Supreme Court dismisses appeal on wrongful dismissal, upholding lower court's finding of no abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a wrongful termination claim. The appellant argued that his dismissal was abusive due to personal animosity and pressure, but the court found no evidence of such misconduct. The court ruled that the lower court correctly applied civil code provisions regarding the limits of termination rights and the absence of unlawful personality infringement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 57 of the Civil Code; Article 59 of the Civil Code; Article 914 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code: Termination of an indefinite-term employment contract is voidable but not void ab initio; however, it constitutes an abuse of right and is invalid if motivated by personal animosity or revenge rather than legitimate grounds, and damages for moral harm are payable only if the termination involved unlawful and intentional infringement of the employee's personality or constitutes a tort.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1714 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1714/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Μαρία Νικολακέα, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέλλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σολομονή Παραλίδου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 597/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3962/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.
Στην περίπτωση αυτή, επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ’ υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012).
Αν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 460/2013, 309/2011, 1323/2010, 548/2010, 624/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ’ επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το παραδεκτό του οποίου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 2/2013, 20/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
2.- Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Η εναγομένη εταιρεία ιδρύθηκε το έτος 2001 και σκοπό έχει την ανάπτυξη, τη λειτουργία και την εκμετάλλευση του σύγχρονου δικτύου του αστικού τροχιόδρομου (...).
Στις 27.1.2003 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, ο οποίος είναι μηχανολόγος -μηχανικός, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έχει εξειδικευμένη εμπειρία στα ηλεκτροκίνητα μέσα σταθερής τροχιάς. Από την έναρξη της εργασιακής σχέσης των διαδίκων ο ενάγων επέδειξε μεθοδικότητα, επιμέλεια και εργατικότητα και από τον Απρίλιο του 2004 συμμετείχε στην ομάδα ολοκλήρωσης του αστικού τροχιόδρομου, η οποία με εντατική εργασία επέτυχε και παρέδωσε έγκαιρα το συγκεκριμένο έργο ενόψει της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα τον Αύγουστο του 2004, για τη συμβολή του δε αυτή έλαβε συγχαρητήρια επιστολή από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Τα πιο πάνω τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα εκτιμήθηκαν από την εναγομένη, η οποία την 1.6.2004 τον προήγαγε στη θέση του Τμηματάρχη Λειτουργίας, στις 1.12.2004 του ανέθεσε την άσκηση των καθηκόντων του Διευθυντή Λειτουργίας και την 1.10.2005 τον τοποθέτησε οριστικά στη διευθυντική αυτή θέση, η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί έργο της έχει τον συντονισμό και τον έλεγχο της άριστης λειτουργίας του αστικού τροχιόδρομου.
Ειδικότερα η συγκεκριμένη Διεύθυνση περιλαμβάνει το τμήμα υποδομής (συντήρησης του τροχιόδρομου), το τμήμα συντήρησης παροχής ισχύος, το τμήμα ασφάλειας προσωπικού και επιβατών και τον τομέα καθαριότητας. Στις αρμοδιότητες της περιλαμβάνονται ακόμη η έκδοση επίσημων οδηγιών προς όλα τα μέλη του προσωπικού που υπάγεται σε αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και οι οδηγοί και η λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την απόδοση της λειτουργίας του ....
Ο Διευθυντής Λειτουργίας έχει πλήρη ευθύνη για την ομαλό συντονισμό όλων των ανωτέρω τμημάτων και παράλληλα έχει ευθύνη για τον συνολικό προϋπολογισμό, την εφαρμογή όλων των προγραμματισμένων και λειτουργικών μέτρων, τη συμμόρφωση με όλους τους ισχύοντες νόμους και τους κανονισμούς της εναγομένης και για την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης ποιότητας.
Μέχρι τα μέσα του έτους 2006 οι εργασιακές σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές. Από το φθινόπωρο, όμως, του ίδιου έτους άρχισαν να γίνεται αντιληπτό στο Γενικό Διευθυντή της εναγομένης ότι ο ενάγων απέφευγε να αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη της θέσης που κατείχε. Ειδικότερα, κατά παράβαση των κανόνων που είχαν καθιερωθεί, σύμφωνα με τους οποίους ο Διευθυντής κάθε Διεύθυνσης υπέγραφε κάθε εξερχόμενο από τη Διεύθυνση του έγγραφο, ο ενάγων δεν υπέγραφε όλα τα έγγραφα της Διεύθυνσής του, που απευθύνονταν σε άλλες Διευθύνσεις της εταιρείας ή στη Διοίκησή της ή και σε τρίτους, αλλά μετέθετε την υπογραφή τους στον υποδιευθυντή και στους τμηματάρχες της Διεύθυνσης Λειτουργίας, με το πρόσχημα ότι αυτοί γνώριζαν το θέμα ή είχαν επιληφθεί για την επίλυση του, ή ήταν ζήτημα δευτερευούσης σημασίας.
Η τακτική του αυτή έπληττε το κύρος του ως Διευθυντή της συγκεκριμένης Διεύθυνσης, διότι έδιδε την εντύπωση ότι αυτή σε ορισμένα ζητήματα εκπροσωπείτο από τον Υποδιευθυντή ή από τον Τμηματάρχη της (και όχι από το Διευθυντή της -ενάγοντα). Παράλληλα, όμως, προκαλούσε προβλήματα και καθυστερήσεις στην εσωτερική λειτουργία της εναγομένης, διότι οι παραλήπτες των εγγράφων, τα οποία, αν και έπρεπε να έχουν υπογραφεί από τον ίδιο, έφεραν την υπογραφή των υφισταμένων του, είχαν αμφιβολίες εάν αυτά είχαν την έγκριση του Διευθυντή Λειτουργίας για το θέμα που αφορούσαν και ζητούσαν διευκρινήσεις, προκειμένου να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διαδικασία που είχε καθιερωθεί στην εναγομένη, ο εντολές αγοράς υλικών, πριν σταλούν στους προμηθευτές της, έπρεπε να φέρουν την υπογραφή του Διευθυντή Οικονομικών και του Διευθυντή Λειτουργίας, για να είναι βέβαιο ότι αφορούν σε αναγκαία δαπάνη που προβλέπεται στον προϋπολογισμό της επιχείρησης.
Όμως, από τις αρχές Νοεμβρίου 2006 ο ενάγων αρνιόταν να υπογράφει όλες τις εντολές για την αγορά συστημάτων και ανταλλακτικών, που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία της εναγομένης. Έτσι, ορισμένες από τις εντολές αυτές υπογράφονταν από τον τότε Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Λειτουργίας, όπως συνέβη στην από 9.11.2006 εντολή αγοράς αυτόνομου συστήματος ελέγχου προσπέλασης με αναγνώστη από την εταιρεία "...
ABEE", στην από 29.12.2006 εντολή αγοράς πινακίδας αποβάθρας από την εταιρεία "... ΑΕ" και στην από 23.1.2007 εντολή αγοράς ποσότητας γράσου από τον προμηθευτή "... & ΣΙΑ ΟΕ", που στη θέση "Εγκριτικό Όργανο" φέρουν την υπογραφή του Υποδιευθυντή Λειτουργίας, αντί της υπογραφής του ενάγοντα. Η ανάθεση της υπογραφής τέτοιων εντολών σε υφισταμένους του προκαλούσε καθυστερήσεις και ασυνεννοησία τόσο κατά το στάδιο της παραγγελίας των υλικών, όσο και κατά το στάδιο των εκδόσεων των ενταλμάτων πληρωμής και των αντίστοιχων επιταγών, καθόσον υπήρχε εύλογη αμφιβολία αν οι δαπάνες αυτές είχαν εγκριθεί από το Διευθυντή Λειτουργίας και ήταν στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της συγκεκριμένης Διεύθυνσης, για την τήρηση του οποίου υπεύθυνος και αρμόδιος ήταν ο ενάγων.
Επίσης, υπηρεσιακά σημειώματα της Διεύθυνσης Λειτουργίας, τα οποία απευθύνονταν σε άλλες Διευθύνσεις της εναγομένης, δεν έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος, αλλά υπογράφονταν από τους υφισταμένους του, όπως τα με αριθμούς πρωτ/λου ...10.11.2006 και .../3.1.2007 υπηρεσιακά σημειώματα της Διεύθυνσης Λειτουργίας προς τη Διεύθυνση Οικονομικών -Τμήμα Προμηθειών, με θέματα "Τροποποίηση λίστας κλήσεων Υπηρεσιακού Κινητού ..." και "Προμήθεια νέας σύνδεσης κινητού τηλεφώνου", και το με αριθμό πρωτ. ....12.2006 υπηρεσιακό σημείωμα της Διεύθυνσης Λειτουργίας προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο -Γενικό Διευθυντή, με θέμα "αίτημα αδείας άνευ αποδοχών", που φέρουν την υπογραφή του Υποδιευθυντή Λειτουργίας, μολονότι έπρεπε να έχουν υπογραφεί από τον ενάγοντα, αυτός δεν τα υπέγραψε με την αιτιολογία είτε ότι αφορούσαν σε ζητήματα με τα οποία είχε ασχοληθεί ο Υποδιευθυντής Λειτουργίας, είτε αφορούσαν σε δευτερεύοντα ζητήματα.
Η επιλογή του ενάγοντα να μην υπογράφει ο ίδιος όλα τα υπηρεσιακά σημειώματα της Διεύθυνσής του δημιούργησε κλίμα δυσαρέσκειας στους Διευθυντές των λοιπών οκτώ Διευθύνσεων της εναγομένης, οι οποίοι τηρούσαν απαρέγκλιτα τη διαδικασία εσωτερικής επικοινωνίας, που είχε καθιερωθεί με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου.
Επίσης, ο ενάγων ανέβαλε να οργανώσει το προσωπικό της Διεύθυνσης του και να συντονίσει τις εργασίες που απαιτούνταν για τη συντήρηση του συστήματος Υποδομής. Έτσι το πρόγραμμα αυτό υλοποιήθηκε μετά τη αποχώρησή του. Στις αρχές του έτους 2007 η Διοίκηση της εναγομένης έλαβε γνώση ότι είχαν γίνει καταγγελίες οδηγών των ...
στη Διεύθυνση Διοικητικού, σύμφωνα με τις οποίες ορισμένοι οδηγοί εξυπηρετούνταν συχνά σε σταθερή βάρδια σε βάρος άλλων συναδέλφων τους, ενώ η καθιερωμένη πρακτική της εναγομένης προέβλεπε εναλλασσόμενες βάρδιες των οδηγούν με βάση ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα. Όμως, ο ενάγων, ο οποίος ως εκ της θέσεως του όφειλε να γνωρίζει το θέμα, δεν το επέλυσε, με συνέπεια να επιληφθεί τούτου η Διοίκηση της εναγομένης.
Έτσι, το Φεβρουάριο του 2007, σε σύσκεψη του Διευθύνοντα Συμβούλου, του Γενικού Διευθυντή και του ενάγοντα, αποφασίσθηκαν αλλαγές σχετικά με τις υπηρεσίες των οδηγών ..., όπως πότε θα κάνουν διάλειμμα, πόσο θα διαρκούν τα δρομολόγια τους, σε ποιους χώρους θα κάνουν διάλειμμα. Όταν έγιναν γνωστές οι αλλαγές αυτές, το Σωματείο Ηλεκτροδηγών ...
Αττικής (...) διαμαρτυρήθηκε στον ενάγοντα ως Διευθυντή Λειτουργίας. Και πάλι αυτός, αποποιούμενος τη δική του ευθύνη, τους παρέπεμψε στον Υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Λειτουργίας και στο Γενικό Διευθυντή της εναγομένης. Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά του ενάγοντα προκαλούσε προβλήματα μόνο στην εσωτερική λειτουργία της εναγομένης, διότι στα λοιπά του καθήκοντα ο ενάγων ανταποκρινόταν με επάρκεια, εξαιτίας δε και της δικής του ικανότητας αυξήθηκε ο αριθμός των επιβατών του ...
της Αθήνας από 18.000 σε 55.000 επιβάτες ημερησίως. Όμως, η δυσλειτουργία αυτή υπήρξε ικανή να κλονίσει την εμπιστοσύνη της Διοίκησης της εναγομένης, αφού ο ενάγων, λόγω της υψηλότατης θέσης την οποία κατείχε στην ιεραρχία της, είχε υποχρέωση να αναλαμβάνει κάθε ευθύνη και πρωτοβουλία για την προώθηση των στόχων της Διεύθυνσης Λειτουργίας, στην οποία προΐστατο και να τηρεί αυστηρά τους κανόνες εσωτερικής επικοινωνίας που είχαν επιβληθεί, προκειμένου να εξασφαλίζεται η εύρυθμη συνεργασία και ο συντονισμός των εννέα Διευθύνσεών της.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι από τα μέσα του έτους 2006 η εναγομένη ανέθετε μέρος των αρμοδιοτήτων του στον Υποδιευθυντή Λειτουργίας χωρίς να τον ενημερώνει, ελάμβανε ερήμην του αποφάσεις σε θέματα που ενέπιπταν στην αρμοδιότητα του και απαιτούσε την απομάκρυνση από τη Διεύθυνσή του συνεργατών και υφισταμένου του, επιδιώκοντας την απαξίωση του.
Ειδικότερα, ο μάρτυρας Α. Μ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν κατέθεσε τίποτα περί αυτού, ο δε Γ. Κ., που έδωσε τη με αριθμό .../2009 ένορκη βεβαίωση επίσης με επιμέλεια του ενάγοντα, επανέλαβε μόνο τους αγωγικούς ισχυρισμούς χωρίς να επικαλεσθεί συγκεκριμένο γεγονός, που να δηλώνει ότι η εναγομένη ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα να αναμορφώσει τη δομή και το οργανόγραμμα των Διευθύνσεων και των Τμημάτων της, δεν επιδίωξε τη βελτίωση της αποδοτικότητας των υπηρεσιών της και του προσωπικού της, αλλά επιδίωξε την απαξίωση του ενάγοντα, ωθούμενη από εμπάθεια ή έχθρα στο πρόσωπο του.
Τέλος, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ως αληθές και το περιστατικό, το οποίο επικαλείται ο ενάγων ότι συνέβη στις 14.3.2007, ότι δηλαδή εκείνη την ημέρα ο Γενικός Διευθυντής της εναγομένης απροκάλυπτα τον πίεσε να παραιτηθεί και μετά την άρνηση του να υποκύψει στις πιέσεις αυτές, στις 16-3-2007 του επιδόθηκε η έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν και ενόψει του ότι η θέση εργασίας, την οποία κατείχε ο ενάγων, απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπό του και το αντίθετο, που εξ υπαιτιότητας του εξέλειπε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού στις 16-3-2007 δεν κρίνεται ότι εκφεύγει και μάλιστα προφανώς, των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινοτικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της εναγομένης και επομένως δεν είναι καταχρηστική.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε ότι η από 16.3.2007 απόλυση του ενάγοντα είναι άκυρη ως καταχρηστική, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναλυτικά προεκτέθηκαν και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914. 281. 648, 672 του ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζόμενου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζόμενου, καθώς και της επαγγελματικής του δραστηριότητας) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 340/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η από 16.3.2007 απόλυση του ενάγοντος έλαβε χώρα υπό συνθήκες που προσέβαλαν την προσωπικότητα του. Ειδικότερα, η από 16.3.3007 έγγραφη καταγγελία, που του επιδόθηκε είναι αναιτιολόγητη, ενώ μέχρι εκείνη την ημέρα οι συστάσεις που του είχαν γίνει σχετικά με την προαναφερθείσα αντισυμβατική του συμπεριφορά, ήσαν μόνο προφορικές και σε επίπεδο ηγεσίας της εναγομένης και δεν είχαν διαρρεύσει στα υπόλοιπα στελέχη και στο προσωπικό της.
Ενόψει, λοιπόν, και του γεγονότος ότι η απόλυση του δεν είναι καταχρηστική, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τη προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 5000 ευρώ προς αποκατάσταση της μειωθείσας επαγγελματικής του αξίας και υπόληψης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης.
Κατά συνέπεια, αφού έγιναν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 15.6.2010 έφεσης, που άγουν σε εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης κατά τα κεφάλαια της με τα οποία έγινε δεκτή η από 15.6.2007 αγωγή: α) παρέλκει, ως άνευ αντικειμένου, η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του τέταρτου (και τελευταίου) λόγου έφεσης, διότι αναφέρεται στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης που έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση που είχε προτείνει η εναγομένη -εκκαλούσα για την έκπτωση της ωφέλειας που είχε ο αντίδικός της από την παροχή της εργασίας του αλλού, β) πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αντέφεσης, γιατί συνέχεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης και γ) πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η με αριθμό 597/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί στην ουσία της (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η από 15.6.2007 αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το μεν ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 και 281 του ΑΚ και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και μάλιστα με αντιφατικές αιτιολογίες τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, το δε διέλαβε στην απόφασή του, ως προς τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα (της μη καταχρηστικότητας της απόλυσης), επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 669, 174, 180 και 281 ΑΚ, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, αφού δεν οφείλεται σε λόγους εκδίκησης, αλλά στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, που δικαιολογούσε την απόλυσή του και δεν καθιστά την ένδικη καταγγελία καταχρηστική.
Το γεγονός ότι δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη ότι ο αναιρεσείων ήταν ικανότατο στέλεχος δεν συνεπάγεται ότι αυτή αναγνωρίζει την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την νομιμότητα της απόλυσης του, όπως αυτός εσφαλμένα με το δικόγραφο της αναίρεσης ισχυρίζεται, για να θεμελιώσει τον περαιτέρω ισχυρισμό του περί ανεπαρκούς αιτιολόγησης και παράλειψη εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ από τη προσβαλλόμενη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την από 11-12-2016 αίτηση του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος περί χορήγησης σε αυτόν κανονικής άδειας την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε ως σχετικό με αριθμό 34 ενώπιον του Εφετείου και από την οποία προκύπτει ότι βρισκόταν σε κανονική άδεια από 28-12-2006 έως 3-1-2007 (γεγονός δηλαδή που δεν αμφισβητείται από την αντίδικο). Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ως άνω από 11-12-2006 αίτησή του και επομένως και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του όρου πράγματα νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο υπόψη οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με τη αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.Α.Π. 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, προς θεμελίωση της αγωγής του και προς απόκρουση του ισχυρισμού της αντιδίκου του ότι εξ υπαιτιότητάς του εξέλιπε η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπό του με τον τρίτο λόγο από το αριθμό 8 του ως άνω άρθρου αναφέρει ότι το εφετείο δέχθηκε ότι "την εντολή αγοράς με αριθμό πρωτοκόλλου ...23-1-2007 ποσότητας γράσσου, ποσού 1893 ευρώ από τον προμηθευτή...., στη θέση "Εγκριτικό Όργανο" φέρει την υπογραφή του Υποδιευθυντή Λειτουργίας αντί της υπογραφής του και στην κρίση του αυτή το εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι στο με αριθμό σχετικού … έγγραφο της αναιρεσίβλητης, το οποίο επικαλέστηκε αυτή με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ως υπεύθυνος της εντολής αγοράς φέρεται ο Π.
Β. και επιπροσθέτως δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ότι το ανωτέρω αφορούσε θέμα δευτερεύον θέμα σε σχέση με τη αξιόπιστη και ασφαλή λειτουργία του ... του ήταν η κύρια ευθύνη του, ότι από τα χιλιάδες έγγραφα που υπέγραψε ως Διευθυντής της Διεύθυνσης λειτουργίας της εναγομένης πολλά αφορούσαν σοβαρότατα θέματα λειτουργίας του ...
και ελέγχους του έργου για να διασφαλίζεται η ασφάλεια του έργου και διαχείρισης κρίσεων. Περαιτέρω ο αναιρεσείων εκθέτει ότι από τα υπόλοιπα έγγραφα που η προσβαλλόμενη παραθέτει ότι έφεραν την υπογραφή του υποδιευθυντή Κ. τα δύο δεν αφορούσαν τη διεύθυνσή του και τα άλλα πέντε υπογράφτηκαν όταν αυτός βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια.
Τέλος ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη δε έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι δε είχε γίνει προς αυτόν κάποια παρατήρηση, επίπληξη ή σύσταση από την αναιρεσίβλητη εξαιτίας ανισυμβατικής ή εν γένει μη αρεστής συμπεριφοράς του καθώς και τον ισχυρισμό του κατά τον οποίο δέχθηκε πίεση στις 14-3-2007 από το διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης να παραιτηθεί.
Ο λόγος αυτός του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που εκτέθηκαν παραπάνω είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν καθόσον η προσβαλλόμενη ως εκτέθηκε και προηγουμένως έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι όπως και όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που εκθέτει με το ως άνω λόγο τους οποίους και απέρριψε.
5.- Με τον τελευταίο λόγο της ένδικης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57,59 914 και 932 του ΑΚ και δη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τη κρίση της ότι ο αναιρεσείων δεν υπέστη ηθική βλάβη και την εντεύθεν απόρριψη του αιτήματός του για επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης καθώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του ή υπό συνθήκες που συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 22/2014 δημ.
ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που εκτέθηκαν παραπάνω υπό το στοιχείο 2 της παρούσης το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57,59 914 και 932 του ΑΚ του ΑΚ, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και μάλιστα με αντιφατικές αιτιολογίες τις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του (προσβαλλόμενη), ως προς τα κρίσιμα ζητήματα (της μη προσβολής της προσωπικότητάς του και της μη καταχρηστικότητας της απόλυσης), επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της ως προς τη ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Δικαστικά έξοδα δε θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που νικήθηκε καθόσο η αναιρεσίβλητη που δε κατέθεσε προτάσεις, και παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 3962/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ