Legislator Case Law & Legislation
1714/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for violation of equality principle regarding public sector salary supplements.

Case Number 1714/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to grant a specific salary supplement to certain public employees. The appellant argued that denying this supplement to other employees in identical positions violated the constitutional principle of equality and the relevant labor laws. The Court accepted the equality argument but rejected other procedural complaints as inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 22 of the Constitution; Articles 13 of Law 2470/1997; Article 560 of the Code of Civil Procedure: A violation of the principle of equality regarding identical employment conditions constitutes a valid ground for appeal, whereas mere failure to consider evidence or lack of reasoning does not.

Keywords

AI generated
principle of equality public sector salaries constitutional rights labor law violations admissibility of appeal procedural errors salary supplements

Cited Legislation

AI generated
Article 4 paragraph 1 of the Constitution
Article 22 paragraph 1 of the Constitution
Article 13 of Law 2470/1997
Article 5 of Law 2880/2001
Article 4 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1714 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1714/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΨΥΧΙΚΟΥ", που εδρεύει στο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πλάτωνα Νιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11, 12) Ψ12, 13) Ψ13, 14) Ψ14, 15) Ψ15, 16) Ψ16, 17) Ψ17, 18) Ψ18, 19) Ψ19, 20) Ψ20 και 21) Ψ21, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 663/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2481/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2006 αίτησή του και τους από 4-9-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 1-10-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων του κυρίου δικογράφου, του πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου των πρόσθετων λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ'αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ'αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες είχαν παραστεί νομίμως δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους κατά την αρχική δικάσιμο της 16-10-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση αυτών (αναιρεσειόντων).

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση παράστασης, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και συνεπώς, πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι αναιρεσείοντες.

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση,άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Περαιτέρω, με τη 2026439/3480/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β'462/6-6-1997), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, "Αναμόρφωση μισθολογίου. προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.

Το ίδιο επαναλαμβάνεται για τους εργαζομένους στους ΟΤΑ και στις από 17-2-2001 και 18-7-2002 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ (πράξη κατάθεσης Υπ. Εργασίας 92/17-12-2001 και 82/22-7-2002 αντίστοιχα). Με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 προβλέπεται χορήγηση σε διάφορες κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων μηνιαίου χρηματικού ποσού ως κινήτρου απόδοσης, για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και την πρόσθετη εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζονται δε τα κριτήρια για τη χορήγηση αυτού.

Εξάλλου, στην παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 ορίζεται ότι ποσοστό (εννέα τοις εκατό (9%)) των εσόδων του εθνικού Τυπογραφείου από καταχωρήσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ετήσιες συνδρομές, πωλήσεις φύλλων ή διάθεση φωτοαντιγράφων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κατατίθεται υπέρ του Δημοσίου και η αντίστοιχη πίστωση εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό.

Το προϊόν του προηγουμένου εδαφίου διατίθεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, του Εθνικού Τυπογραφείου και της Γραμματείας του Α.Σ.Ε.Π., περιλαμβανομένων και των με απόσπαση υπηρετούντων και των αποσπασμένων από το πρώην Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, με εξαίρεση τους αποσπασμένους από άλλες υπηρεσίες ελεγκτές δημόσιας διοίκησης.

Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης), του Εθνικού Τυπογραφείου και του Α.Σ.Ε.Π., αντίστοιχα και τακτοποιούνται απολογιστικώς από τα έσοδα του προηγουμένου εδαφίου. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά τη διαχείριση και διάθεση του σχετικού ποσού.

Με τα άρθρα 1-4 του ν. 2880/2001 "Πρόγραμμα ΠΟΛΙΤΕΙΑ για τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις" θεσπίσθηκε για τη διαρκή βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την επιμόρφωση και βέλτιστη χρήση του ανθρώπινου δυναμικού της, η εκπόνηση κάθε τρία χρόνια από το Υπουργείο Εσωτερικών του Εθνικού Σχεδίου Δράσεων για τη Δημόσια Διοίκηση (Πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"), το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και διαρθρώνεται ενδεικτικά στα αναφερόμενα υποπρογράμματα εξειδικεύεται δε σε κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα, τα τελευταία των οποίων αποτελούν την κατά περιφέρεια και τους υπαγόμενους σ'αυτή ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας εξειδίκευση των στόχων του προγράμματος (άρθρο 1), καθορίσθηκε το όργανο παρακολούθησης του προγράμματος αυτού (άρθρο 2), προσδιορίσθηκαν οι πόροι του (άρθρο 3) και προβλέφθηκε η θέσπιση Κανονισμού Εφαρμογής του (άρθρο 4).

Με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου αυξήθηκε το ποσοστό της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 από 9% σε 25% και ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών καθορίζονται οι δικαιούχοι του προϊόντος της παραπάνω αυξήσεως, το ύψος της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, ο τρόπος καταβολής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκε η 2/19691/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 341/2001), με την οποία χορηγήθηκε στους μόνιμους με θητεία καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθώς και άλλων υπηρεσιών αυτού, περιλαμβανομένων και των μεταταγέντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Π.Δ. 30/1996 ή μελλόντων να μεταταγούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2738/1999, στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, ειδική πρόσθετη αμοιβή, καλυπτόμενη από την αύξηση του ποσοστού της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995, με την αιτιολογία ότι αυτή (πρόσθετη αμοιβή) "συμπλέκεται με τα καθήκοντα των υπηρετούντων στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, λόγω της σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα, της πολυμορφίας τους και της ταχείας αντιμετώπισής τους, πολλές φορές και εκτός των εκάστοτε ισχυόντων ωραρίων εργασίας".

Από το περιεχόμενο της τελευταίας κοινής υπουργικής απόφασης σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 1-5 του ν. 2880/2001 προκύπτει ότι, η χορηγηθείσα με την παραπάνω υπουργική απόφαση ειδική πρόσθετη αμοιβή είναι διαφορετική από το κίνητρο απόδοσης που θεσπίζεται με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", ώστε να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο σχέση με υπαλλήλους των ΟΤΑ.

Η προαναφερόμενη ειδική αμοιβή χορηγήθηκε στις προαναφερόμενες κατηγορίες υπαλλήλων, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες των υπαλλήλων των ΟΤΑ και παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί σε όλους γενικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, όπως δεν μπορούν να -χορηγηθούν στους δημοσίους υπαλλήλους, κατ' εφαρμογή της ίδιας αρχής και άλλες παροχές που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, με την επίκληση του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, όπως είναι 1) η αποζημίωση ύψους 100000 δραχμών κατά μήνα, που χορηγήθηκε για το αναφερόμενο διάστημα στους υπαλλήλους μονίμους κλπ του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με τη οικ. 2/89151/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, 2) διάφορα ποσά, που χορηγήθηκαν για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως διαφορά επιδομάτων ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας με την 63753/2000 απόφαση του υπουργού Γεωργίας και 3) η χρηματική παροχή που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

με τη 1567/22-12-2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνται ως μόνιμοι υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον αναιρεσείοντα Δήμο Ψυχικού από τα έτη 1975 μέχρι και 1995 και μάλιστα πριν από την 1-3-2001 μέχρι και σήμερα.

Οι αποδοχές τους ρυθμίζονται από το Νέο Μισθολόγιο, όπως ισχύει μετά το ν. 2470/1997, που αντικατέστησε το Ν.1505/1984. Εκτός των καταβαλλομένων σ'αυτούς τακτικών μηνιαίων παροχών, δίδονται διάφορες παροχές ή επιδόματα (λόγω ειδικών προϋποθέσεων, ιδιοτήτων, συνθηκών υγιεινής κ.α) τα οποία ενσωματώθηκαν στις μηνιαίες αποδοχές τους δια του "νέου μισθολογίου" το οποίο απέβλεψε στην ισότιμη αντιμετώπιση όλων των κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ και των Ο.Τ.Α και καθιέρωσε το κίνητρο "απόδοσης" (όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 15 του ν. 2349/1995 και των άρθρων 10 παρ.4, 13 παρ.2 εδάφ.4. 13 παρ.7 και 8 και 26 του ν.2470/1996 του οποίου οι ρυθμίσεις ήδη εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 2 της Σ.Σ.Ε του έτους 2003 (ΦΕΚ 46/4-7-2003) αναλογικώς "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης").

Καθορίσθηκε έτσι το πλαίσιο της μισθοδοσίας των ανωτέρω υπαλλήλων και ορίσθηκε ότι άλλη παροχή εκτός των προβλεπομένων από τις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρο 27 ν.2470/1997). δεν δύναται να χορηγηθεί χωρίς τροποποίησή του. Παρά ταύτα όμως, όπως προειπώθηκε, δυνάμει διαφόρων υπουργικών αποφάσεων χορηγήθηκαν κατά καιρούς σε μισθωτούς διαφόρων υπουργείων χρηματικές παροχές υπό την ονομασία "ειδική αποζημίωση ", "ειδική πρόσθετη αμοιβή ", όπως πλην των άλλων δυνάμει της Υ.Α ΟΙΚ 2/89161/0022/4-12-2000, της Υ.Α 63753/29-12-2000, της Υ.Α 1567/22-12-2000.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 26 του ως άνω νόμου (2470/1997) οι ειδικοί έντοκοι λογαριασμοί οι οποίοι έχουν συσταθεί εκτός προϋπολογισμού εποπτεύονται από τον Υπουργό Οικονομικών και διατίθενται για την χορήγηση επιδόματος παραγωγικότητος, ή αποδοτικότητος ή αυξημένης ευθύνης στο προσωπικό του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ, στο δε άρθρο 25 παρ.3 εδάφ.

α'του ν.2819/2000 ορίζεται ότι "οι αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 2073337/8012/0022/22-12-1998 κοινή υπουργική απόφαση η οποία εκδόθηκε σε εφαρμογή της παρ.7 του άρθρου 13 του ν.2470/1997 και ρυθμίζουν την κατανομή των χρηματικών διαθεσίμων που απομένουν ως υπόλοιπο μετά την απόδοση στο Δημόσιο του κινήτρου απόδοσης από τον υπολογισμό του ποσοστού 9% επί των εσόδων του Εθνικού Τυπογραφείου (παρ. 15 του άρθρου 2 ν.2349/1995) μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ μέχρι 2 έτη".

Εξ άλλου, δια του άρθρου 1 του ν.2880/2001 θεσμοθετήθηκε (Εθνικό Σχέδιο Δράσεων για την Δημόσια Διοίκηση ήτοι) το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", στο δε άρθρο 5 αυτού ορίσθηκε ότι το ποσοστό άρθρου 2 παρ. 15 του ν. 2349/1995 (δηλαδή το διατιθέμενο για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης) αυξάνεται από εννέα τοις εκατό (9%)σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)" (ήδη σε 35% άρθρο 12 παρ.5 ν.3074/2002), ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Οικονομίας και Οικονομικών το προϊόν της αυξήσεως κατανέμεται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, του Εθνικού Τυπογραφείου και του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και καθορίζονται οι δικαιούχοι, το ύψος της ειδικής πρόσθετης αμοιβής και ο τρόπος καταβολής του, ότι οι αμοιβές υπόκεινται στις κρατήσεις του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/ 1997 και ότι οι σχετικές πιστώσεις στους προϋπολογισμούς των φορέων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και τακτοποιούνται απολογιστικώς από τα έσοδα της παρ.1 του παρόντος, και έτσι, δια των ρυθμίσεων αυτών, η "ειδική πρόσθετη αμοιβή" προφανώς συνδέθηκε προς το κίνητρο "απόδοσης" λόγω των αυξημένων αρμοδιοτήτων των οργάνων τα οποία εμπλέκονται στην εκπόνηση και εφαρμογή του ως άνω προγράμματος (ΠΟΛΙΤΕΙΑ).

Ακολούθως, εκδόθηκε (κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ν. 2880/2001) η 2/19691/0022/28-3-2001 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών η οποία χορήγησε μηνιαίως από την 1-3-2001 έως την 31-12-2002 την ειδική πρόσθετη αμοιβή στους υπηρετούντες στο Υπουργείο Εσωτερικών λόγω της σοβαρότητος την οποία παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα και της ανάγκης για ταχεία αντιμετώπιση αυτών καθώς επίσης και στους μονίμους και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους οι οποίοι έχουν μεταταγεί ή θα μεταταγούν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, οι δε σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό, αφού κατατεθεί από το προϊόν του προϋπολογισμού αυτού 16% υπέρ του Δημοσίου.

Όμως από το ως άνω άρθρο 1 παρ.5 του ν. 2880/2001 προκύπτει ότι η ειδική πρόσθετη αυτή αμοιβή συναρτάται προς την εφαρμογή του προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" στην οποία εμπλέκονται και οι υπαγόμενοι στην Περιφέρεια Ο.Τ.Α πρώτης και δεύτερης βαθμίδος της οποίας (Τοπικής Αυτοδιοικήσεως) οι υπάλληλοι θα συμμετάσχουν στην εφαρμογή αυτού.

Από δε τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται οι δικαιούχοι αυτής της ειδικής πρόσθετης αμοιβής στην ως άνω Κ.Υ.Α όπως "υπάλληλοι οι οποίοι έχουν μετατεθεί στις Νομαρχίες, υπηρετούν στα πολιτικά Γραφεία Υπουργών, στην Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου στα Γραφεία Βουλευτών κ.λ.π" είναι φανερό ότι η εν λόγω αμοιβή συνδέεται μεν προς το πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" δεν εξειδικεύεται όμως ο σκοπός της παροχής της σε συγκεκριμένους υπαλλήλους και για ειδικό λόγο αποκλείοντας έτσι κάποιες άλλες κατηγορίες εργαζομένων με όμοιο ή παρεμφερές αντικείμενο εργασίας και ασκούντων όμοια καθήκοντα.

Καθίσταται σαφές ότι οι εφεσίβλητοι δικαιούνται ως υπάλληλοι, των οποίων οι αποδοχές ρυθμίζονται από το νέο μισθολόγιο, να απολαύουν της εν λόγω επιδοματικής παροχής η οποία χορηγείται στους συναδέλφους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, άλλως, παραβιάζεται ή μισθολογική ισότητα η οποία καθιερώθηκε από τον ν.2470/1997 και αντίκειται ευθέως στις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ.1) σύμφωνα με τις οποίες εισάγεται η αρχή της ισότητος των πολιτών και η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας.

Κατόπιν τούτων, προς άρση της ανίσου διακρίσεως και προς αποκατάσταση της ως άνω αρχής πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής πρόσθετης αμοιβής και στους εφεσίβλητους οι οποίοι τελούν υπό όμοιες συνθήκες απασχολήσεως με τους συναδέλφους τους προς τους οποίους αυτή χορηγήθηκε χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση λόγω δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος η οποία να δικαιολογεί την επιλεκτική αυτή καταβολή της εν λόγω αμοιβής η οποία αντιμετωπίζεται καθ' όμοιο τρόπο προς το κίνητρο "απόδοσης" και ιδίως υπόκεινται στις ίδιες κρατήσεις.

Με βάση τις παραδοχές, αυτές το πολυμελές πρωτοδικείο έκρινε ότι, με βάση την αρχή της ισότητας πρέπει να χορηγηθεί και στους αναιρεσίβλητους η χορηγηθείσα με την πιο πάνω Κ.Υ.Α> στους πιο πάνω υπαλλήλους ειδική πρόθεση αμοιβή. 'Ετσι που έκρινε το πολυμελές πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 του ν.2470/1997, 5 του ν.2880/2001, 4 και 22 του Συντάγματος και τις διατάξεις της Κ.Υ.Α. 2/1969/28-3-2001.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναίρεσης μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 πλημμέλειες.

Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. Στους λόγους των διατάξεων του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνονται : α) η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και β) η έλλειψη αιτιολογιών, που στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ.19 και 11 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου, που έχει εκδοθεί επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2481/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ