η γενόμενη παραίτηση με μόνη τη δήλωση του παρασταθέντος δικηγόρου, χωρίς να έχει χορηγηθεί σ' αυτόν νομίμως πληρεξουσιότητα από τους αναιρεσείοντες-καλούντες, είναι ανίσχυρη μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ΝΔ 1204/1972 (όσο αυτό ίσχυε), προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.
Σαν τέτοιοι νοούνται και οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Εξάλλου, ορίζονται στο άρθρο 5 του ίδιου διατάγματος, υπό τον τίτλο "Νομική Κατάστασις", ότι: "1.
Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθένειας εκ του ΙΚΑ 2.
Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ, ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι.". Επομένως, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ,3 του ίδιου Ν.Δ. οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Εξάλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου ΝΔ, υπό τον τίτλο "Ειδικαί συμβάσεις", ορίζεται ότι "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος, επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τινος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.
Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρούμενης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών". Περαιτέρω, το άρθρο 18 του Ν 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων ιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει:
Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους.
Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α` και β` εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ΝΔ 1204/1972, ενώ, τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΝΔ 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ΝΔ 1204/1972.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι ιατροί, που συνδέονται με το ΙΚΑ με βάση σύμβαση διεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ΝΔ, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του Ν 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει του ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ σε εξαρτημένη εργασία (ΑΕΔ 5/2000), οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Εξάλλου, μετά την προαναφερθείσα 5/2000 απόφαση του ΑΕΔ ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο Ν 3232/12.2.2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ -Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου".
Όμως, η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (ΟλΑΠ 21-22/2007, ΑΠ 1642/2022).
Περαιτέρω, το άρθρο 22 παρ. Α' περ. β' του Π.Δ. 422/1981 "περί κωδικοποιήσεως των περί Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων διατάξεων" (ΦΕΚ Α' 114/4-5-1981), με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 1050/1942, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4254/2014 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου γένεσης της ένδικης απαίτησης, προβλέπει ότι μεταξύ των πόρων του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ) περιλαμβάνεται και κράτηση 3% "επί του αντιτίμου των πάσης φύσεως υπηρεσιών ή εργασιών των προσφερομένων υπό μη κεκτημένων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ειδικού Ταμείου ή ΝΠΔΔ".
Το άρθρο 23 παρ.4 του ίδιου ως άνω Π.Δ. ορίζει ότι: "Καταργούνται αι υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. κρατήσεις επί των αποδοχών και αμοιβών των επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων στο Δημόσιον, αι προβλεπόμεναι υπό των διατάξεων των παρ. 1 περ. β' και 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 1050/1942 εν συνδυασμώ προς το άρθρον 4 της υπ' αριθμ. 8350/27-1-45 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών περί καθορισμού κρατήσεως επί των μισθών των δημοσίων πολιτικών υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ... ".
Τέλος, με το άρθρο 23 παρ. 2 του αυτού Π.Δ. ορίζεται ότι:" Απαλλάσσονται της υπέρ Μ.Τ.Π.Υ. κρατήσεως της προβλεπομένης υπό του άρθρ. 22 παρ. Α του παρόντος... α) Αι προμήθειαι του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και τα δια λογαριασμόν αυτού εκτελούμενα έργα, μισθώσεις και αι πάσης φύσεως πληρωμαί αυτού..".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι από τον υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. πόρο του 3% επί των ακαθαρίστων αποδοχών εξαιρούνται μόνον οι έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. ή οι συνδεόμενοι με αυτά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όχι δε και οι προσληφθέντες από το Ι.Κ.Α.
ιατροί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, οι οποίοι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, που εξακολουθεί να διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος και ουδέποτε κατέστη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η υποχρέωση δε καταβολής της εισφοράς 3% για τους συνδεόμενους με την ειδική σχέση εργασίας του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 22 παρ.
Α' περ. β' του Π.Δ. 422/1981 στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι η εισφορά 3% αφορά τους προσφέροντες πάσης φύσεως εργασίες προς το Ι.Κ.Α., οι οποίοι δεν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου αυτού. Στους προσφέροντες πάσης φύσεως εργασία στο Ι.Κ.Α. υπάγονται και οι ιατροί οι συνδεόμενοι με αυτό με την ειδική σχέση εργασίας του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, οι οποίοι για το πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3232/2004 χρονικό διάστημα δεν είχαν την ιδιότητα του υπαλλήλου, ούτε συνδέονταν με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ώστε να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις των άρθρων 22 παρ.
Α' περ. β' και 23 παρ. 4 του Π.Δ. 422/1981, ούτε εξομοιώθηκαν με αυτούς (υπαλλήλους) με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993, ώστε να απαλλαγούν της καταβολής της ως άνω εισφοράς. Ενόψει δε του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, οι παραπάνω ιατροί του Ιδρύματος δεν είχαν την ιδιότητα του υπαλλήλου, ούτε συνδέονταν με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τα καταβαλλόμενα σε αυτούς ποσά για τις υπηρεσίες τους (αποδοχές) εμπίπτουν στην έννοια του αντιτίμου των πάσης φύσεως υπηρεσιών ή εργασιών των προσφερόμενων υπό μη κεκτημένων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ειδικού ταμείου ή Ν.Π.Δ.Δ.
του άρθρου 22 παρ. Α' περ. β'του Π.Δ. 422/1981 και ως εκ τούτου υπόκεινται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην κράτηση 3% υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ., που συνιστά κοινωνικό πόρο του ταμείου αυτού και δεν υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 23 παρ.2 περ. α' του Π.Δ. 422/1981, ώστε να απαλλαγούν της καταβολής της ως άνω εισφοράς 3%. Η τελευταία αυτή ρύθμιση αφορά τις πληρωμές του Ι.Κ.Α.
προς τρίτους από προμήθειες, εκτελούμενα έργα, μισθώσεις και γενικής φύσεως πληρωμές, δηλαδή προβλέπεται μόνον υπέρ του Ι.Κ.Α. και για τις ρητά αναφερόμενες ως άνω περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ότι "...
η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ιατροί επιδιώκουν την απόδοση σ' αυτούς του παρακρατηθέντος ως άνω πόρου υπέρ του ΜΤΠΥ, επικαλούμενοι την κατά το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972 ειδική σχέση εργασίας με το εναγόμενο, είναι κατά τα προεκτεθέντα μη νόμιμη, τόσο κατά τις κύριες, όσο και κατά τις επικουρικές της βάσεις, αφού αυτοί δεν είναι υπάλληλοι του εναγομένου, ώστε να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις των άρθρων 22 παρ.
Α' περ. β' και 23 παρ. 4 του Π.Δ. 422/1981, ούτε εξομοιώθηκαν με αυτούς (υπαλλήλους) με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993, ούτε, τέλος, οι αποδοχές τους εντάσσονται στο πλαίσιο των "πληρωμών" του εναγομένου υπό την έννοια που αυτές στο άρθρο 23 παρ. 2 του Π.Δ. 422/1981 αναφέρονται, ώστε να απαλλάσσονται του άνω πόρου, αφού με την τελευταία αυτή διάταξη σκοπείται η απαλλαγή της καταβολής του πόρου αυτού μόνο υπέρ του εναγομένου ιδρύματος και μόνον για τις πληρωμές του για τις κάθε φύσεως προμήθειες, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι καταβαλλόμενες στους ενάγοντες αμοιβές για την προσφορά των ιατρικών υπηρεσιών τους σ' αυτό".
Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία η αγωγή, όσον αφορά τους καλούντες ήδη αναιρεσείοντες, είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ.
Α' περ. β' και 23 παρ.4 του Π.Δ. 422/1981 (κύρια βάση της αγωγής), 18 παρ. 1 του Ν.2150/1993 (πρώτη επικουρική βάση της αγωγής) και 23 παρ.2 του Π.Δ. 422/1981 (δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής) και οι τρεις λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων εις βάρος των αναιρεσειόντων δεν γεννάται, εφόσον το αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Δ. Υ. Π. Α.", που παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ότι δεν θα εμφανιστεί κατά την εκφώνηση (άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, με συνέπεια να μην έχει υποβληθεί από αυτό αίτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων,κατά το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, (ΑΠ 1691/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2009 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 7014/17-10-2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ