Legislator Case Law & Legislation
1714/2016 AI generated

1714/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1714/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1714/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη.

Keywords

AI generated
misleading commercial practices pricing policy failure to state reasons overpaid insurance benefits price indication distribution cost
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1714 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1714/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2612/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιανουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 3 Δεκεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 711/2015.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιο του Δικαστηρίου τούτου α)η από 8-6-2015 αίτηση του Α. Κ. του Μ. και β)οι από 3-12-2015 πρόσθετοι λόγοι του ιδίου, για αναίρεση της με αριθμό 2612/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προδήλου μεταξύ αυτών συναφείας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 § 1 εδ. α του v. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών".

Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.

Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία.

Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2612/2014 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 2 και 4 του Ν.2523/1997 (εικονικών φορολογικών στοιχείων) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους ανασταλείσα.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "ΕΠΕΙΔΗ από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη εντός του έτους 2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως εταίρος-διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία ...

Ο.Ε. αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία με το να παραλάβει τα τιμολόγια, που αναφέρονται πιο κάτω ως προς τον αριθμό, χρόνο έκδοσης και αποδοχής, αξία συναλλαγής, τα οποία εξέδωσαν οι πιο κάτω αναφερόμενοι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων με τις οποίες η εταιρία ... Ο.Ε δήθεν συναλλάχθηκε και ακολούθως ο ίδιος καταχώρησε τα εν λόγω τιμολόγια στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας ...

Ο.Ε. Ωστόσο τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές (πωλήσεις εμπορευμάτων) από τις εκδότριες των τιμολογίων επιχειρήσεις προς την εταιρία ... Ο.Ε και ως εκ τούτου αυτά είναι εικονικά. Τα τιμολόγια έχουν ως εξής: 107/31-10-2006 αξίας 13.618 ευρώ + 2.587 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 114/31-10-2006 ευρώ + 3.439 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ.

Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 41/6-11-2006 αξίας 10.520 ευρώ + 1.998 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 42/24-11-2006 αξίας 9.960 ευρώ + 1.892 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 120/13-12-2006 αξίας 19.300 ευρώ + 3-667 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ.

Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 175/3-8-2006 αξίας 10.442 ευρώ + 1.983,98 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης του Π. Ν. για δήθεν πωλήσεις δερμάτινων ειδών-ειδών δώρων. Το ανύπαρκτο της συναλλαγής αποδεικνύεται από το ότι οι εκδότες των τιμολογίων Χ. Κ. και Π. Ν. δεν είχαν προμηθευτεί αυτά τα εμπορεύματα ώστε να έχουν τη δυνατότητα να τα πωλήσουν στην εταιρία με την επωνυμία ...

Ο.Ε. της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν πρότεινε άλλα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να μπορεί ν' αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αλλά ούτε και άλλα θετικά στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν την αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στη … εντός του έτους 2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ως εταίρος-διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία ... Ο.Ε αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία με το να παραλάβει τα τιμολόγια, που αναφέρονται πιο κάτω ως προς τον αριθμό, χρόνο έκδοσης και αποδοχής, αξία συναλλαγής, τα οποία εξέδωσαν οι πιο κάτω αναφερόμενοι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων με τις οποίες η εταιρία ...

Ο.Ε δήθεν συναλλάχθηκε και ακολούθως ο ίδιος καταχώρησε τα εν λόγω τιμολόγια στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας ... Ο.Ε. Ωστόσο τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές (πωλήσεις εμπορευμάτων) από τις εκδότριες των τιμολογίων επιχειρήσεις προς την εταιρία ... Ο.Ε και ως εκ τούτου αυτά είναι εικονικά.

Τα τιμολόγια έχουν ως εξής: 107/31-10-2006 αξίας 13.618 ευρώ + 2.587 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 114/31-10-2006 ευρώ + 3.439 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 41/6-11-2006 αξίας 10.520 ευρώ + 1.998 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ.

Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 42/24-11-2006 αξίας 9.960 ευρώ + 1.892 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 120/13-12-2006 αξίας 19.300 ευρώ + 3-667 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης της Χ. Κ. για δήθεν πωλήσεις ειδών δώρων-διακοσμητικών ειδών, 175/3-8-2006 αξίας 10.442 ευρώ + 1.983,98 ευρώ ΦΠΑ έκδοσης της επιχείρησης του Π.

Ν. για δήθεν πωλήσεις δερμάτινων ειδών-ειδών δώρων". Με αυτά που δέχθηκε, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της φοροδιαφυγής δια της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1, 2 και 4 του ν.2523/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλ.

ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρονται τα εικονικά τιμολόγια που αποδέχτηκε ο αναιρεσείων και τα οποία αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές και τα οποία αναφέρονται το καθένα με τον αριθμό του, τη χρονολογία εκδόσεώς του β)προσδιορίζεται η γνώση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την εικονικότητα των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων, αφού επιπλέον ο εκδότης αυτών δεν είχε ποτέ προμηθευτεί τα προϊόντα που φέρεται ότι του πώλησε, γ)δεν ήταν απαραίτητο για την αιτιολογία να αναφέρονται ποια διάταξη του Κ.Β.Σ.

παραβίασε ο αναιρεσείων. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά παραπάνω ουσιαστική παραδοχή και κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 εδ.δ'του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης, δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά, ότι έγινε ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να προβεί στις κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δηλώσεις και εξηγήσεις, ενόψει του ότι η δυνατότητα του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε.

Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της καταδικαστικής σε βάρος του κρίσης, έλαβε υπόψη του, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς από τα αναφερόμενα στα πρακτικά στοιχεία, να προκύπτει η ταυτότητά τους και χωρίς το περιεχόμενό τους να προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του την έκθεση ελέγχου των φορολογικών αρχών χωρίς να προσδιορίσει την ταυτότητα της. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι οι εκθέσεις ελέγχου που αναγνώστηκαν προσδιορίζονται αναλυτικά στα πρακτικά της προσβαλλόμενης (452/2008, 29/2009, 3120 και 3121/2009) και η ταυτότητα της έκθεσης ελέγχου που αναφέρεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και μέσων αυτών αναγνώστηκε: α)προσδιορίζεται αναλυτικά μέσω των πράξεων επιβολής προστίμου που επίσης αναγνώστηκαν β)ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα αφού είχε προσφύγει κατ'αυτής στα διοικητικά δικαστήρια και γ)είναι η μοναδική για την κατηγορία για την οποία καταδικάστηκε. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'πρόσθετος λόγος του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος η αιτίαση του αναιρεσείοντος όσον αφορά το δόλο είναι αβάσιμη, διότι υπάρχει η απαιτούμενη αιτιολογία, όπως αναλύεται παραπάνω και δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο της ουσίας ν'αναφέρει οτιδήποτε άλλο όσον αφορά το υποκειμενικό αυτό στοιχείο. Ακόμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αξιολόγησε την ύπαρξη εμπορευμάτων είναι αβάσιμη, διότι προσβάλλει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επομένως ο σχετικός πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2015 αίτηση καθώς και τους πρόσθετους λόγους του Α. Κ. του Μ. για αναίρεση της με αριθμό 2612/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ