Legislator Case Law & Legislation
1714/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fictional sale and insufficient appeal grounds under Greek Civil Code.

Case Number 1714/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property transfer. The appellant argued for the revocation of a donation covering a sale, but the court found the lower court correctly applied Article 505 of the Civil Code regarding fictional sales. Furthermore, the court rejected the appeal's third ground because it failed to specify the missing or contradictory reasoning required by Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 138, 180, 513, 1033, 505 of the Civil Code; Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure: A sale contract is void if the buyer's and seller's declarations of will are merely apparent, rendering the subsequent title transfer void unless another valid transaction is proven; an appeal alleging lack of legal basis due to insufficient or contradictory reasoning must explicitly state the specific missing or contradictory elements in the lower court's justification.

Keywords

AI generated
fictional sale contract void title transfer insufficient reasoning apparent declarations Code of Civil Procedure appeal grounds property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 138 of the Civil Code
Articles 180, 513, 1033 of the Civil Code
Article 505 of the Civil Code
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 32/96
OLAP 97/98

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1714 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1714/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Τατάγια.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ψ1, 2) Ψ2, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, κατά δήλωσή τους, της αρχικής διαδίκου Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-3-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2004 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3701/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2453/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένων σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεων πωλήσεως και, εξαιτίας της πωλήσεως, μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βουλήσεως του πωλητού και αφετέρου του αγοραστού ήσαν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήσαν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητού να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστού να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση της πωλήσεως είναι λόγω της εικονικότητος, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της συμβάσεως της κυριότητος λόγω του αιτιώδους χαρακτήρος της τελευταίας, εκτός και αν αποδειχθεί ότι κάτω από την εικονική καλύπτεται άλλη δικαιοπραξία που τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή τη.

Η σύμβαση δε της πωλήσεως δεν είναι άνευ ετέρου εικονική από μόνο το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαρισθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο, πλην όμως κατά την έρευνα της υπάρξεως συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων μπορεί το δικαστήριο να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα περί εικονικότητος της συμβάσεως πωλήσεως από την αποδεικνυόμενη μη καταβολή.

Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά αναφορικώς με την εικονικότητα τής στην ένδικη αγωγή μνημονευομένης συμβάσεως πωλήσεως: Η αρχικώς ενάγουσα Ψ3, αποβιώσασα και κληρονομηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους, κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής διήνυε το 78ο έτος της ηλικίας της, ήταν χήρα από το 1991 και δεν είχε τέκνα, με μόνη στενή συγγενή της την αδελφή της, πρώτη αναιρεσίβλητη και με αρκετά προβλήματα υγείας, λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας της.

Πριν είκοσι περίπου έτη είχε εκμισθώσει στον σύζυγο της αναιρεσειούσης Χ, ο οποίος απεβίωσε, ένα κατάστημα ιδιοκτησίας της, που ευρίσκεται στο ισόγειο πολυώροφης οικοδομής επί της οδού ........ αριθμ. ......., στη .......... Αττικής. Στο δεύτερο όροφο της εν λόγω οικοδομής ήσαν δύο διαμερίσματα που ανήκαν κατά κυριότητα στην ανωτέρω δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων.

Από τότε μεταξύ της αναιρεσειούσης, του συζύγου της Χ και της αρχικώς εναγούσης αναπτύχθηκαν στενές φιλικές σχέσεις, μετά δε τον θάνατο του συζύγου της τελευταίας η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της παρείχαν ηθική και ψυχική συμπαράσταση και την εξυπηρετούσαν σε κάθε ανάγκη της. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα δυνάμει των υπ' αριθμ. .........

και ......... συμβολαίων αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη-Πεχλιβανίδη, νομίμως μεταγραφέντων, φέρεται ότι επώλησε και μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα και τον σύζυγό της κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχεία Β1 και Β2 διαμερισμάτων της, επί των οποίων παρεκράτησε την επικαρπία εφόρου ζωής.

Ως τίμημα των ανωτέρω πωλήσεων φέρεται να συμφωνήθηκε το ποσό των 19.900.000 και 9.400.000 δραχμών για το πρώτο και δεύτερο διαμέρισμα αντίστοιχα. Από το συνολικό ποσό του τιμήματος της πωλήσεως των δύο διαμερισμάτων φέρεται κατά την υπογραφή των συμβολαίων να καταβλήθηκε από τους αγοραστές το ποσόν των 4.700.000 και 4.4000.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος φέρεται ότι πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 42 ισόποσες δόσεις των 357.193 και 119.048 δραχμών η κάθε μία, αντιστοίχως κατ' αγοραστή, χάριν εξοφλήσεως των οποίων η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της αποδέχθηκαν ισόποσες συναλλαγματικές.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι στην πραγματικότητα, τόσον η αναιρεσείουσα, όσον και ο σύζυγός της (αγοραστές) δεν κατέβαλαν ως τίμημα κανένα ποσό, η ενάγουσα (πωλήτρια) δεν είχε σπουδαία συναλλακτική πρόθεση να τους πωλήσει και να μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα των διαμερισμάτων, αλλά προέβη σε τούτο δηλαδή στην μεταβίβαση της ψιλής κυριότητος επί των δύο διαμερισμάτων, αφού προηγουμένως συμφώνησε με τους φερόμενους ως αγοραστές να συστήσει υπέρ αυτόν δωρεά υπό τρόπο και συγκεκριμένα με τον όρο να την επιβλέπουν και την φροντίζουν, λόγω των προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε, οφειλομένων στην προκεχωρημένη ηλικία της.

Επίσης δέχεται το Εφετείο ότι η μεθόδευση που έγινε, δηλαδή η σύνταξη πωλητηρίων συμβολαίων και όχι δωρεάς οφειλόταν στο ότι η μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων με πώληση ήταν περισσότερο συμφέρουσα φορολογικώς για τους φερομένους αγοραστές από εκείνη της δωρεάς, όπως και συμφέρουσα ήταν η αναγραφή ότι μεγάλο μέρος του φερομένου τιμήματος πιστώθηκε και θα πληρωνόταν σε 42μηνιαίες δόσεις, αφού με τον τρόπο αυτό θα επιμεριζόταν το τίμημα σε τέσσερα (4) οικονομικά έτη και έτσι η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της θα κάλυπταν το φορολογικό τεκμήριο για την αγορά των ακινήτων, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1089583/Πολ 1207/9.10.1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ανωτέρω πωλήσεις είναι εικονικές, διότι αυτές έγιναν όχι σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά γεγονός που γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι, οι οποίοι στην πραγματικότητα θέλησαν την κατάρτιση συμβάσεως δωρεάς υπό τον εκτεθέντα όρο (τρόπο) και ακολούθως, κατ' επικύρωση της εκκληθείσαης αποφάσεως, έκρινε ως άκυρη, λόγω εικονικότητος, την επίμαχη σύμβαση πωλήσεως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 138, 180, 513 και 1033 ΑΚ, τις οποίες, αντιθέτως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Ειδικότερα, δεν στήριξε την περί εικονικότητος των επιμάχων συμβάσεων πωλήσεως ουσιαστική του κρίση μόνο στο γεγονός της μη καταβολής οποιουδήποτε χρηματικού ποσού ως τιμήματος αυτών, το οποίο γεγονός έλαβε υπόψη συνεκτιμώντας το με τις λοιπές αποδείξεις ως πραγματικό επιχείρημα προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ότι η στα προαναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια περί πωλήσεως δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων μερών δεν έγινε σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο και μόνο.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, κατά το πρώτο αυτού μέρος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως βάσει του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο με τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφάρμοσε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ θέτει μεν γενικό κανόνα, με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά εισάγει και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται. Ο λόγος όμως ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται σ' αυτές τις εξαιρέσεις. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας, μολονότι, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, η περί αοριστίας αιτίαση δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στον δωρητή, στον σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της άνω διατάξεως δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς νοείται η έλλειψη στον δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά υπαίτια και δυναμένη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για την μόρφωση της κρίσεως του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά ούτε ως προς την εκτίμησή του αν τα περιστατικά αυτά, εν όψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων, αλλ' ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ, περαιτέρω δε και για έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμφιλοχορούν ασάφειες ή αντιφάσεις ή ανεπάρκειες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά αναφορικώς με το αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της εγκυρότητος της γενομένης από την αρχικώς ενάγουσα (δωρήτρια) ανακλήσεως της υπό την εικονική πώληση καλυπτομένης δωρεάς:

Η αναιρεσείουσα μετά την πάροδο λίγων μηνών από τη σύνταξη των ανωτέρω πωλητηρίων συμβολαίων, έπαυσε να επισκέπτεται την ενάγουσα στην οικία της, όταν δε την συναντούσε κατά την είσοδο ή έξοδό της από την πολυκατοικία, όπου διέμεναν και οι δύο απέφευγε να την χαιρετά. Τον Οκτώβριο του 2002, όταν εισήχθη σε νοσοκομείο, όπου υπεβλήθη σε εγχείρηση στο γόνατό της, δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον γι' αυτήν, αλλά απλώς αρκέσθηκε σε δύο τυπικές επισκέψεις κατά την ώρα του επισκεπτηρίου.

Την ίδια αδιαφορία επέδειξε και μετά την έξοδο της ενάγουσας από το νοσοκομείο, παρότι γνώριζε ότι αυτή δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, δεν της παρέσχε τη βοήθεια και φροντίδα, που της είχε υποσχεθεί, με αποτέλεσμα η τελευταία να προσφύγει στη βοήθεια της αδελφής της (πρώτης εφεσιβλήτου), η οποία την φιλοξένησε στην οικία της επί ενάμιση μήνα.

Ακόμη, και όταν επέστρεψε η ενάγουσα στο διαμέρισμά της και η κίνησή της ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής, λόγω της εγχειρήσεως, της ηλικίας της και του μεγάλου βάρους της, γεγονός, που γνώριζε, δεν την επισκέφτηκε ποτέ, ούτε ποτέ προσφέρθηκε να την βοηθήσει στις καθημερινές της ανάγκες (αγορά τροφίμων, φαρμάκων κ.λ.π.), ώστε αυτή και πάλι να προσφύγει σε τρίτους για βοήθεια.

Αλλά, και όταν η υγεία της τής επέτρεψε να κυκλοφορεί εκτός της οικίας της, η αναιρεσείουσα συνέχισε να αδιαφορεί πλήρως γι' αυτήν, συμπεριφορά, που εξακολούθησε έως την άσκηση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα δήλωσε εγκύρως ότι ανακαλεί την δωρεά. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά υπάρχει υπαίτια αθέτηση της υποχρεώσεως της αναιρεσειούσης προς την ενάγουσα δωρήτρια, απορρέουσα από έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης αυτής προς την τελευταία, που μαρτυρεί υπαίτια αντικοινωνική συμπεριφορά, αντίθετη προς τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρεπείας συνιστώσα βαρύ παράπτωμα, δικαιολογούν την γενομένη ανάκληση της δωρεάς, την οποία έκρινε ως έγκυρη, κατ' επικύρωση της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, δια της οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ομοίως επί του νομικού αυτού ζητήματος.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προδιαλαμβανομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως (άρθρο 505 Α,Κ)- και όχι από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό διαλαμβανομένου πραγματικού-είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νομική βάση (αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, επί ζητήματος έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου, β) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/96, 97/98).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, όσον αφορά στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων κατά το άρθρο 505 ΑΚ ανακλήσεως της υπό την εικονική πώληση καλυπτομένης δωρεάς των ανωτέρω δύο διαμερισμάτων.

Στο λόγο όμως αυτό αναιρέσεως δεν αναφέρεται ποιο πρόσθετο στοιχείο έπρεπε να διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης, εκτός του εκτιθεμένου γεγονότος ότι οι δωρεοδόχοι / αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της, μετά την δωρεά εγκατέλειψαν την αρχικώς εναγούσα αβοήθητη, ηλικιωμένη και ασθενή, με αποτέλεσμα αυτή να καταφεύγει στη συνδρομή τρίτων προσώπων, ή πού έγκειται η αντίφαση.

Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλομένης περί εγκυρότητος της γενομένης ανακλήσεως της δωρεάς, είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2006 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 για αναίρεση της 2453/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ