Legislator Case Law & Legislation
1714/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and unreasonableness regarding bank book copy verification requirements.

Case Number 1714/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's final judgment regarding a payment order based on bank books. The appellants argued the lower court erred by not verifying the accuracy of the bank book excerpt from a public authority, but the Court found this argument inadmissible as it was never raised before the court of first instance or the appellate court. Furthermore, the Court ruled the appeal unreasonable because, in cases of computerized commercial books, the printed excerpt with the bank employee's certification constitutes the original document, rendering a separate verification of accuracy unnecessary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if based on grounds not raised before the court of first instance or the appellate court, and an appeal is unreasonable if the lower court correctly determined that a printed excerpt from computerized commercial books with an employee's certification serves as the original document, eliminating the need for a separate verification of accuracy.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unreasonable appeal commercial books original document verification of accuracy bank book excerpt code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 449 of the Code of Civil Procedure
Article 52 of Law 3026/1954
Article 14 of Law 1599/1986

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 621/2018
Supreme Court Case 84/2014
Supreme Court Case 1501/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1714 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1714/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ.... ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Κ. του Σ., 3) Κ. Μ. του Ν., 4) Α. Β. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη - Μαρία Παπαλημναίου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νταφούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "C.... ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" ("C..."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπαχάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Ο. Τ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, και την από 27/3/2012 ανακοπή του προς ον η κοινοποίηση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/3/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10-6-2019 αίτηση - κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετ' αναβολή από τις δικασίμους της 18-5-2020 και 24-5-2021, η από αυτούς ασκηθείσα από 29-3-2018 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Κατάθ. 28/2018), μετά την ματαίωση της συζήτησής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20ης Μαΐου 2019. Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 126/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 22-12-2013 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της 111/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους. Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ' υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ.

β' ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδόμενης αποφάσεως και στους δύο). Ωστόσο, όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθένα είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, είναι δε αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 573/2019, ΑΠ 1281/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 (ήτοι, τους αναγκαίους ομοδίκους) έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ότι το έχουν ασκήσει και οι ομόδικοί του που αδράνησαν.

Στην περίπτωση αυτή της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, πρέπει οι ομόδικοι που δεν άσκησαν το ένδικο μέσο, να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Διαφορετικά η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 239 / 2020, ΑΠ 192/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν αίτησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας (καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ") εκδόθηκε κατά των αναιρεσειόντων, καθώς και του Ο.

Τ., η 108/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία οι ανωτέρω υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αιτούσα, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό του 1.197.101,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 2-3-2012, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερημένων τόκων και με εξάμηνο ανατοκισμό αυτών, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από την (5110) ...

σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, στις οποίες η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συμβλήθηκε ως πιστούχος, οι δε λοιποί αναιρεσείοντες, καθώς και ο Ο. Τ., ως εγγυητές, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες. Στη συνέχεια, οι μεν αναιρεσείοντες άσκησαν την από 22-3-2012 ανακοπή, ο δε Ο.

Τ. την από 27-3-2012 ανακοπή, με τις οποίες ζήτησαν, για τους αναφερόμενους σ' αυτές λόγους, την ακύρωση της παραπάνω διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας) με την 111/2013 απόφασή του δέχθηκε τις ανακοπές και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου της από 22-3-2012 ανακοπής των αναιρεσειόντων και τέταρτου λόγου της από 27-3-2012 ανακοπής του Ο.

Τ., περί καταχρηστικής άσκησης (281 ΑΚ) του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση πίστωσης και να επιδιώξει την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Η αναιρεσίβλητη Τράπεζα άσκησε κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης την από 22-12-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 126/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία κρίθηκε ο περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας λόγος των ανακοπών ως ουσιαστικά αβάσιμος και, στη συνέχεια, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάστηκαν οι ανακοπές κατά τους υπόλοιπους λόγους τους, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, οι οποίες και απορρίφθηκαν.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης οι ανακόπτοντες της από 22-3-2012 ανακοπής (ήδη αναιρεσείοντες) άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ωστόσο, οι ομόδικοι στην ανωτέρω δίκη (ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι), ήτοι οι αναιρεσείοντες και ο Ο. Τ., ενόψει της προβολής εκ μέρους τους λόγων ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής που αφορούν μόνο στην ύπαρξη του χρέους από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο ανωτέρω Ο. Τ. δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, με αριθμούς 11023Γ/13-3-2019 και 11766Γ/11-10-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα στο Πρωτοδικείο Καβάλας, Δ. Χ., προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επέδωσαν στον προαναφερόμενο Ο. Τ., ακριβές αντίγραφο, τόσο της αίτησης αναίρεσης, με κλήση για να παραστεί στη συζήτησή της κατά την αρχική δικάσιμο της 20-5-2019, όσο και της από 10-6-2019 αίτησης - κλήσης για να παραστεί στη συζήτησή της στη δικάσιμο της 18-5-2020, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, για την οποία δεν απαιτείται νέα κλήτευση, καθόσον κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, η αναγραφή από το γραμματέα, της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, ο ανωτέρω, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τους αναγκαίους ομοδίκους του - αναιρεσείοντες και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτός παρών.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ.

γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και, μετά τη μεταβίβασή τους, οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 368/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ""C... ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με το από 14-2-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17-2-2022 (Αριθ. Κατάθ. 10/2022) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως τόσο στους αναιρεσείοντες και στον μη ασκήσαντα αναίρεση, Ο.

Τ., όσο και στην αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθμούς 7158Β, 7157Β, 7159Β, 7160Β/10-3-2022, 7155Β/9-3-2022 και 7145Β/9-3-2022, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας, Ε. Μ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκουσία αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "G....", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθ. πρωτ. ..., στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ..., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 του Ν. 3150/2003, σε συνδ.

με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 [η οποία (μεταβίβαση) έχει αποτέλεσμα εκχώρησης, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 44 του Ν.Δ. 17/7-13/8/1923 και η καταχώριση τα άνω βιβλία επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης προς τους οφειλέτες], πώλησε και μεταβίβασε επιχειρηματικές απαιτήσεις της, προς την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "G..." [που έχει συσταθεί νομίμως, με έδρα στο ...

και αριθμό καταχώρισης στο Μητρώο Εταιρειών της ... ...], η οποία κατέστη αποκλειστική δικαιούχος όλων των άνω απαιτήσεων της μεταβιβάζουσας αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν, περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ' αριθμ. (5110) ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την οποία κατήρτισε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία), με την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, της οποίας την τήρηση των όρων εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες και ο Ο.

Τ., δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 108/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που προσβλήθηκε με τις ανακοπές των αναιρεσειόντων και του Ο. Τ.. Ακολούθως, η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, με την από 18-6-2021 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας εγγράφηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθ.

πρωτ. 210/22-6-2021, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος με την 207/1/29-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων αυτής, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και της 118/19-5-2017 Πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 153/8-1-2019 Πράξη.

Επομένως, η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να έχει δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ) (ΑΠ 402/2021).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1305/2019).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019).

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, εξαιτίας της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 112/2020, 445/2019, ΑΠ 464/2019).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, "εξαιτίας εσφαλμένης ανάγνωσης των κατωτέρω εγγράφων ως προς την ημερομηνία εκδόσεώς τους, ερεύνησε τη συνδρομή της υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας με κριτήριο μεταγενέστερα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, τα οποία υπήγαγε αρνητικά στον ανωτέρω κανόνα δικαίου, παντελώς εσφαλμένα, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας, αλλά και της κοινοποιήσεως της διαταγής πληρωμής, δεν είχαν εισέτι γεννηθεί ως ουσιαστικές προϋποθέσεις γενεσιουργές της μη εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, ενώ οι υπόλοιπες ανωτέρω ουσιαστικές προϋποθέσεις που συνεκτίμησε, δεν ήσαν από μόνες τους επαρκείς για να θεμελιώσουν την μη υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ".

Συγκεκριμένα, τα μεταγενέστερα της καταγγελίας έγγραφα που παραποιήθηκαν είναι τα εξής: (α) η υπ' αριθ. 378/2-4-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που απέρριψε την αίτηση της καθ' ης η ανακοπή, με αποτέλεσμα (κατά την κρίση του Εφετείου) να μείνουν και πάλι ανασφάλιστες οι απαιτήσεις της, (β) το με αριθ.

πρωτ. 1151/6-4-2012 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών για την επιβολή μέτρων διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, (γ) η με αρ. καταθ. 16/2016 αίτηση πτώχευσης της Α.... κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και (δ) η κοινοποίηση, την 9-3-2012, καταγγελίας εκ μέρους της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της συμβάσεως πιστώσεως που είχε καταρτίσει με την πρώτη αναιρεσείουσα, με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.061.028,53 ευρώ.

Με το επικαλούμενο ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το κατά λέξη περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων που κατά την αιτίαση των αναιρεσειόντων παραμορφώθηκαν και το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση αυτών να παρέχεται η δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, ενώ, άλλωστε, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ως άνω έγγραφα.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 2/2008). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της συμβάσεως, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο το γεγονός ότι, η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα, κατ' αρχήν, αποφασίζει, εκτός και πάλι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004).

Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Ειδικότερα, οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ` αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες.

Συνεπώς, και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 565/2017).

Έτσι σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ` αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια.

Κατά την έννοια αυτή η τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής συμβάσεως και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ` αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον τον δεύτερο αναιρετικό λόγο μέρος του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η καθ' ης η ανακοπή, στην οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση, δυνάμει της υπ' αρ. ... απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, κατήρτισε με την πρώτη ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Φ....

ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" τη με αριθμό 5110/6-3-2000 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 500.000 δραχμών, το οποίο αυξήθηκε σταδιακά μέχρι του ποσού των 10.550.000 ευρώ με τις από 28-8-2000, 9-4-2001, 11-7-2002, 14-11-2006, 13-2-2008 και 18-9-2008 πρόσθετες πράξεις της σύμβασης. Η παραπάνω σύμβαση πίστωσης παρασχέθηκε με τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτήν, καθώς και στις μεταγενέστερες από 6-3-2000, 9-4-2001, 5-2-2004, 14-11-2006, 13-2-2008, 18-9-2008, 1-10-2010 και 12-3-2010 πρόσθετες πράξεις, οι οποίες συμφωνήθηκε ρητά να αποτελούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με την αρχική σύμβαση.

Η πιστούχος έκανε χρήση της πιο πάνω πιστώσεως, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν: α) ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός, το κατά την 31-3-2011 χρεωστικό κατάλοιπο του οποίου, ποσού 1.016.107,58 ευρώ, αναγνώρισε ρητώς και ανεπιφύλακτα η πιστούχος με την από 1-4-2011 επιστολή της και β) ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός, το κατά την 31-3-2011 χρεωστικό κατάλοιπο του οποίου, ποσού 153.312,82 ευρώ, αναγνώρισε ρητώς και ανεπιφύλακτα η πιστούχος επίσης με την από 1-4-2011 επιστολή της.

Με την παραπάνω σύμβαση, πλην άλλων, συμφωνήθηκαν τα εξής: (3.4) Ότι σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως θα κλείνονται οριστικά και οι τηρούμενοι, με βάση αυτή, ένας ή περισσότεροι λογαριασμοί και η Τράπεζα θα δικαιούται τότε να συνενώσει αυτούς σε ένα ενιαίο λογαριασμό με άθροισμα ή συμψηφισμό των καταλοίπων τους. (3.5) Ότι τόκος οφείλεται και επί των καθυστερούμενων τόκων υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στους όρους της συμβάσεως πιστώσεως, προ και μετά το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, που λογίζεται, εκκαθαρίζεται και ανατοκίζεται κατά τα ανωτέρω. (3.6) Ότι τα αποσπάσματα από τα βιβλία της Τράπεζας, που εμφανίζουν την κίνηση του ή των σχετικών λογαριασμών της πιστώσεως, από την έναρξή τους ή από της τελευταίας αναγνωρίσεως της πιστούχου και εντεύθεν, αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαιτήσεώς της κατά της πιστούχου, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως ή του σχετικού λογαριασμού. (3.7) Ότι την πιστούχο βαρύνουν τα κάθε φύσεως τέλη, εισφορές και δικαιώματα υπέρ οποιουδήποτε και οι κάθε φύσεως δαπάνες για την κατάρτιση, λειτουργία και εκτέλεση της συμβάσεως. (3.8) Ότι στο τέλος κάθε τριμήνου θα αποστέλλεται από την Τράπεζα στην πιστούχο αντίγραφο του ή των λογαριασμών, που θα εμφανίζει την κίνηση και το υπόλοιπό τους και ότι αν η πιστούχος δεν δηλώσει εντός τριάντα (30) ημερών ότι διαφωνεί με το περιεχόμενό του, συνομολογείται ότι έχει αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα τα κονδύλια του ή των λογαριασμών και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπό τους. (4) Την από τον πιστούχο τήρηση των όρων της πιο πάνω συμβάσεως πιστώσεως, την απ' αυτήν εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών της και την ολοσχερή και εμπρόθεσμη πληρωμή κάθε χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών που τηρήθηκαν για την εξυπηρέτησή της, εγγυήθηκαν εγγράφως προς την Τράπεζα, οι λοιποί ανακόπτοντες, υπογράφοντας την πιο πάνω σύμβαση και τις επ' αυτής πρόσθετες πράξεις, όλοι δε την από 1-10-2010 πρόσθετη πράξη, παραιτηθέντες των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως και των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ενστάσεων ή ευεργετημάτων εν γένει ..., ευθυνόμενοι έτσι αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και σε ολόκληρο μετά της πρώτης των καθ' ων - πιστούχου, ως αυτοφειλέτες.

Την 1-3-2012, επειδή η πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις από την παραπάνω σύμβαση υποχρεώσεις της, και συγκεκριμένα, κι όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων της καθής η ανακοπή τράπεζας, όπου εμφανίζεται η κίνηση των λογαριασμών της πιστώσεως, δεν κατέβαλε κατά κεφάλαιο ληξιπρόθεσμα ποσά, ως προς τον με αριθμό ...

αλληλόχρεο λογαριασμό, ήδη από την 10-11-2011, ύψους 511.448,74 ευρώ και ως προς τον με αριθμό ... αλληλόχρεο λογαριασμό, ήδη από την 10-11-2011, ύψους 142.977,75 ευρώ, η καθής η ανακοπή, αφού καταχώρισε στους τηρούμενους προς εξυπηρέτηση της συμβάσεως, πιο πάνω αλληλόχρεους λογαριασμούς τις πάσης φύσεως απαιτήσεις της, που απορρέουν απ' αυτήν και τις παραπάνω πρόσθετες πράξεις κατά τα συνομολογηθέντα, έκλεισε και κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση και τους λογαριασμούς που την εξυπηρετούσαν, οι οποίοι εμφάνισαν χρεωστικά κατάλοιπα:

α) ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός, ποσό 1.048.012,32 ευρώ και β) ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός ποσό 149.088,95 ευρώ. Με τα από 5-3-2012 εξώδικα έγγραφα, τα οποία κοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες την 6-3-2012 δυνάμει των με αριθμούς ... εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας Μ.

Τ., αντίστοιχα, οι τελευταίοι έλαβαν γνώση της καταγγελίας της σύμβασης και κλήθηκαν να καταβάλλουν τα ως άνω οφειλόμενα συνολικά χρεωστικά κατάλοιπα. Στη συνέχεια και μετά από αίτηση της καθ' ης η ανακοπή, εκδόθηκε η με αριθμό 108/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αντιδίκους την 12-3-2012.

Η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα οδηγήθηκε στην παραπάνω καταγγελία της ένδικης τραπεζικής σύμβασης πίστωσης μετά την δρομολόγηση των παρακάτω πραγματικών περιστατικών: Δυνάμει της από 6-3-2010 πρόσθετης πράξης, η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία (πιστούχος), χρηματοδοτήθηκε με κεφάλαιο κινήσεως, ύψους 200.000 ευρώ, πλέον τόκων.

Με την από 12-3-2010 υποσχετική δήλωσή της η ανακόπτουσα εταιρία, δεσμεύθηκε να καταβάλει το παραπάνω ποσό στην καθ' ης η ανακοπή, μέσα σε έξι μήνες από τη λήψη του, ήτοι μέχρι 15-9-2010, οπότε και κατέστη ληξιπρόθεσμο, πλην όμως δεν κατέβαλε αυτό. Παράλληλα, από τις αρχές του έτους 2011, τρίτοι δανειστές της ανακόπτουσας εταιρίας, εγγράφουν μονομερώς σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ιδίας, αλλά και των μετόχων - εγγυητών της, εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Ειδικότερα, το Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 2011, η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ενέγραψε μονομερώς σε ακίνητη περιουσία της πρώτης ανακόπτουσας και συγκεκριμένα σε αγροτεμάχια στη ..., υποθήκη 200.000 ευρώ, σε γήπεδα στο ..., υποθήκη 760.000 ευρώ, σε οικόπεδο στην οδό ... στην πόλη της …, πλέον των λοιπών προγενέστερων βαρών, υποθήκη 760.000 ευρώ, σε αγροτεμάχιο στα ..., υποθήκη 760.000 ευρώ, σε έκταση (εξ αδιαιρέτου) με αρ. 752 στο ..., υποθήκη 760.000 ευρώ, σε αγροτεμάχιο με αρ. 1351 στο ..., υποθήκη 760.000 ευρώ, σε αγροτεμάχιο αρ. 751 στο ..., υποθήκη 760.000, σε γραφείο στην ..., υποθήκη 200.000 ευρώ.

Επίσης, ενέγραψε εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε ακίνητη περιουσία των λοιπών ανακοπτόντων - εγγυητών. Ταυτόχρονα, το Μάιο του 2011, η τότε CYPRUS POLULAR LTD (ως πρώην ΜΑΡΦΙΝ) καταγγέλλει την σύμβαση με την ανακόπτουσα εταιρία με χρεωστικό υπόλοιπο 1.000.000 ευρώ, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς τον Μάρτιο του 2011, αρνήθηκε να χορηγήσει στην εταιρεία εγγυητικές επιστολές.

Επίσης, από το καλοκαίρι του έτους 2011, σύμφωνα με την κατάσταση των δυσμενών στοιχείων της πρώτης ανακόπτουσας, που προσκομίζει η καθής η ανακοπή τράπεζα, εκδόθηκαν κατ' αυτής διαταγές πληρωμής συνολικού ποσού 2.856.744,57 ευρώ, καθώς και προγράμματα πλειστηριασμού της περιουσίας της για οφειλές ύψους 105.101,13 ευρώ, οι δε ακάλυπτες επιταγές εκδόσεώς της, ανέρχονταν σε 769.321,56 ευρώ.

Όλα τα παραπάνω ήλθαν σε γνώση της καθής η ανακοπή δανείστριας τράπεζας και, προκειμένου να προασπίσει τα επιχειρησιακά της συμφέροντα και τα νόμιμα δικαιώματά της, τα οποία απορρέουν από την ένδικη σύμβαση πίστωσης, αφού προηγουμένως ζητά από την πρώτη ανακόπτουσα να συναινέσει στην διασφάλιση των μη εξασφαλισμένων εμπραγμάτως απαιτήσεών της, μετά δε άρνηση αυτής, προβαίνει σε κατάθεση της υπ' αρ.

κατ. ... αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για παροχή άδειας προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στην εταιρική περιουσία και στα ακίνητα των εγγυητών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 378/2-4-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που απέρριψε την αίτηση της καθής η ανακοπή, με αποτέλεσμα να μείνουν και πάλι ανασφάλιστες οι απαιτήσεις της.

Εξάλλου, την 22-11-2011, το Υπουργείο Οικονομικών (Διαπεριφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Θεσσαλονίκης) με το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό του, το οποίο κοινοποιήθηκε στην καθής η ανακοπή Τράπεζα, αφού διαπίστωσε "ότι η παραπάνω επιχείρηση για χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-9-2011 δεν έχει αποδώσει στο Δημόσιο ΦΠΑ και παρακρατούμενους φόρους...", ζητά την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου (απαγόρευση παραλαβής δηλώσεων, αναστολή απορρήτου, δέσμευση 50% λογαριασμών κλπ).

Η ίδια υπηρεσία με το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό της προβαίνει στη μερική άρση της διασφάλισης των μέτρων ασφαλείας του Δημοσίου, που είχαν διαταχθεί με το πρώτο έγγραφο. Στις 6-4-2012 η ίδια Υπηρεσία με το με αριθμ. πρωτ. 1151/6-4-2012 έγγραφό της, διαπιστώνοντας ότι "η παραπάνω επιχείρηση για χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 29-2-2012 δεν έχει αποδώσει στο Δημόσιο παρακρατούμενους φόρους...", ζητά εκ νέου την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου (απαγόρευση παραλαβής δηλώσεων, αναστολή απορρήτου, δέσμευση 50% λογαριασμών κλπ).

Παράλληλα, δεν καλύπτονται τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως της εταιρίας, την 10-1-2012 ποσού 39.225,97 ευρώ, την 10-2-2012 ποσού 51.432,30 ευρώ, την 28-2-2012 ποσού 17.856,80 ευρώ, όλων σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Α..., η οποία τελικά κατέθεσε την με αριθμ. κατ. 16/2016 αίτηση πτώχευσης αυτής, επικαλούμενη την μη εξόφληση, πλην άλλων και των παραπάνω επιταγών.

Υπό το παραπάνω αρνητικό κλίμα για την πρώτη ανακόπτουσα η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, την 24-2-2012 καταγγέλλει, επίσης, την σύμβαση πίστωσης που είχε καταρτίσει με την ανακόπτουσα και κοινοποιεί αυτή την 9-3-2012, με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.061.028,53 ευρώ. Όλα τα παραπάνω οικονομικά δεδομένα της πρώτης ανακόπτουσας εταιρείας, ήτοι υπέρογκες οφειλές σε τρίτους, μονομερείς εγγραφές προσημειώσεων και υποθηκών σε βάρος της περιουσίας αυτής και των εγγυητών της, κλείσιμο λογαριασμών από άλλες δανείστριες τράπεζες, άρνηση τραπεζών για έκδοση υπέρ αυτής εγγυητικών επιστολών, μέτρα Ελληνικού Δημοσίου προς διασφάλιση των συμφερόντων του λόγω οφειλών της, ακάλυπτες επιταγές και κυρίως η μη εξόφληση ληξιπρόθεσμων καταβολών προς την καθής δανείστρια τράπεζα, που προηγήθηκαν της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, που έλαβε χώρα την 1-3-2012, προφανώς και δεν συνιστούν πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία.

Αντίθετα υποδηλώνουν σαφώς, την σταθερώς αρνητική πιστωτική και εν γένει δυσχερή οικονομική και ταμειακή κατάπτωση της οφειλέτριας εταιρείας, που δικαιολογούν πλήρως την άσκηση του νομίμου δικαιώματος της καθής, δανείστριας τράπεζας, ήτοι την καταγγελία της σύμβασης και την έκδοση, ακολούθως, της υπ' αρ. 108/2012 ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις της, ήταν υπέρογκες και μάλιστα χωρίς εμπράγματη ή άλλη εξασφάλιση.

Η καθής λοιπόν τράπεζα, ενεργώντας σύμφωνα με τον συνομολογηθέντα υπ' αρ. 5.4γ όρο της επίδικης από 6-3-2000 σύμβασης πίστωσης, προέβη νόμιμα στην καταγγελία της σύμβασης, μετά μάλιστα προηγούμενη επανειλημμένη όχληση των ανακοπτόντων, όπως συναινέσουν τουλάχιστον σε εμπράγματη εξασφάλιση λόγω του ληξιπροθέσμου των οφειλών της.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν πλήρως, η ενέργεια της καθής οι ανακοπές να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησής της, με την καταγγελία και την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν συνιστά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ούτε, εξάλλου, το γεγονός της οικονομικής βλάβης της ανακόπτουσας εταιρίας, συνιστά εν προκειμένω κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον αυτή η βλάβη επέρχεται αυτονόητα με την άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας, όπως εισπράξει την απαίτησή της, δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, που εν προκειμένω δεν υπερβαίνει υπό τα αποδεδειγμένα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του, καθότι αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω, αφενός ύπαρξη έννομου συμφέροντος της δανείστριας να ασκήσει το δικαίωμά της, αφετέρου σταθερή οικονομική δυσπραγία εξόφληση των εν γένει οφειλών της.

Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων, ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης καθίσταται καταχρηστική επιπλέον και για το λόγο ότι, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, η ανακόπτουσα εταιρία, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με όλες τις δανείστριες τράπεζες, με σκοπό τη χορήγηση σε αυτήν κοινοπρακτικού δανείου και, λόγω της καταγγελίας, άλλαξαν στάση και της έκαναν ιδιαίτερα δυσμενή πρόταση, που δεν αποδέχθηκαν, με αποτέλεσμα την έλλειψη ρευστότητας και την επακόλουθη αυτής, υπαγωγή της στην διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ.

του Πτωχευτικού Κώδικα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Τον Μάρτιο του 2011, άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της ανακόπτουσας εταιρίας, μετά από σχετικό αίτημα αυτής, και όλων των δανειστριών Τραπεζών, ήτοι της καθ' ης, της Εμπορικής Τράπεζας, της Τράπεζας Πειραιώς, της Γενικής Τράπεζας, της Τράπεζας Marfin, της Εθνικής Τράπεζας και της Αγροτικής Τράπεζας, με επικεφαλής των διαπραγματεύσεων την Εθνική Τράπεζα, με σκοπό την διερεύνηση της δυνατότητας αναδιάρθρωσης του συνόλου του δανεισμού της εταιρείας, ενόψει και της πιεστικής οικονομικής κατάστασης που αυτή παρουσίασε κατά τα προαναφερόμενα (ληξιπρόθεσμα χρέη, ακάλυπτες επιταγές, μονομερώς εγγραφές εμπραγμάτων εξασφαλίσεων προς διασφάλιση τραπεζικών απαιτήσεων) ήδη από το καλοκαίρι του έτους 2010.

Οι παραπάνω διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν μέχρι και την 22-11-2012, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από την καθής τράπεζα έγγραφα, που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τόσο των διαδίκων πλευρών, όσο και της ανακόπτουσας και της Εθνικής Τράπεζας (ως επικεφαλής των διαπραγματεύσεων), καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης.

Πλην, όμως, ναυάγησαν τελικά, διότι, ενώ οι τράπεζες απαιτούσαν, προκειμένου να χορηγήσουν το κοινοπρακτικό δάνειο, την εγγύηση όλων των ιδίων ως άνω εγγυητών και ήδη ανακοπτόντων, αυτοί δεν επιθυμούσαν πλέον να δεσμευτούν υπέρ της ανακόπτουσας εταιρείας, προφανώς λόγω των μεγάλων οφειλών της. Εξάλλου, όπως κατά τα παραπάνω αποδείχθηκε, η ανακόπτουσα εταιρεία είχε μη εξυπηρετούμενες υπέρογκες οφειλές, τόσο προς την καθής όσο και προς τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, αρνείτο δε την παροχή οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας υπέρ των δανειστών της και για το λόγο αυτό εγγράφηκαν μονομερώς, από την Αγροτική Τράπεζα υποθήκες σε ακίνητα των ανακοπτόντων.

Ήδη, δηλαδή, πριν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης από την καθής, οι λοιπές τράπεζες είχαν λάβει επιθετικά μέτρα σε βάρος της ανακόπτουσας εταιρείας προς εξασφάλιση των απαιτήσεών τους, στη δε διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, υποβλήθηκε η ανακόπτουσα εταιρεία ακριβώς λόγω της οικονομικής δυσπραγίας που επήλθε λόγω αφενός της οικονομικής κρίσης, που έπληξε το χώρο των δημοσίων έργων, όπου δραστηριοποιείται, αφετέρου του δανειοδοτικού της ανοίγματος, πολλών εκατομμυρίων ευρώ, έναντι όλων των παραπάνω πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήταν η αιτία διακοπής των ευνοϊκών για την ίδια διαπραγματεύσεων με τις δανείστριες τράπεζες, απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι καθίσταται περαιτέρω καταχρηστική η άσκηση της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης και γιατί η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν ισχυρή λόγω της μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας της, πέραν του γεγονότος ότι η επικαλούμενη, προσκομιζόμενη και συνταχθείσα κατ' εντολή της ανακόπτουσας εταιρείας έκθεση της G. T., αφορά την οικονομική θέση του ομίλου Φ.... ΑΕ και όχι μόνο της ανακόπτουσας εταιρείας, προβάλλεται και άνευ αντικειμένου, καθότι η ίδια η ανακόπτουσα αρνείται την εμπράγματη εξασφάλιση των οφειλών της, για το λόγο δε αυτό η καθής αναγκάστηκε να ασκήσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εγγραφής προσημειώσεων, η δε Αγροτική Τράπεζα προέβη σε μονομερή εγγραφή υποθήκης, λόγω του προνομιακού καθεστώτος που απολάμβανε. Επομένως, ο λόγος ανακοπής των ανακοπτόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθής η ανακοπή να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση πίστωσης, υπό τα παραπάνω αποδεδειγμένα περιστατικά κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας προς είσπραξη της προερχόμενης από την επίδικη σύμβαση πίστωσης απαίτησής της με την καταγγελία αυτής (σύμβασης πίστωσης) και την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, κατά τρόπο που δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού σκοπού του παραπάνω δικαιώματός της, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, αναφέρεται σ' αυτήν η πραγματική οικονομική κατάσταση της πρώτης αναιρεσείουσας (πιστούχου), που προηγήθηκε της κατά την 1-3-2012 καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης και της έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής, η οποία συνιστούσε όχι πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια αυτής να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, όπως ισχυριζόταν η πιστούχος, αλλά μόνιμη και γενική αδυναμία αυτής να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της, καθόσον είχε υπέρογκες ληξιπρόθεσμες οφειλές και προς άλλους δανειστές, όπως προς την Αγροτική Τράπεζα, η οποία προς προστασία των δικαιωμάτων της ενέγραψε μονομερώς σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της πιστούχου επτά υποθήκες συνολικού ποσού 4.960.000 ευρώ, καθώς και εμπράγματες εξασφαλίσεις σε ακίνητα των εγγυητών, προς την CYPRUS POPULAR LTD, η οποία τον Μάιο του έτους 2011 κατήγγειλε σύμβαση πίστωσης που είχε καταρτίσει με την πρώτη αναιρεσείουσα με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της 1.000.000 ευρώ, προς την Γενική Τράπεζα, η οποία τον Φεβρουάριο του 2012 κατήγγειλε σύμβαση πίστωσης που, επίσης, είχε συνάψει με την πιστούχο, με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της 1.061.028 ευρώ, προς το Ελληνικό Δημόσιο λόγω μη απόδοσης ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων κατά τα έτη 2010 και 2011, η αρμόδια υπηρεσία του οποίου ζήτησε από την αναιρεσίβλητη τράπεζα την δέσμευση του 50% των λογαριασμών της πρώτης αναιρεσείουσας, προς την Α....

από ακάλυπτες επιταγές, εκδόσεώς της (πρώτης αναιρεσείουσας), συνολικού ποσού 108.515 ευρώ, προς άλλους ιδιώτες από ακάλυπτες επιταγές, εκδόσεως αυτής, συνολικού ποσού 769.321,56 ευρώ και από διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν σε βάρος της ύψους 2.856.744,57 ευρώ, ενώ, το Μάρτιο του έτους 2011 και η Τράπεζα Πειραιώς αρνήθηκε να χορηγήσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη εγγυητικές επιστολές.

Επίσης, αναφέρεται ότι οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας πιστούχου και όλων των δανειστριών τραπεζών αυτής προς το σκοπό χορήγησης σ' αυτήν κοινοπρακτικού δανείου συνεχίστηκαν και μετά την καταγγελία και την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής (ήτοι μέχρι 22-11-2012) και διακόπηκαν, όχι λόγω της καταγγελίας, όπως επικαλείτο η πιστούχος, αλλά διότι οι εγγυητές αρνούντο να εγγυηθούν υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας για τη λήψη του κοινοπρακτικού δανείου, όπως ζητούσαν οι τράπεζες, ενώ η ίδια (πρώτη αναιρεσείουσα) αρνείτο να παράσχει προς αυτές (τράπεζες) εμπράγματες ασφάλειες.

Υπό τα ανωτέρω δυσμενή οικονομικά δεδομένα της πρώτης αναιρεσείουσας, που περιήλθαν σε γνώση της αναιρεσίβλητης, ήτοι της ύπαρξης των πολλών και υπέρογκων οφειλών της προς τρίτους και ενόψει του ότι η προερχόμενη από την επίδικη σύμβαση πίστωσης απαίτηση της αναιρεσίβλητης, που ήταν και αυτή υπέρογκη, δεν ήταν εξασφαλισμένη με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, τις οποίες η πρώτη αναιρεσείουσα πιστούχος και οι εγγυητές αρνούντο να παράσχουν, γεγονός που ανάγκασε την αναιρεσίβλητη να ζητήσει με την με αριθμό ...

αίτηση τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων παροχής άδειας εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της εταιρικής περιουσίας και της περιουσίας των εγγυητών (η οποία απορρίφθηκε με την 378/2-4-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας), δεν μπορεί να κριθεί ότι η καλόπιστη συμπεριφορά επέβαλε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα την υποχρέωση να ανεχθεί και περαιτέρω καθυστέρηση στην εκπλήρωση της οφειλής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας πιστούχου και των εγγυητών και ως εκ τούτου η ενέργειά της να προχωρήσει στην άσκηση του προβλεπόμενου από την επίδικη σύμβαση πίστωσης δικαιώματος προς καταγγελία αυτής και προς έκδοση, στη συνέχεια, της 108/2012 διαταγής πληρωμής, η οποία έγινε προς προστασία των επιχειρησιακών συμφερόντων της και των νομίμων δικαιωμάτων της που απέρρεαν από τη σύμβαση πίστωσης, δεν υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της.

Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με το άνω ουσιώδες ζήτημα) η παράθεση και άλλων, πλην των όσων διέλαβε, αιτιολογιών.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου την άνω διάταξη του 281 ΑΚ, διαλαμβάνοντας ελλιπείς αιτιολογίες [ως προς: (α) την τήρηση των ορίων χρηστής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την υποβολή αίτησης προς έκδοση διαταγής πληρωμής μετά από λίγες μέρες (6 ημερολογιακές) με την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής την 12-3-2012, (β) την συνδρομή ουσιαστικού κέρδους για την αναιρεσίβλητη από την ασκηθείσα καταγγελία, αλλά και από την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής κατά τον συγκεκριμένο χρόνο άσκησής της (γ) την εκπλήρωση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής της από την πρώτη αναιρεσείουσα πιστούχο], είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη (σε αντίθεση με άλλα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα που απαριθμεί και μνημονεύει λεπτομερώς) το με ημερομηνία 9-9-2011 έγγραφο, χαρακτηριζόμενο ως εμπιστευτική δήλωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που απέστειλε με συστημένη εμπιστευτική επιστολή προς τον διεθνή Οίκο G.

T., το οποίο οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν με επίκληση, τόσον με τις από 5-6-2013 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και με τις από 9-3-2017 προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στο οποίο η αναιρεσίβλητη δηλώνει πανηγυρικά ότι η πρώτη από τους αναιρεσείοντες - πιστούχος εταιρεία ήταν απολύτως συνεπής προς τις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τις μεταξύ τους ένδικες συμβάσεις, δήλωση από την οποία αποδεικνύεται, (α) η καταχρηστικότητα της καταγγελίας της αναιρεσίβλητης, λόγω αντίθετης προγενέστερης συμπεριφοράς της και συγκεκριμένα λόγω δεσμευτικής δηλώσεώς της περί ανυπαρξίας απαιτήσεών της από το κατάλοιπο των επίδικων λογαριασμών πέντε (5) μήνες μετά τις από 1-4-2011 επιστολές αναγνώρισης των καταλοίπων εκ μέρους των αναιρεσειόντων, (β) η ανυπαρξία των επίδικων κονδυλίων πιστοχρεώσεων των επίδικων λογαριασμών με βάση τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής και (γ) η ανυπαρξία πάσης φύσεως τόκων και εξόδων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι, τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είτε ως αποκτηθέντα μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (τα τελευταία μνημονεύονται ειδικά), είτε ως βραδέως προσαχθέντα, χωρίς, όμως, πρόθεση στρεψοδικίας, τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων και οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζουν αμφότερα τα διάδικα μέρη, οι οποίες λήφθηκαν εξ αφορμής άλλων δικών, τις υπ' αριθ. 866 και 867/9-3-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εκκαλούσας - καθής η ανακοπή, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων, χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι, όμως, ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο έγγραφο, το οποίο, άλλωστε, δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει ειδικώς και ουδεμία δημιουργείται αμφιβολία ότι το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο "μη ερευνώντας εάν η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης, με βάση τα οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έγινε από δημόσια αρχή ή δικηγόρο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ 3026/1954 και 14 ν. 1599/1986, σύμφωνα με τις οποίες το αντίγραφο του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας έχει ισχύ ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από δημόσια αρχή ή δικηγόρο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ανακοπή και έφεση) οι αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν σχετικό ισχυρισμό με λόγο ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και με επαναφορά του με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και, συνεπώς, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, στην περίπτωση εμπορικών βιβλίων που τηρούνται μηχανογραφικά, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, που τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, η εκτύπωση του αποσπάσματος με τη σχετική βεβαίωση γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας, που ενήργησε την εκτύπωση, όπως έγινε εν προκειμένω, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της και, επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 621/2018, ΑΠ 84/2014, ΑΠ 1501/2008).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως διάδικοι που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 29-3-2018 (Αριθ. Κατάθ. 28/2018) αίτηση για αναίρεση της 126/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και την από 14-2-2022 (Αριθ. Κατάθ. 10/2022) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ