Legislator Case Law & Legislation
1713/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fraud and procedural errors in voluntary jurisdiction debt cases.

Case Number 1713/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final first-instance judgment in a voluntary jurisdiction debt case. The appellant argued that the lower court failed to investigate her financial status and committed procedural errors regarding evidence and legal grounds. The court rejected these claims, ruling that the lower court's factual assessment was not subject to appellate review and that the specific allegations were already addressed and rejected in the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate the factual findings of the lower court in voluntary jurisdiction cases, and appeals based on alleged failure to investigate financial status or procedural errors regarding evidence are inadmissible if the lower court's assessment is not legally reviewable.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction debt collection appellate review fraud allegations procedural error financial investigation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1713 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1713/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Α., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μπατσούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της κυπριακής τράπεζας "CYPRUS POPULAR BANK" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK"), 3) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της "CITIBANK INTERNATIONAL PLC" και της "DINERS CLUB INTERNATIONAL", 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΔΑΠ ΑΕ", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 7η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο - Ιγνάτιο Βλάχο, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 7η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 7ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 27-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 99/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, αντίστοιχα.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από την αναιρεσείουσα με αριθ. ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ν. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 27-9-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ....

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 120/2017), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερόμενων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 399/2020), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ'του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (Ολ.ΑΠ 1/2023, ΑΠ 1714/2022, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 368/2019).

Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ` ουσία αβάσιμης (ΑΠ 41/2024, ΑΠ 113/2024).

Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίασή της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 (και 560) του ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/2008, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 1646/2022, ΑΠ 1290/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων κατά το ν. 4354/2015, με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικάσαντος ως Εφετείου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με τη προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με το από 14-10-2021 δικόγραφο των προτάσεών της, άσκησε παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY CΟΜΡΑΝΥ", με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της ως άνω πέμπτης εφεσίβλητης - καθής η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από τη παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ), ζητώντας την απόρριψη της έφεσης της αιτούσας πιστώτριας.

Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η ως άνω παρεμβαίνουσα εταιρία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από τη Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει και με βάση τη με αρ. ...-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, σε συνδυασμό με τη με αριθμό ...-2017 και ...-2019 Πράξη της Εκετελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Δυνάμει δε του από 18-6-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 22-6-2021, με αριθ. πρωτ. 208, στο τόμο 12 και με αριθμό 198, σε συνδυασμό με το με αριθ. ...-2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., κατέστη διαχειρίστρια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η ως άνω αναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης - καθής η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑLPHA ΒΑΝΚ", μετά την γένεση της εκκρεμοδικίας με την άσκηση της έφεσης, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης, η οποία καταχωρήθηκε στις 30-4-2021 στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 161, στον τόμο 11 και με αριθμό 109, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ένδικες απαιτήσεις σε βάρος της εκκαλούσας.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι ''η έβδομη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", δεν κατέστη διαχειρίστρια των επίδικων απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY CΟΜΡΑΝΥ", από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθόσον από το ακριβές και αληθινό περιεχόμενο:

α) του από 18-6-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρησης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλανείο Αθηνών στις 22-6-2021, με αριθ. πρωτ. 208, στο τόμο 12 και με αριθ. 198 και β) του με αριθ. ...-2021 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., δεν προκύπτει, από τα παραπάνω έγγραφα, αν πράγματι μεταξύ των απαιτήσεων που ανέλαβε να διαχειρίζεται η εν λόγω αναιρεσίβλητη είναι και οι επίδικες απαιτήσεις, αποδίδοντας στα πιο πάνω έγγγραφα διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αληθηνό τους περιεχόμενο'', κρίνεται απορριπτέος πρωτιίστως ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης και επομένως δεν εφαρμόζεται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων (άρθρο 560 του ΚΠολΔ).

Ας σημειωθεί ότι η ανωτέρω αιτίαση αν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, η ως άνω ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων νομιμοποιείται στην άσκηση της ως άνω (αυτοτελούς) πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", προς είσπραξη της ένδικης υπό διαχείρηση απαίτησης.

Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 20-6-2017, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα, αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις: Α] ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, καθώς και Β] ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της (αιτούσας) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, την οποία πρότειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι παριστάμενες πιστώτριες, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.

Ως προς τα ζητήματα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''....Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, γεννημένη το έτος 1958, τελεί σε διάσταση με το σύζυγο της Π.

Α. από το έτος 2013, από το γάμο της με τον οποίο έχουν αποκτήσει πέντε ενήλικα σήμερα τέκνα, την Α. Α. (γεννημένη το έτος 1978), τον Ε. Α. (γεννημένο το έτος 1979), την Α. Α. (γεννημένη το έτος 1980), τη Γ. Α. (γεννημένη το έτος 1986) και τον Χ. Α. (γεννημένο το έτος 1992), όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 14-1-2016 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Χαϊδαρίου.

Η αιτούσα που κατοικεί στη Θήβα, φιλοξενούμενη από την κόρη της Γ., έχει υπάρξει άνεργη κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-9-2014 έως 24-9-2015 και από 17-5-2017 έως 17-5-2018 (... ), ενώ δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου, εργάσθηκε ως μπουφετζού σε επιχείρηση καφέ στη Θήβα, κατά το χρονικό διάστημα από 25-9-2015 έως τον Ιανουάριο του έτους 2016, λαμβάνοντας μηνιαίες αποδοχές ποσού 293,04 ευρώ (...), από δε τον Οκτώβριο του έτους 2021 κρίθηκε δικαιούχος επιδόματος αλληλεγγύης ανερχόμενου σε 200 ευρώ μηνιαίως (...).

Μέχρι τις 29-10-2012 η αιτούσα εκμεταλλευόταν επ' ονόματι της επιχείρηση πρακτορείου ΠΡΟΠΟ σε μισθωμένο ακίνητο επί της οδού ..., στο Αιγάλεω Αττικής (...). Ο ισχυρισμός της αιτούσας περί μεταβίβασης της ανωτέρω επιχείρησης σε τρίτο και οι όροι της μεταβίβασης αυτής (χρόνος, τίμημα, λοιπές ειδικότερες συμφωνίες), ουδόλως αποδεικνύονται, ενώ η απόφασή της να διακόψει οριστικά τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησής της, αποκλειστικά και μόνο λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε εκείνη τη χρονική περίοδο και συγκεκριμένα ένα μήνα μόλις πριν την παύση των εργασιών της, δεν αποδεικνύεται ότι συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με το πρόβλημα αυτό.

Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 2-8-2012 διοικητικό εξιτήριο του Γ.Ν.Α "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ", η αιτούσα νοσηλεύθηκε από 30-7-2012 έως 2-8-2012, με αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Ακολούθως, από τις 24-9-2012 μέχρι τις 29-9-2012 νοσηλεύθηκε στην οφθαλμολογική κλινική του Π.Γ.Ν. "ΑΤΤΙΚΟΝ", όπου υποβλήθηκε σε χειρουργείο υαλοειδεκτομής αμφοτέρων των οφθαλμών λόγω αποκολλήσεως αμφιβληστροειδούς.

Η δε οπτική οξύτητά της έκτοτε είναι 7/10 με διόρθωση στον δεξιό οφθαλμό και κάτω του 1/20 στον αριστερό οφθαλμό, ωστόσο για την εν λόγω πάθηση πιστοποιήθηκε αναπηρία 35% στις 7-12-2018 και 40% στις 19-7-2021, με τη διαπίστωση ότι πρόκειται για οπτική αναπηρία, όχι όμως τύφλωσή της (...). Περαιτέρω, η αιτούσα πάσχει από παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή υπό αντιαιμοπεταλική αγωγή, πτερυγισμό και ανεπάρκεια μιτροειδούς, καθώς και από μικτή διαταραχή άγχους- κατάθλιψης και χρόνια αυχενοπάθεια και οσφυοισχιαλγία, δηλαδή από παθήσεις που κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, είναι συνήθεις για άτομα της ηλικίας της και ευχερώς αντιμετωπίζονται με την προσήκουσα φαρμακευτική αγωγή.

Από δε τα εκκαθαριστικά σημειώματα και τα έντυπα δηλώσεων Ε1 των Δ.Ο.Υ Αιγάλεω και Θηβών, που προσκομίζει η αιτούσα, αποδεικνύεται ότι τα οικογενειακά εισοδήματα της διαμορφώθηκαν ως εξής: α) Το έτος 2007 (οικ. έτος 2008) το εισόδημα του συζύγου της σε 13.272,50 ευρώ και της ιδίας σε 23.768,22 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 37.040,72 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 3.086,72 ευρώ μηνιαίως, β) Το έτος 2008 (οικ.

έτος 2009) του συζύγου της σε 21.169,30 ευρώ και της ιδίας σε 23.816,78 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 44.986,08 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 3.748,84 ευρώ μηνιαίως, γ) Το έτος 2009 (οικ. έτος 2010) του συζύγου της σε 24.910,61 ευρώ και της ιδίας σε 23.933,56 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 48.844,17 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 4.070,35 ευρώ μηνιαίως, δ) Το έτος 2010 (οικ.

έτος 2011) του συζύγου της σε 14.864,94 ευρώ και της ιδίας σε 35.331,68 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 50.196,62 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 4.183,05 ευρώ μηνιαίως, ε) Το έτος 2011 (οικ. έτος 2012) του συζύγου της σε 8.306,16 ευρώ και της ιδίας σε 15.408,99 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 23.715,15 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 1.976,26 ευρώ μηνιαίως, στ) Το έτος 2012 (οικ.

έτος 2013) του συζύγου της σε 8.306,16 ευρώ και της ιδίας 15.204,11 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 23.510,27 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 1.959,19 ευρώ μηνιαίως, ζ) Το έτος 2013 (οικ. έτος 2014) του συζύγου της σε 15.889,20 ευρώ και της ιδίας μηδενικά, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 1.324,10 ευρώ μηνιαίως. Ενώ από το φορολογικό έτος 2014, οπότε και τελεί σε διάσταση με το σύζυγο της, μη συνεπικουρούμενη οικονομικά από αυτόν, το ετήσιο εισόδημά της ήταν μηδενικό για το έτος 2014, κυμάνθηκε στο ποσό των 956,88 ευρώ για το έτος 2015 και στο ποσό των 3.607,42 ευρώ για το έτος 2016.

Σε σχέση με την ακίνητη περιουσία της αιτούσας, αποδείχθηκε ότι αυτή έχει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα: α) μία οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 100,00 τ.μ., έτους κατασκευής 1978, σε οικόπεδο έκτασης 250,25 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί όλου του οικοπέδου 350/000 ευρισκόμενης επί της οδού ..., στο Χαϊδάρι Αττικής, αντικειμενικής αξίας 63.000 ευρώ και β) το δικαίωμα υψούν άνωθεν της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί όλου του οικοπέδου 350/000, αντικειμενικής αξίας 22.026,87 ευρώ (....).

Από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, η πρώτη εξ αυτών (διαμέρισμα πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου) υπάγεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην έννοια της κατ' άρθρο 9 Ν. 3869/2010 πρώτης ή κύριας κατοικία της, η οποία δύναται να χρησιμοποιηθεί ως τέτοια από την αιτούσα, παρά το γεγονός ότι μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με τον σύζυγο της, σε αυτή κατοικεί ο ίδιος, η δε αιτούσα φιλοξενείται από την κόρη της Γ.

στη Θήβα (....). Επί της ως άνω κύριας κατοικίας της αιτούσας έχει εγγραφεί στις 11-4-2005 προσημείωση υποθήκης υπέρ της δεύτερης καθ' ης- εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" για ποσό 106.800,00 ευρώ, στις 6-4-2012 προσημείωση υποθήκης υπέρ της πέμπτης καθ' ης- εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για ποσό 50.000,00 ευρώ, η οποία τράπηκε σε υποθήκη στις 11-6-2015 και στις 6-4-2012 ομοίως προσημείωση υποθήκης υπέρ της ιδίας ως άνω τραπεζικής εταιρείας, ομοίως για ποσό 50.000,00 ευρώ, η οποία επίσης τράπηκε σε υποθήκη στις 11-6-2015 (...).

Πλην των ανωτέρω ακινήτων ουδέν άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, νομίμως κτηθέν κατά τις διατάξεις του εμπραγμάτου δικαίου, έχει η ενάγουσα. Η δε επικαλούμενη "δια λόγου" κτήση της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας επί: α) μιας ισόγειας κατοικίας επιφανείας 60,00 τ.μ., έτους κατασκευής 1946, κτισμένης σε οικόπεδο επιφανείας 450,00 τ.μ.

στις Πλαταιές - Λουτουφίου Βοιωτίας, αντικειμενικής αξίας 20.447,96 ευρώ, β) ενός αγρού μονοετούς καλλιέργειας εκτάσεως 250,00 τ.μ. στο Ρέμα Στέργιου, Πίρεζι, Πικερμίου Αττικής, γ) ενός αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας εκτάσεως 15 στρεμμάτων στην θέση "Ράχη Παλαιά Βρύση" Λουτουφίου Πλαταιών Βοιωτίας και δ) ενός ελαιώνα εκτάσεως 5 στρεμμάτων στην θέση "Νεκροταφείου Ελαιώνας" Λουτουφίου Πλαταιών, δεν δύναται να συμπεριληφθεί στην ακίνητη περιουσία της, καθώς ουδείς τίτλος κτήσης, νόμιμα μεταγεγραμμένος στα βιβλία μεταγραφών των κατά τόπον αρμοδίων Υποθηκοφυλακείων, με αιτία κτήσης τουλάχιστον την έκτακτη χρησικτησία, δεν υφίσταται σε σχέση με τα ακίνητα αυτά (...).

Ούτε η συμπερίληψη τους από την αιτούσα στο έντυπο περιουσιακής της κατάστασης - Ε9 αποτελεί νόμιμη αιτία κτήσης της κυριότητάς τους, ενώ η ενδεχόμενη νομή της αιτούσας επί των ακινήτων αυτών, δεν αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα ρυθμιζόμενο στο πλαίσιο του Ν. 3869/2010, καθώς η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα υπό την τεχνική έννοια του όρου, αλλά προστατευόμενη πραγματική κατάσταση άμεσα συναρτώμενη με τη φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (...).

Πέραν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της από 19-6-2017 αίτησής της, η αιτούσα ανέλαβε τα παρακάτω χρέη προς τους καθ' ων πιστωτές της, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησής της και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης σε κάθε πιστωτή, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο για την εμπραγμάτως εξασφαλισμένη απαίτηση, όσο και για τις λοιπές ανέγγυες απαιτήσεις λαμβάνονται υπόψη τα ποσά αυτών ως εισφέρονται με βάση τις βεβαιώσεις που προσκομίζει η αιτούσα.

Συγκεκριμένα, η αιτούσα έλαβε: Α) Από την πρώτη εφεσίβλητη - πιστώτριά της ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.": 1. Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 29-12-2015, 29.700,66 ευρώ (15.108,79 ευρώ κεφάλαιο, 14.591,87 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 32,50 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 7,3 % πλέον 0,60% εισφοράς Ν. 128/1975, 2.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 29-12-2015, 6.143,21 ευρώ (2.849,89 ευρώ κεφάλαιο, 3.148,32 ευρώ τόκοι, 145,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 4,50 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 18,95 % πλέον 0,60% εισφοράς Ν. 128/1975, 3. Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 29-12-2015, 9.081,52 ευρώ (4.444,79 ευρώ κεφάλαιο, 4.636,73 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 18,69 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 16,55 % και 4.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης μια πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 29-12-2015, 22.371,43 ευρώ (10.846,79 ευρώ κεφάλαιο, 11.524,64 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 21,61 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 17,20 %. Β) Από την δεύτερη εφεσίβλητη - πιστώτριά της ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", για την ίδια, αλλά και ως ειδικής διαδόχου των αναφερόμενων στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας τραπεζικών εταιρειών:1.

Δυνάμει της με αριθμό ... ταυτοποίησης απαίτησης ένα επιχειρηματικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-1-2016, 8.693,25 ευρώ (4.362,39 ευρώ κεφάλαιο, 3.687,89 ευρώ τόκοι, 642,97 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 32,13 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 13,85 %, 2. Δυνάμει της με αριθμό ... ταυτοποίησης απαίτησης ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-1-2016, 89.641,64 ευρώ (47.621,44 ευρώ κεφάλαιο, 41.757,78 ευρώ τόκοι, 262,42 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 65,65 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 12,35 %, 3.

Δυνάμει της υπ' αριθμό ... ταυτοποίησης απαίτησης ένα στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-1-2016, 99.486,31 ευρώ (72.331,11 ευρώ κεφάλαιο, 25.644,72 ευρώ τόκοι, 1.510,48 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 37,66 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 5,12 % και 4. Δυνάμει της με αριθμό ... ταυτοποίησης απαίτησης ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-1-2016, 14.242,43 ευρώ (7.076,84 ευρώ κεφάλαιο, 6.957,84 ευρώ τόκοι, 207,75 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 15,98 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 12,95 %.

Γ) Από την τρίτη εφεσίβλητη - πιστώτριά της ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.- ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ": 1. Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης μια πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 13-1-2016, 6.024,73 ευρώ (2.726,05 ευρώ κεφάλαιο, 3.625,30 ευρώ τόκοι, 33,38 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 12,05 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 6,60 % και 2.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης μια πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 13-1-2016, 6.018,01 ευρώ (2.723,13 ευρώ κεφάλαιο, 3.261,50 ευρώ τόκοι, 33,38 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 12,04 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 6,60 %. Δ) Από την τέταρτη εφεσίβλητη - πιστώτριά της ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης ένα καταναλωτικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-1-2016, 16.626,89 ευρώ (7.804,58 ευρώ κεφάλαιο, 8.822,31 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 15,60 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 15,60 %. και Ε) Από την πέμπτη εφεσίβλητη -πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALΡΗΑ ΒΑΝΚ": 1.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 30-1-2016, 9.477,58 ευρώ (6.123,13 ευρώ κεφάλαιο, 3.354,45 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 3,71 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 6,670 %, 2. Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 30-1-2016, 578,05 ευρώ (0,00 ευρώ κεφάλαιο, 48,95 ευρώ τόκοι, 529,10 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 1,61 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 11,60 %, 3.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 30-1-2016, 68.021,70 ευρώ (41.873,61 ευρώ κεφάλαιο, 26.148,09 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 104,16 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 9,35 % ευρώ, 4. Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 9-1-2016, 10.609,44 ευρώ (9.346,49 ευρώ κεφάλαιο, 1.262,95 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 18,69 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 17,75 % ευρώ, 5.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 24-1-2016, 3.496,77 ευρώ (1.668,17 ευρώ κεφάλαιο, 1.828,60 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 3,34 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 17,75 % ευρώ, 6. Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 1-1-2016, 10.280,18 ευρώ (9.239,64 ευρώ κεφάλαιο, 1.040,54 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 18,48 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 18,60 % ευρώ και 7.

Δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ένα δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής στις 30-1-2016, 40.031,54 ευρώ (25.116,18 ευρώ κεφάλαιο, 14.915,36 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης να ανέρχεται σε 48,42 ευρώ και το επιτόκιο δανεισμού σε 8,50 % ευρώ. Στο σημείο αυτό, πρέπει να γίνει μνεία συμπληρωματικώς, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στο εφετήριο ειδικός λόγος έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, σε σχέση με το κεφάλαιο αυτό, ότι ως προς την έβδομη εφεσίβλητη - πιστώτρια της αιτούσας, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΔΑΠ Α.Ε", οι επικαλούμενες προς αυτή ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους 13.725,13 ευρώ, των οποίων η αιτούσα επίσης ζητούσε την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3869/2010, αποτελούσαν προϊόν υπεξαίρεσης που η αιτούσα τέλεσε κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, κατά τη χρονική περίοδο από 19-3-3010 έως 24-6-2010, στις 21-6-2011, στις 26-7-2011 και στις 19-7-2011, ήτοι απέρρεαν από εκ δόλου τελεσθείσα αξιόποινη πράξη, για την οποία η αιτούσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών με την υπ' αριθμ. 53368/2017 απόφαση του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (...).

Συνεπώς, η ως άνω οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. β του Ν. 3869/2010 δεν εντάσσεται στις δυνάμενες να ρυθμισθούν σύμφωνα με το Ν. 3869/2010, καθιστάμενης της αίτησης ως προς την ανωτέρω διάδικο απορριπτέας ως μη νόμιμης, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Όπως λοιπόν εναργώς συνάγεται από την ανωτέρω παράθεση των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της αιτούσας προς τις προαναφερόμενες πιστώτριές της, το συνολικό ποσό των ενήμερων μηνιαίων δόσεων για τα παραπάνω ληφθέντα από την αιτούσα, συνολικά δεκαοκτώ τραπεζικά προϊόντα, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 4.668,20 ευρώ μηνιαίως (...), υπερβαίνον κατά πολύ το μηνιαίο οικογενειακό ειοόδημά της, από το οποίο έπρεπε συγχρόνως να καλυφθούν και οι συνήθεις βιοτικές ανάγκες της πολυμελούς οικογένειας της, ακόμα και όταν αυτό περί τα έτη 2009 και 2010, κυμαινόταν στο ποσό των 4.070,35 ευρώ και 4.183,05 ευρώ αντίστοιχα.

Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις συμπεραίνεται ότι ναι μεν η αιτούσα πλέον δεν δύναται να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις προς τους πιστωτές της, εμφανίζοντας γενική και μόνιμη αδυναμία προς τούτο, ωστόσο, περιήλθε με δόλο σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ως άνω υπέρογκων χρεών που δημιούργησε, συνολικού ύψους, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησής της, 450.525,34 ευρώ, διότι προέβη σε αλόγιστο δανεισμό, κάνοντας χρήση και της ανακυκλούμενης πίστωσης, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που το εισόδημά της επέτρεπε, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης δόλου που προέβαλαν οι πιστωτές της ως βάσιμης κατ' ουσίαν, αφού εξ αρχής η εισοδηματική κατάστασή της, ακόμα και κατά τα έτη 2007 έως 2010, που το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά της βρισκόταν σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο, δεν επαρκούσε για την αντιμετώπιση των υψηλών μηνιαίων δόσεων των δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβε.

Παρά ταύτα, η αιτούσα ενήργησε δολίως αφού με την σύναψη όλων των ανωτέρω δανείων καρπώθηκε τα οφέλη από την υπερχρέωσή της, με την απόκτηση υλικών αγαθών και με την άνοδο του βιοτικού της επιπέδου, παρότι γνώριζε εξαρχής, ενόψει των εισοδημάτων της και των εν γένει οικογενειακών αναγκών της και εν συνεχεία, προέβλεψε ως πολύ πιθανό, πλην όμως αποδέχθηκε, ότι δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα ανωτέρω δάνεια και ότι θα έφτανε σε αδυναμία πληρωμής τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειονότητα των προϊόντων τραπεζικής πίστης που έλαβε αφορούσαν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, με ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο δανεισμού, όπως αναλυτικά για καθένα από αυτά εκτίθεται ανωτέρω. Όπως δε τελικώς ήταν αναμενόμενο, αυτή η δυσχερής οικονομική κατάσταση είχε ως επακόλουθο τη σταδιακή συσσώρευση των χρεών της αιτούσας, τα οποία από ένα χρονικό σημείο και έπειτα εκτροχιάστηκαν, με αποτέλεσμα αυτή να οδηγηθεί σε οικονομικό αδιέξοδο και να παύσει εντελώς τις πληρωμές της.

Ο ισχυρισμός της ότι έπαυσε τις πληρωμές της προς τους πιστωτές της από το έτος 2012, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθώς είχε παύσει τις πληρωμές της σε προγενέστερο χρονικό σημείο, αφού: α) είχε εκδοθεί σε βάρος της η με αριθμό .../2011 διαταγή πληρωμής που της κοινοποιήθηκε στις 21-4-2011, για οφειλή της στην Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε (...), β) όφειλε ήδη μέχρι την 1-11-2012 το συνολικό ποσό των 27.520,63 ευρώ για ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές της στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματικών (...) και γ) είχε υπεξαιρέσει όπως ήδη αναφέρθηκε κατά τα έτη 2010 και 2011 το συνολικό χρηματικό ποσό των 13.725,13 ευρώ, προερχόμενο από λογαριασμούς ύδρευσης που είχαν εξοφληθεί στο Πρακτορείο της, από την ΕΥΔΑΠ Α.Ε, χωρίς ουδέποτε να αποδώσει αυτό.

Επομένως, η παύση των πληρωμών της δεν μπορεί να αποδοθεί σε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών της ζωής της, όπως τα επικαλούμενα προβλήματα υγείας, η παύση των εργασιών της ατομικής επιχείρησής της και η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της με το σύζυγο της, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο μιας μακροχρόνιας εν γνώσει της αιτούσας κακής διαχείρισης των οικονομικών πόρων και δυνατοτήτων της, την οποία τα προβλήματα αυτά επέτειναν.

Άλλωστε, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η σύναψη των ως άνω δανειακών συμβάσεων υπαγορεύθηκε από κάποια αδήριτη αναγκαιότητα, ούτε δια της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεσή της παρασχέθηκαν σαφείς και πειστικές εξηγήσεις για τον σκοπό και τον τρόπο που αναλώθηκαν τα ως άνω ποσά, γεγονός που επιρρωνύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η αιτούσα επέδειξε δόλια συμπεριφορά ως προς την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της, προβαίνοντας αφειδώς στον ως άνω δανεισμό, ενώ διέβλεπε κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεών της ότι ακόμα και τα αυξημένα κατά τα έτη 2007- 2010 μηνιαία εισοδήματά της, δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων της και των λοιπών αναγκών διαβίωσης της οικογένειάς της, επιδεινώνοντας κατά τον τρόπο αυτό εν γνώσει της σε ανεξέλεγκτο βαθμό την οικονομική της θέση.

Αποδέχθηκε δε το ενδεχόμενο αυτό, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών ανέμενε ή ήλπιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την απόκτηση ακόμα μεγαλύτερων εισοδημάτων, ώστε να υπάρχει εδραιά προοπτική αποπληρωμής τους.

Συνεπώς, η αιτούσα γνώριζε, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε μετά βεβαιότητας να προβλέψει, την αδυναμία αποπληρωμής των υπέρογκων χρεών της και ως εκ τούτου η μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υπήρξε - κατά μείζονα λόγο - ήδη από τον χρόνο της λήψης των δανείων, καίτοι ο υπερδανεισμός δεν συνιστά εξ ορισμού στοιχείο του δόλου, αφού με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της υπερέβη συστηματικώς και καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ σε καμία περίπτωση η σημερινή δυσμενής θέση, στην οποία η ίδια έχει περιέλθει, δεν δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς της, οφειλόμενους στις σημερινές κρατούσες δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες.

Αντιθέτως εκπορεύεται από συνειδητές επιλογές της προς δημιουργία και διατήρηση ενός δυσανάλογα υψηλού βιοτικού επιπέδου, όπως σημειώθηκε ανωτέρω. Επομένως, η κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριές της, αναιρεί την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη, που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθώς οδηγήθηκε με δική της υπαιτιότητα σε υπέρμετρο δανεισμό και επομένως πρέπει, δεκτής γενομένης της προτεινομένης από τους πιστωτές της ένστασης δολιότητας ως βάσιμης κατ' ουσίαν, η αίτηση περί υπαγωγής των οφειλών της στις διατάξεις Ν. 3869/2010 ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 24-10-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 217/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θηβών, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, καθώς και ότι για τη παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω της αιτούσας - αναιρεσίβλητης περιορίζεται στη πρόθεσή της και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σε αυτήν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων τη πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά της, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο της , εφόσον αυτή, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες, τη πραγματική οικονομική της κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες).

Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος της εν λόγω αναιρεσείουσας ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, το οποίο ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 450.525,34 ευρώ, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στη πρωτοβάθμια δίκη, προερχόμενο από δεκαοκτώ δανειακές συμβάσεις, οι οποίες αφορούν ένα στεγαστικό δάνειο, ποσού 99.486,31 ευρώ, επτά καταναλωτικά δάνεια, έξι πιστωτικές κάρτες και τέσσερα επιχειρηματικά δάνεια, ενώ όφειλε μέχρι την 1-11-2012 το ποσό των 27.520,63 ευρώ για ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές της στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματικών και στην έκτη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "ΕΥΔΑΠ Α.Ε." το ποσό των 13.725,13 ευρώ το οποίο είχε υπεξαιρέσει κατά τα έτη 2010 και 2011, προερχόμενο από λογαριασμούς ύδρευσης που είχαν εξοφληθεί στο πρακτορείο ΠΡΟΠΟ που εκμεταλλευόταν, β) το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας, καθώς και του συζύγου της κατά τα έτη 2007 -2013 (καθόσον έκτοτε βρίσκεται σε διάσταση) και στη συνέχεια μέχρι το έτος 2015, με τις κατά έτος, αλλά και κατά μήνα, αποδοχές καθενός, γ) την ηλικία της αιτούσας, δ) ότι τα δάνεια λήφθησαν από το έτος 2007 και μεταγενέστερα όταν ακόμα και τα αυξημένα κατά τα έτη 2007-2010 μηνιαία εισοδήματά της, δεν επαρκούσαν για τη κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων και των λοιπών αναγκών διαβίωσης της επταμελούς οικογένειάς της, μεταγενέστερα δε τα μηναιαία εισοδήματά της μειώθηκαν, ενώ το συνολικό ποσό των μηνιαίων δόσεων των δεκαοκτώ τραπεζικών προϊόντων ανέρχονταν στο ποσό των 4.668,20 ευρώ, ε) ότι, προέβαινε αυτή, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους (δανείων), καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση και ότι ήταν αδύνατο να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το σταθερό εισόδημά της ήταν διαρκώς μειούμενο, από το έτος δε 2013 μειώθηκε περαιτέρω και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών της, προβαίνοντας σε συνεχή δανεισμό με διαρκείς λήψεις κυρίως καταναλωτικών, επιχειρηματικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος γι' αυτό, υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει της ότι το εισόδημά της δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής της θέσης ή προσωπικής της κατάστασης, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη της.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.

Στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύονται αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσείουσας κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών 2007 και μεταγενέστερα, όπως και την οικογενειακή της κατάσταση και τη περιουσία της, καθώς και ότι η υπαιτιότητά της είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτή συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.

Τέλος και η, εμπεριεχόμενη στον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (ειδικότερα των από 19-4-2018 και 20-4-2018 προτάσεων των παριστάμενων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πιστωτριών "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." και "Αλφα Τράπεζας Α.Ε.", αντίστοιχα), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, υποβλήθηκε παραδεκτά από τη δεύτερη (Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.) και πέμπτη (Aλφα Τράπεζα Α.Ε.) των καθών η αίτηση και ήδη δεύτερη και πέμπτη αναιρεσίβλητη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών.

Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα προαναφερόμενα και κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 330 του ΑΚ και 262 του ΚΠολΔ στοιχεία και ειδικότερα ότι η αιτούσα συμφώνησε αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, με πέντε πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων (κυρίως καταναλωτικών, επαγγελματικών δανείων, πιστωτικών καρτών), ύψους 450.525,34 ευρώ, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση και να απορρίψει τις αντενστάσεις της αιτούσας-αναιρεσείουσας ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτου.

Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας κατά την ανάληψη των χρεών της, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτής με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και της πρόθεσής της να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής της ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου (ΑΠ 991/2023).

Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.

Σε ακολουθία των παραπάνω, οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Εξάλλου, οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου ορθώς μόνο από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 (και όχι από τον αριθ. 8 του άρθρου 559) του ΚΠολΔ [ότι αυτοί (ισχυρισμοί περί αοριστίας) δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας], κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 27-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 99/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ