Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of claim based on unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Regional Court of Evia. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim for unjust enrichment because it failed to accept specific evidence regarding work contracts and employee notes. The court ruled that the appellant's arguments were inadmissible as they challenged the lower court's uncontrollable assessment of evidence and did not constitute a valid ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's assessment of evidence is inadmissible if it merely contests the uncontrollable evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1713 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1713/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λεβεντάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΥΒΟΙΑΣ" που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθόν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικά εναγομένου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΕΥΒΟΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρουμελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2018 αίτησή του και τους από 18/3/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-6-2018 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 283/2018, ΕΑΚ 7/2018) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 25/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 24-6-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 66/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 18-3-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-3-2020 (αριθ.
έκθ. Καταθ. 32/2020) και επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος - Περιφερειακή Ενότητα Εύβοιας" (το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Π.Δ/γματος 148/2011, από 1-1-2011 υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εναγόμενου Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ευβοίας"), τριάντα (30) και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 16-5-2022 (βλ.
τη με αριθμό 1756Γ/23-3-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας με έδρα το Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Λ. Π.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε από το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, που ισχύει από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν. 4842/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 754/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 8/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το ακόλουθο αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε με επίκληση και ειδικότερα το χειρόγραφο σημείωμα που συνέταξε ο υπάλληλος της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του εφεσιβλήτου - αναιρεσίβλητου, κ.
Γ., από το οποίο αποδεικνύεται η ανάθεση σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) τεχνικών έργων ύψους 180.000 ευρώ κατά την περίοδο 2004 - 2005. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο τέλος της πρώτης σελίδας του πέμπτου φύλλου αυτής, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και σχολιασμός του παραπάνω εγγράφου και ως εκ τούτου το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 450 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, το οποίο συμβαίνει όταν γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 842/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 1402/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 αυτού, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απορρίπτοντας το αίτημά του "για αναβολή έκδοσης απόφασης, προκειμένου να προσκομισθεί η αλληλογραφία των αρμοδίων υπηρεσιών σχετικά με την αντιμετώπιση των εκτάκτων φαινομένων στην περιοχή Αμυγδαλιάς - Καρύστου κατά την περίοδο 9ου/2004 - 4ου/2005", δεν έλαβε υπόψη του την αίτηση επίδειξης εγγράφων που υπέβαλε.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει τα στοιχεία, με βάση τα οποία θα μπορούσαν να προσδιοριστούν τα έγγραφα (ήτοι η αλληλογραφία των αρμοδίων υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου), των οποίων ζήτησε την επίδειξη, ούτε το περιεχόμενο αυτών. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (δεύτερη σελίδα του πέμπτου φύλλου αυτής), το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την ανωτέρω αίτηση του αναιρεσείοντος, την οποία απέρριψε, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκε το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και διότι δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής, η ανταγωγή, καθώς και η ένσταση και η αντένσταση, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 492/2013, ΑΠ 1727/2009, ΑΠ 954/2008).
Περαιτέρω, το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο παρών λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, όπως είναι το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και εξέταση των διαδίκων κατά το άρθρο 415 παρ. 1 ΚΠολΔ, ή για την παροχή από αυτούς διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση (άρθρο 345 παρ. 1 ΚΠολΔ), ή το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των μαρτύρων στο ακροατήριο για να συμπληρώσουν ή διευκρινίσουν τις καταθέσεις τους (άρθρο 411 ΚΠολΔ), ή και το αίτημα για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων με άλλους μάρτυρες ή και με τους διαδίκους (άρθρο 409 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1912/2013, ΑΠ 655/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό του που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, το αίτημά του να εξεταστούν κατ' αντιπαράσταση ο Προϊστάμενος της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών και ο κ.
Γ. προς διευκρίνιση της αντίφασης μεταξύ ενός εγγράφου που συνέταξε ο πρώτος (στο οποίο αναφέρονται εργασίες ποσού 15.000 ευρώ) και του χειρόγραφου σημειώματος του δεύτερου (στο οποίο αναφέρονται εργασίες ποσού 180.000 ευρώ), το οποίο (αίτημα) απέρριψε. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη αιτήματος εξέτασης μάρτυρα δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και, συνεπώς, δεν θεμελιώνει λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος, αν ήθελε εκτιμηθεί από τον αριθμό 9 του άρθρου 559, είναι, επίσης, απαράδεκτος, διότι το αίτημα για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων δεν συνιστά "αίτηση" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης και, συνεπώς, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι από τα προσαγόμενα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις αποδεικνύεται ότι υπάρχει σύμβαση πλην όμως είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και, συνεπώς, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία δεν την δέχθηκε το Εφετείο, αφήνοντας, συνεπώς, την επικουρική βάση της αγωγής του αδίκαστη.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και, συνεπώς, δεν άφησε αίτηση αδίκαστη.
Επίσης, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε το έγγραφο σημείωμα του υπαλλήλου της αντιδίκου ως απόδειξη για την τέλεση των εργασιών ύψους 180.000 ευρώ στην επίμαχη περίοδο.
Ταυτόχρονα όμως δέχθηκε ότι προέβην σε εργασίες ύψους 15.000 ευρώ την ίδια περίοδο λαμβάνοντας υπόψη σχετικό έγγραφο της αντιδίκου. Ως εκ τούτου έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις για κρίσιμα περιστατικά, όπως η τέλεση εργασιών ύψους 180.000 ευρώ". Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της ως άνω πλημμέλειας στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, τα οποία επιβάλλει στο σύνολό τους, διότι η διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 33463/2006 που προβλέπει την επιβολή μειωμένου ποσού δικαστικής δαπάνης υπέρ ή κατά των Δήμων, είναι δυνητική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-6-2018 αίτηση (ΓΑΚ 283/2018, ΕΑΚ 7/2018) και τους από 18-3-2020 πρόσθετους λόγους αυτής (αριθ. έκθ. καταθ. 32/2020) για αναίρεση της με αριθμό 25/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ