Legislator Case Law & Legislation
1714/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on public auction invalidity, ruling co-owner's prior offer does not block sale.

Case Number 1714/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to uphold a public auction of co-owned property. The appellant argued that a prior monetary offer made to the other co-owner should have invalidated the auction under specific civil procedure rules. The court determined that these rules apply only to voluntary auctions and do not govern public judicial sales, thereby dismissing the appeal as legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1002 and 1021 of the Code of Civil Procedure; The provisions regarding the redemption of auction proceeds and the invalidation of voluntary auctions do not apply to public judicial sales where the goal is maximizing value for all co-owners.

Keywords

AI generated
public judicial auction co-ownership rights auction invalidity civil procedure code co-owner offer property distribution supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 1002 and 1021 of the Code of Civil Procedure
Articles 4 and 17 of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1714 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1714/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπασταύρο.

Των αναιρεσίβλητων: ....., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-2-2002 και 13-3-2002 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6346/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 21-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-7-2004 αίτηση της ..... για αναίρεση της 6346/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από τις 1898Β/7-4-2005 και 1914Β/13-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Αντ. Καναβού και τις συνημμένες σ΄ αυτές από 8-4-2005 και 13-4-2005 "αποδείξεις παραδόσεως εγγράφου και από 8-4-2005 και 14-4-2005, "βεβαιώσεις", αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 Κ.Πολ.Δ., δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο. Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1021 Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν η μεν πρώτη ότι "1) Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση. 2) ΄Εως την κατακύρωση εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών, που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα.

Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση. 3) Η παρ. 3 του άρθρου 969 εφαρμόζεται και εδώ", η δε δεύτερη ότι : "Όταν, σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 999, αν πρόκειται για ακίνητο.

Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 4, 955 παρ. 1, 960 παρ. 2, 965, 966, 967, 969 παρ. 1, 999, 1001 παρ. 1, 1002, 1003 παρ. 1, 2 και 4, 1004, 1005 παρ. 1 και 2 και 1010. Ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο. Με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του ειρηνοδικείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήπτοε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τύπος πλειστηριασμού", προκύπτουν τα ακόλουθα :

Ο εκούσιος πλειστηριασμός, όπως προκύπτει και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Κ.Πολ.Δ., συνιστά πώληση του ιδιωτικού δικαίου, η οποία ενεργείται με τις εγγυήσεις και τη δημοσιότητα της δημοσίας αρχής, προς επίτευξη μεγαλυτέρου τιμήματος και δεν αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, ούτε υφίσταται, στην περίπτωσή του, το στοιχείο της αντιδικίας μεταξύ των ενδιαφερομένων, αλλά με αυτόν (εκούσιο πλειστηριασμό) επιδιώκεται η διασφάλιση ορισμένων συμφερόντων και κατά κανόνα του συμφέροντος του κυρίου του πράγματος και όχι η ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των δανειστών.

Θέση πωλητή επέχουν οι δικαιούχοι (π.χ. οι συγκύριοι επί διανομής) και αγοραστή ο υπερθεματιστής. Ενόψει της διαφοροποιήσεως της φύσεως και του σκοπού του εκουσίου, έναντι του αναγκαστικού, πλειστηριασμού, η επί του εκουσίου πλειστηριασμού εν γένει μεταφορά των ρυθμίσεων του αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν μπορεί να είναι αυτούσια, αλλά ανάλογη, δηλαδή να γίνεται, σε κάθε περίπτωση, στο μέτρο, που προσήκει και μετά από προσαρμογή της στην ιδιαίτερη φύση και το σκοπό του εκουσίου πλειστηριασμού, ώστε να επέρχεται απρόσκοπτα το έννομο αποτέλεσμά του.

Εκτός από τις διατάξεις, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1021, δεν αποκλείεται η ανάλογη εφαρμογή και άλλων διατάξεων, εφόσον, όμως, αυτές βρίσκονται σε αρμονία με την έννοια και το σκοπό του εκουσίου πλειστηριασμού, ο οποίος συνίσταται, ΄όπως προαναφέρεται, αποκλειστικά στην πώληση του διανεμητέου για την επίτευξη μεγαλυτέρου τιμήματος, με τις εγγυήσεις του συναγωνισμού και της δημοσιότητας της δημοσίας αρχής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, έχει δικαίωμα, έως την κατακύρωση, να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών, που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα και στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση.

Κατά τη διάταξη αυτή ως δανειστές νοούνται εκείνοι, που αναγγέλθηκαν έως την κατακύρωση, δίχως να απαιτείται εκτελεστός τίτλος, κρίσιμο δε στοιχείο, κατά το πνεύμα του νόμου, είναι να υπάρχει η ασφάλεια ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως. Το άρθρο 1021 Κ.Πολ.Δ. παραπέμπει, όπως προαναφέρεται και στις δύο παραγράφους του άρθρου 1002 Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν για τη φύση του εκουσίου πλειστηριασμού, ως πωλήσεως του ιδιωτικού δικαίου, είναι ανεφάρμοστη, στο είδος αυτό του πλειστηριασμού, η δεύτερη παράγραφος του ανωτέρω άρθρου (1002 Κ.Πολ.Δ.). Τούτο δε προκύπτει, εκτός της άνω φύσεως, και από τη μη παραπομπή στην αντίστοιχη, επί πλειστηριασμού κινητών, διάταξη του άρθρου 969 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

ΙΙΙ. Επειδή, με την προβλεπομένη, από το άρθρο 4 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας, καθιερώνεται νομικός κανόνας, που δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και δη τόσο τη Διοίκηση, κατά την από αυτή θέσπιση κανονιστικών διατάξεων, όσο και τον κοινό νομοθέτη, κατά την ενάσκησή της από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, εμπιστευμένης σ΄αυτόν λειτουργίας και επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες.

Η ανωτέρω αρχή της νομικής ισότητας διακρίνεται σε τυπική και ουσιαστική. Η αρχή της τυπικής νομικής ισότητας (ισότητας ενώπιον του νόμου) σημαίνει ότι τα όργανα της Διοικήσεως εν γένει και της δικαστικής εξουσίας οφείλουν να εφαρμόζουν ομοιομόρφως, με ίσο τρόπο και χωρίς εξαιρέσεις, τον κανόνα δικαίου, έναντι εκείνων τους οποίους αφορά.

Συνεπώς, δεν επιτρέπεται η άνιση εφαρμογή του κανόνα δικαίου. Η επιταγή, άλλωστε, αυτή απορρέει αμέσως και από την έννοια του κράτους δικαίου. Η αρχή της ουσιαστικής νομικής ισότητας ή ισότητας του νόμου σημαίνει ότι το νομοθετικό όργανο, κατά την ψήφιση του τυπικού νόμου και η Διοίκηση, κατά την άσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας, με βάση νομοθετική εξουσιοδότηση ή ειδική διάταξη του Συντάγματος, οφείλουν να θεσπίζουν κανόνες δικαίου, που θα εισάγουν ίση ρύθμιση για όλους εκείνους, που τελούν υπό τις αυτές ή όμοιες συνθήκες.

Συνεπώς, απαγορεύεται μόνο η άνιση ρύθμιση των ίδιων προσωπικών και πραγματικών καταστάσεων, όπως και η ίση μεταχείριση άνισων καταστάσεων. Εξάλλου, το άρθρο 17 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται κυρίως στις περιπτώσεις της απαλλοτριώσεως για δημοσία ωφέλεια και του καθορισμού περιορισμών στη χρήση και εκμετάλλευση ορισμένων ακινήτων, απαγορεύει μεν την στέρηση της ιδιοκτησίας, χωρίς τις σ΄ αυτό προϋποθέσεις, από αυτό, όμως δεν παρακωλύεται η νομοθετική εξουσία να θεσπίζει, πάντοτε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και προς εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, περιορισμούς, αναγομένους στο περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος της κυριότητας, με την προϋπόθεση ότι με τους περιορισμούς αυτούς δεν εξαφανίζεται ή δεν καθίσταται αδρανής η ιδιοκτησία, σε σχέση με τον προορισμό της.

Έτσι, από μεν το άρθρο 4 του Συντάγματος αναγνωρίζεται η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, από δε το άρθρο 17 αυτού αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και προσδιορίζονται τα πλαίσια και οι όροι της προστασίας αυτού. Όμως από τις πραγματικές αυτές διατάξεις, δεν παρακωλύεται η νομοθετική εξουσία, όπως, με αντικειμενικά κριτήρια και για την εξυπηρέτηση του γενικοτέρου συμφέροντος, θεσπίζει περιορισμούς, αναγομένους στο περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος της κυριότητας.

IV. Επειδή, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα εν προκειμένω, περιστατικά : Με την 5054/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής για διανομή επικοίνων ακινήτων, διατάχθηκε η εκποίηση με δημόσιο πλειστηριασμό των περιγραφομένων στην ένδικη ανακοπή ακινήτων, των οποίων ήταν συγκύριοι η αναιρεσείουσα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά 2/3 και 1/3 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, Σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως συντάχθηκαν οι σχετικές εκθέσεις και ορίσθηκε, ως ημέρα πλειστηριασμού, η 23η Ιανουαρίου 2002.

Πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 8.266.666 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο (1/3) της εκτιμηθείσας, από τον δικαστικό επιμελητή, αξίας των προς πλειστηριασμό ακινήτων και προσέφερε τα αντίστοιχα γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης στον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Επίσης, η αναιρεσείουσα κατέθεσε και αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού, η οποία απορρίφθηκε και ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στην ορισθείσα ημερομηνία. Στον πλειστηριασμό αυτόν αναδείχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο δεύτερος αναιρεσίβλητος στον οποίο και κατακυρώθηκαν τα ακίνητα αντί 72.955,62 ευρώ συνολικώς, από τα οποία, μετ΄ αφαίρεση των εξόδων και αμοιβών δικαστικού επιμελητού και συμβολαιογράφου, έλαβαν η μεν αναιρεσείουσα 48.637,08 ευρώ, ο δε πρώτος αναιρεσίβλητος 24.318,54 ευρώ.

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε τους λόγους εφέσεως, που αποτελούσαν και λόγους της ανακοπής της αναιρεσείουσας προς ακύρωση του πλειστηριασμού, άλλους ως μη νομίμους και άλλους ως αβασίμους, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ειδικότερα δε για τον λόγο, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά τον οποίο θα έπρεπε να είχε ματαιωθεί η διενέργεια του πλειστηριασμού, λόγω της προαναφερομένης "προσφοράς" της αναιρεσείουσας προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 1002 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

το Εφετείο έκρινε ότι ο λόγος αυτός "είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση εκουσίου πλειστηριασμού δεν είναι νοητή η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, στις οποίες όταν γίνεται λόγος για εξόφληση δανειστή νοείται τρίτος και όχι ο συγκοινωνός, υπέρ του οποίου γίνεται ο πλειστηριασμός και μάλιστα με σκοπό επιτεύξεις μεγαλυτέρου πλειστηριάσματος, αφού μάλιστα δεν υπήρχε και απαίτηση του καθού η ανακοπή κατά της ανακόπτουσας".

Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις ΙΙη και ΙΙΙη σκέψεις της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1002 και 1021 Κ.Πολ.Δ. και των άρθρων 1002 και 1021 Κ.Πολ.Δ. και των άρθρων 4 και 17 του ισχύοντος Συντάγματος (τα οποία αναφέρονται για πρώτη φορά στο αναιρετήριο), διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 15-7-2004, αίτηση της ..... για αναίρεση της 6346/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ