Legislator Case Law & Legislation
1713/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on technical engineering fees, ruling facts are uncontested and not subject to review.

Case Number 1713/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding technical engineering fees. The appellant argued for a higher fee percentage based on completed study stages, but the court found the lower court's factual findings regarding which studies were performed to be uncontested and thus immune from appellate review. Consequently, the appeal was rejected, and court costs were allocated between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate review is barred when the lower court's decision relies on facts that are uncontested by the parties and have not been subject to evidence.

Keywords

AI generated
technical engineering fees uncontested facts appellate review limitation study stages valuation costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 53(1) of Presidential Decree 696/1974
Article 53(2) of Presidential Decree 696/1974
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 648/2010 of the Supreme Court
Case 3733/2008 of the Athens Court of Appeal
Case 4492/2015 of the Athens Court of Appeal

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1713 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1713/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α) Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Α. Ρ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπρέγιαννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: Στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε.

Β) Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μπρέγιαννου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Α. Ρ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1999 αγωγή του ήδη Α αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 260/2000 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8353/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο Α ήδη αναιρεσείων-Β αναιρεσίβλητος, με την από 28-5-2002 αίτησή του και τους από 7-2-2005 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 1325/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 3733/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η Β ήδη αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη με την από 27-11-2008 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 648/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 4492/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο Α αναιρεσείων με την από 3-4-2017 αίτησή του και η Β αναιρεσείουσα με την από 10-4-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος του Α αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 3-4-2017 και με αριθ. κατ. ….73/2017 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Τ. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης << ...>> και β) της από 10-4-2017 και με αριθ. κατ. …87/2017 αντίθετης αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας <<...>> κατά του Δ. Τ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμ …92/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Oπως δε προκύπτει από την …66Γ/717-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Μ., το "Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος", το οποίο παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος στον πρώτο βαθμό, κλήθηκε να μετάσχει στην παρούσα δίκη κατά την ως άνω δικάσιμο (αρθ 82 εδ γ' ΚΠολΔ) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ήταν απόν.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραιτήσεως από της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο δικαιούχος εισπράττει το μέρος της τελεσιδίκως σ` αυτόν επιδικασθείσης απαιτήσεως μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, χωρίς επιφύλαξη από αυτόν δια το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεώς του, ως προς το οποίο απερρίφθη η αγωγή του.

Εξ` άλλου, ναι μεν η παραίτηση από του δικαιώματος προς άσκηση ενδίκου μέσου, όπως και αυτή της αναιρέσεως, προϋποθέτει, κατά το άρθρο 98 εδ. β` ΚΠολΔ, την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητος προς τον Δικηγόρο, ο οποίος προβαίνει στη σχετική δήλωση, πλην όμως η από την έλλειψη αυτή επερχομένη ακυρότητα, όπως προκύπτει από το άρθρο 544 αριθ. 4 του ιδίου κώδικος, διασταλτικώς ερμηνευομένου, θεραπεύεται δια της εκ των υστέρων εγκρίσεως των γενομένων πράξεων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, με αποτέλεσμα η δηλωθείσα παραίτηση από του δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου, να ισχυροποιείται αναδρομικώς, (Ολ.

ΑΠ 626/1980). Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει ρητώς ή και σιωπηρώς. Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008). Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να ισχύσουν τα ανωτέρω είναι να έχει γίνει η καταβολή και η λήψη του επιδικασθέντος ποσού με τους τόκους και τα έξοδα πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου.

3. Στην κρινομένη υπόθεση η αναιρεσίβλητη δια των κατά την διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε, προέβαλε τον περί απαραδέκτου της ασκηθείσης αναιρέσεως ισχυρισμό λόγω σιωπηρής αποδοχής από τον αναιρεσείοντα της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Δ.

Τ. εισέπραξε το επιδικασθέν με την αναιρεσιβαλλόμενη 4492/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ποσό χωρίς την διατύπωση οποιασδήποτε επιφυλάξεως. Ειδικότερα: α) Με την προσκομιζομένη από 28.4.2017 επιταγή προς πληρωμή της 4492/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα <<... ΑΕ>> επιτάχθηκε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα (α) για υπόλοιπο του επιδικασθέντος τελεσιδίκως με την παραπάνω απόφαση κεφαλαίου ποσό 1.459,93 Ευρώ, (β) για τόκους επί του κεφαλαίου ποσό 2.768,66 Ευρώ και (γ) για φωτοαντίγραφο, χαρτοσήμανση απογράφου, αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμή και έξοδα επιδόσεως συνολικώς ποσό 223,20 Ευρώ.

β) Από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 32/6.7.2017 τιμολόγιο του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Α. Ρ. προκύπτει ότι ο εν λόγω δικηγόρος εισέπραξε το ποσό των 223,20 Ευρώ, που αφορά τις δαπάνες για φωτοαντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς πληρωμήν αυτής και τα έξοδα επιδόσεως της επιταγής πληρωμής, χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη.

γ)Από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 20/30.5.2017 τιμολόγιο του αναιρεσείοντος σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο από 4.5.2017 παραστατικό καταθέσεως της Τραπέζης Attica Bank προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε το, κατά τα ανωτέρω, επιταχθέν ποσό 1.459,93 Ευρώ και ΦΠΑ 350,38 Ευρώ, δηλαδή συνολικώς ποσό 1.820,32 μείον τον παρακρατηθέντα φόρο ποσού 291,99 Ευρώ, χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη.δ) Από το από 4.5.2017 παραστατικό της Τραπέζης Attica Bank προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κατέθεσε στον λογαριασμό του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος ποσό 2.253,70 Ευρώ σε εξόφληση των επιταχθέντων τόκων ποσού 2768,66 Ευρώ μείον το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου.

4. Από τις παραπάνω ενέργειες του αναιρεσείοντος και του πληρεξουσίου του δικηγόρου του, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν προκύπτει σαφής απ' αυτούς αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δια της οποίας είχε επιδικασθεί μέρος του δια της αγωγής του αναιρεσείοντος ζητηθέντος ποσού, εισπραχθέντος από τον τελευταίο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο , γιατί η είσπραξη του ποσού αυτού έγινε μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης. Συγκεκριμένα η από 3-4-2017 αίτηση ασκήθηκε στις 6-4-2017 και η εξόφληση προς τον αναιρεσείοντα ολοκληρώθηκε στις 4-5-2017. Επομένως ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης της της από 3-4-2017 αίτησης και αναιρεσείουσας της από 10-4-2017 αίτησης περί απαραδέκτου της από 3-4-2017 αίτησης είναι αβάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία ακυρώνεται, μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 736/2011). Η κρίση, που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, ενόψει του ότι εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο αυτό (ΑΠ 2017/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8-1-1999 (αρ. κατ. …30/50/1999) αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη τεχνική εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, του ανέθεσε ως έχοντος μελετητικό πτυχίο Β' τάξης, τη σύνταξη των στατικών μελετών του αναφερόμενου στην αγωγή δημοσίου έργου, του οποίου η ίδια ήταν ανάδοχος και ότι αν και συνέταξε και παρέδωσε στην εναγόμενη τις ως άνω μελέτες, αυτή δεν του κατέβαλε ολόκληρη τη νόμιμη αμοιβή του ανερχόμενη με βάση τον προϋπολογισμό κάθε εγκεκριμένης μελέτης σε 32.984.830 δρχ συνολικά, αλλά μόνο το ποσό των 6.800.000 δρχ.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.), ως εκ του νόμου υποκατάστατο αυτού, για λογαριασμό του το ποσό των 26.184.830 δρχ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την 260/2000 οριστική απόφασή του, με την οποία, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονέθηκε ο ενάγων με την από 22-12-2000 έφεσή του, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του. Επί της έφεσης εκδόθηκε η 8353/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε, κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του ενάγοντος με την 1325/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το εφετείο Αθηνών με την 3733/2008 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στο Τ.Ε.Ε., για λογαριασμό του ενάγοντος, το ποσό των 38.413,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά της αμέσως παραπάνω τελεσίδικης απόφασης η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 27-11-2008 αίτηση αναίρεσης, το δε δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την 648/2010 απόφαση του, κατά παραδοχή σχετικών λόγων της αναίρεσης, αναίρεσε εν μέρει την προσβληθείσα παραπάνω εφετειακή απόφαση, για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες (άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα, ως προς το μέρος αυτής που αφορά τον υπολογισμό της αμοιβής του ενάγοντος για το έργο που εκτέλεσε, διότι, όπως επί λέξει αναφέρει, "...Την κρίση του αυτή το Εφετείο στήριξε σε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 1 παρ. 2β, 2 παρ. 1, 3 παρ.1, 4, 30, 32 και 34 του Π.Δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989, που ρυθμίζουν τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής των μελετών τεχνικών έργων.

Ειδικότερα, αν και αναφέρεται στην απόφαση ότι η αμοιβή υπολογίζεται με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, στη συνέχεια καθορίζει την αμοιβή για κάθε μελέτη, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία, αφού ουδεμία μνεία γίνεται στην κατηγορία του έργου, με την οποία συναρτώνται οι συντελεστές του προβλεπόμενου από τις πιό πάνω διατάξεις μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό της αμοιβής ούτε στον νομίμως διαμορφωθέντα προϋπολογισμό δαπάνης του έργου κάθε μελέτης, σε ποσοστό του οποίου καθορίζεται η αμοιβή, ούτε και στην αμοιβή που αντιστοιχεί σε κάθε στάδιο μελέτης, ενόψει της παραδοχής ότι ο κύριος του έργου είχε παραδώσει στον ανάδοχο και την προμελέτη των κόμβων και δεν προκύπτει σαφώς αν ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε όλα τα στάδια της μελέτης ή μερικά μόνο από αυτά και αν η αμοιβή που επιδικάσθηκε αφορά όλα τα στάδια..", παραπέμποντας την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, δίκασε την υπόθεση, κατά το μέρος που αφορά τον υπολογισμό της αμοιβής του ενάγοντος για το έργο που εκτέλεσε, εντός των ορίων που διαγράφονταν με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, αφού μόνο κατά το μέρος αυτό αναιρέθηκε η 3733/2008 εφετειακή απόφαση, δεσμευόμενο το εφετείο, κατά τις λοιπές κρίσεις και διατάξεις της απόφασης αυτής (3733/2008), που δεν εθίγησαν από την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, που απετέλεσε, ως προς αυτές, δεδικασμένο.

6. Έτσι, σύμφωνα όμως με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο ορθά έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεσμεύεται από την αναιρετική απόφαση που έκρινε νομικά βάσιμη την αγωγή, και ως προς το ορισμένο αυτής, αφού η κρίση της αναιρετικής απόφασης ότι η αγωγή είναι νομικά βάσιμη, εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη ( ΑΠ 1499/2014). Επομένως ο 1ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 16 είναι αβάσιμος.

7. H σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό ή γραφείο μελετών η εκπόνηση μελέτης τεχνικού έργου φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου κατά τα άρθρα 681 έως 702 ΑΚ. Με βάση τη σύμβαση αυτή, ο μηχανικός ή το γραφείο μελετών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το ανατιθέμενο σε αυτόν έργο, εκπονώντας τις αναληφθείσες μελέτες , δικαιούται δε να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής.

Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, ή αν ή συμφωνηθείσα διαπιστωθεί ότι είναι κατώτερη από τη νόμιμη, όπως αυτή καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί καί ισχύει με το ΠΔ 515/1989, ο μηχανικός ή το γραφείο μελετών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή δικαιούται να λάβει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή σύμφωνα μέ τό άρθρο 682 ΑΚ (ΑΠ 1059/2002, ΑΠ 1334/2002).Τα παραπάνω έχουν ισχύ μέχρι 2-3-2011, οπότε καί δημοσιεύθηκε ο Ν 3919/2011 (ΦΕΚ 32Α/2-3-2011) , με τον οποίο καταργήθηκαν τά ελάχιστα νόμιμα όρια ως διατάξεις αναγκαστικού δικαίου γιά τις απαιτήσεις που γεννώνται εξ αμοιβών μηχανικών από μελέτες ή επιβλέψεις μετά τήν έναρξη ισχύος του ανωτέρω (2-3-2011) καί οί αμοιβές πλέον καθορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων (άρθρο 7 παρ. 1Ν3919/2011).

Με βάση αυτά, ως προς τις απαιτήσεις αμοιβών μηχανικών, που αφορούν σε μελέτες καί επιβλέψεις που γεννήθηκαν μέχρι 2-3-2011, όπως οι ένδικες, δηλαδή, ισχύουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των ελαχίστων ορίων αμοιβών του ΠΔ 696/1974.

8. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, όσον αφορά το ζήτημα του υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντος για το έργο που εκτέλεσε, ως προς το οποίο και μόνο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, παραπέμφθηκε, με την 648/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η υπόθεση στο εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση:

Ο ενάγων μηχανικός σε εκτέλεση του έργου που του ανέθεσε η εναγόμενη εκπόνησε τις αναληφθείσες μελέτες, και συγκεκριμένα τις από Δεκεμβρίου 1996 οριστικές μελέτες των τεχνικών (γεφυρών) Τ2 (ανοίγματος 24.00 Μ-Χ.Θ. 23+128,00 αυτ/μου) και Τ3 (ανοίγματος 24.00 Μ-Χ.Θ. 24+416,00 αυτ/μου), (β) την από Οκτωβρίου 1997 οριστική μελέτη του τεχνικού Τ4 (ορθού ανοίγματος 8.00 Μ-ΧΘ 26+171,00 αυτ/μου) και (γ) την από Οκτωβρίου 1997 οριστική μελέτη του κιβωτοειδούς οχετού 3,00 * 3,00 (πλησίον τεχνικού Τ4 - ΧΘ 26+171,00 αυτ/μου) και τις παρέδωσε, μαζί με τις τεχνικές εκθέσεις, τις προσμετρήσεις, τα σχετικά σχεδιαγράμματα και τον εξαχθέντα από αυτές προϋπολογισμό του κόστους κάθε επιμέρους έργου, στην εναγομένη, η οποία στη συνέχεια, μη αμφισβητώντας το ύψος των προϋπολογισμών, υπόβαλε τις εν λόγω μελέτες μετά των ως άνω τευχών που τις συνόδευαν στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ/νση Κ.Ε.Ο.) προς έγκριση.

Ακολούθως, με τα …80π.ε/11-2-1997 και …86/30-10-1997 έγγραφα του ΥΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ/ΔΜΕΟ/η εγκρίθηκαν οι ως άνω οριστικές μελέτες των τεχνικών Τ2, Τ3 και Τ4, αντίστοιχα, ενώ με το …79/17-12-1997 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας εγκρίθηκε η οριστική μελέτη του κιβωτοειδούς οχετού. Οι εξαχθέντες από τις ως άνω εγκεκριμένες μελέτες προϋπολογισμοί των παραπάνω τεχνικών και του οχετού, που, σημειωτέον, δηλώνουν το κόστος των έργων και με τους οποίους υπολογίζεται η αμοιβή αυτών (άρθρο 3 του π.δ. 696/74, όπως αντικ.

με το άρθρο 3 του π.δ.515/89) ήταν της τάξης των 174.460.372 δρχ για το τεχνικό Τ2, των 140.249.982 δρχ για το τεχνικό Τ3, των 238.902.000 δρχ για το τεχνικό Τ4 και των 25.961.260 δρχ για τον οχετό. Η εναγομένη και εργοδότρια του ενάγοντος, παρέλαβε, όπως προεκτέθηκε, τους προϋπολογισμούς των άνω έργων των οποίων τις μελέτες εκπόνησε ο τελευταίος, και περιέλαβε αυτούς στα τεύχη των μελετών που διαβίβασε στη συνέχεια στον κύριο του έργου, χωρίς να αμφισβητήσει ούτε τα κριτήρια τους, ούτε την ακρίβεια των κονδυλίων τους ούτε το προαναφερόμενο ύψος τους, εγκρίνοντας έτσι σιωπηρά αυτούς.

Ενόψει αυτών, αβάσιμα κρίνονται τα όσα αυτή (εναγόμενη) ήδη ισχυρίζεται περί διογκωμένων προϋπολογισμών, και το υποβληθέν εκ μέρους της αίτημα πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί, αφού με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, δεν υφίσταται ζήτημα που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό ειδικές γνώσεις επιστήμης ( ΚΠολΔ 368).

Επομένως, εφόσον ο ενάγων εκτέλεσε πλήρως το έργο που ανέλαβε, δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ.696/1974, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση του π.δ. 515/1989. Ειδικότερα η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή (Α) αυτού για την εκπόνηση των ως άνω μελετών που αφορούσαν τεχνικά έργα οδού, κατατασσόμενα στην κατηγορία Δ τα τεχνικά Τ2, Τ3 και Τ4 και στην κατηγορία Β ο κιβωτοειδής οχετός (άρθρο 30 παρ.1 εδ.β' και δ'), γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη, υπολογίζεται με βάση τον εξαχθέντα από τις μελέτες προϋπολογισμό (Σ) των έργων και ορίζεται σε ποσοστό επί τοις εκατό αυτού δυνάμει του τύπου Α=β/100 επί Σ επί λ'/λ.

Όπου λ και λ' είναι οι συντελεστές αναθεώρησης, που κατά το επίμαχο διάστημα, υποβολής και έγκρισης, ισούνται (με βάση τα προσκομιζόμενα δημοσιευθέντα στοιχεία του Β' τριμήνου 1995, 1997 και Δ' τριμήνου 1997), με (λ=) 37,80 και (λ-) 43,05 για τα τεχνικά Τ2 και Τ3 (έγκριση Β97) και 44,78 για το τεχνικό Τ4 και τον οχετό (έγκριση Δ97).

Ο συντελεστής β του άνω μαθηματικού τύπου υπολογίζεται με βάση τον τύπο β=κ+μ/κυβ.ρίζα (Σ/ΙΟΟΟΧλ)- όπου κ και μ είναι οι συντελεστές με βάση την κατηγορία του έργου, και εν προκειμένω για τα τεχνικά Τ2,Τ3 και Τ4 (κατηγορίας Δ) ο συντελεστής κ ισούται με 1,40 και ο συντελεστής μ ισούται με 35,00, ενώ για τον οχετό (κατηγορίας Β) οι άνω συντελεστές ισούνται με 0,90 (κ) και 17,00 (μ).

Η αμοιβή συνεπώς του ενάγοντος για τις μελετες που εκπόνησε ορίζεται, με βάση τον προαναφερόμενο μαθηματικό τύπο -Α= β/100 επί Σ επί λ'/λ σε ποσοστό επί τοις εκατό επί των εξής ποσών, σύμφωνα με τα πινάκια αμοιβής που περιέχονται στην αγωγή, ο ειδικότερος (μαθηματικός) υπολογισμός των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη:

I) Για την μελέτη του τεχνικού Τ2: Α (Αμοιβή) = β = [κ:1,40+(μ:35,00/(174.460.372/1000 X λ:37,80) 3,50 + προσαύξ. 50% λόγω αντισεισμικού υπολογισμού (άρθρο 33 παρ. 5 π.δ. 696/74, όπως το άρθρο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του π.δ. 515/89) 5,25/100 X Σ(=174.460.372 δρχ) X [λ'(=43,05)/λ(=37,80)] = 10.437.723 δρχ 2) Για την μελέτη του τεχνικού Τ3: Α (Αμοιβή) = β = [κ: 1,40+(μ:35,00/( 140.249.982 δρχ/1000 X λ:37,80) 1/3] 3,66 + προσαύξ. 50% λόγω αντισεισμικού υπολογισμού] /100 X Σ (140.249.982 δρχ) X [λ'(=43,05)/λ(=37,80)] = 8.769.129 δρχ, 3) Για τη μελέτη του τεχνικού Τ4:

Α (Αμοιβή) = β = [κ:1,40+(μ:35,00/( 238.902.000/1000 X λ:37,80) ] 3,29/100 X Σ (=238.902.000) X [λ'(=44,78)/λ(=37,80)] = 9.311.249 δρχ και 4) Για τη μελέτη του οχετού πλησίον του τεχνικού Τ4: Α (Αμοιβή) = β = [κ:0,9+(μ:17,00/( 25.961.260 /1000 X λ:37,80) Ι/3] 2,82 / 100 X Σ (=25.961.260) X [λ'(=44,78)/λ(=37,80)] = 695.513 δρχ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τα τεχνικά Τ2 και Τ3, καθώς και για τον κιβωτοειδή οχετό εκπονήθηκαν από τον ενάγοντα μόνο οι οριστικές μελέτες, ο ισχυρισμός δε του τελευταίου ότι για τα τεχνικά Τ2 και Τ3 συνέταξε ο ίδιος και τις προκαταρκτικές, αλλά και τις προμελέτες των έργων αυτών δεν θεμελιώνεται σε αξιόπιστα στοιχεία, ενόψει μάλιστα και του ότι είχε παραδοθεί από τον κύριο του έργου (ελληνικό δημόσιο) στην εναγομένη - ανάδοχο του όλου έργου και η προμελέτη των κόμβων.

Όσον αφορά όμως το τεχνικό Τ4, ο ενάγων εκπόνησε και τα τρία στάδια της μελέτης, συνέταξε δηλαδή, εκτός από την οριστική μελέτη, και την προκαταρκτική επεξεργασία και την προμελέτη (τοπογραφικά, αποσπάσματα μηκοτομής, κατόψεις, τομές), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από αμφότερα τα διάδικα μέρη φύλλο που φέρει την σφραγίδα του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα στοιχεία του έργου και τις υπογραφές του Σ.

Φ., για την εναγομένη- ανάδοχο (με ημερομηνία 21-7-95), του ενάγοντος ως συντάξαντος αυτές (με την ίδια ως άνω ημερομηνία), του Π. Κ. ως επιβλέποντος με την ένδειξη "ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ" (ημερομ. 4-8-95 και του Δ/ντη της Δ.Κ.Ε.Ο. με την ένδειξη θεωρήθηκε (ημερομ. 7-8-95). Επομένως ο ενάγων δικαιούται ως νόμιμη ελάχιστη αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ.2 π.δ. 696/1974), τα ποσά (α) των 6.262.634 δρχ (10.437.723 δρχ X 60%) για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης του τεχνικού Τ2, (β) των 5.261.477 δρχ (8.769.129 δρχ X 60%) για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης του τεχνικού Τ3, (γ) των 9.311.249 δρχ για την εκπόνηση και των τριών σταδίων της μελέτης του τεχνικού Τ4 [931.125 δρχ (9.311.249 X 10%) για την προκαταρκτική επεξεργασία + 2.793.375 δρχ (9.311.249 X 30%) για την προμελέτη + 5.586.749 δρχ (9.311.249 X 60%) για την οριστική μελέτη] και δ) των 521.635 δρχ (695.513 X 60%) για την οριστική μελέτη του οχετού.

Σημειώνεται ότι ο ενάγων για την τελευταία αυτή μελέτη (του οχετού), ως προς την οποία συνομολογεί ότι εκπόνησε μόνο το τρίτο στάδιο αυτής (οριστική μελέτη), ζητεί να του επιδικαστεί η ως άνω νόμιμη αμοιβή του για το εκπονηθέν (τρίτο) στάδιο προσαυξημένη κατά ποσοστό 50% της αντιστοιχούσας στα παραλειφθέντα στάδια αμοιβής (άρθρο 53 παρ.2 π.δ.696/1974), χωρίς όμως, να επικαλείται ούτε να αποδεικνύεται για τη βασιμότητα των σχετικών κονδυλίων ότι δεν παρασχέθηκαν σ' αυτόν από την εργοδότρια του- εναγομένη τα στοιχεία των σταδίων αυτών, δοθέντος ότι, όπως προεκτέθηκε, ο κύριος του έργου είχε παραδώσει στην τελευταία και την προμελέτη των κόμβων.

Συνολικά δηλαδή, για το έργο που εκτέλεσε, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 21.356.995 δρχ. Από το ποσό αυτό η εναγομένη του έχει ήδη καταβάλει το ποσό των 7.770.000 δρχ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την ίδια αποδείξεις πληρωμής, και επομένως το υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης αμοιβής του ανέρχεται σε (62.676,30 ευρώ -7.770.000 δρχ=) 13 .586.995 δρχ και σε ευρώ στο ποσό των 39.873,71, ποσό που τελικά επεδίκασε το εφετείο στον ενάγοντα νομιμοτόκως. 9.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης ορθώς εφαρμόστηκαν και ερμηνεύτηκαν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΔ 696/1974 , που εφαρμόζονται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ( Μάϊος 1995), γεγονός που άλλωστε έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από τις προαναφερθείσες 1325/2006 και 648/2010 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου γιατί :1) αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αμοιβή υπολογίζεται με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, 2) στη συνέχεια καθορίστηκε η αμοιβή για κάθε μελέτη με μνεία στην κατηγορία του έργου, με την οποία συναρτήθηκαν οι συντελεστές του προβλεπόμενου από τις πιο πάνω διατάξεις μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό της αμοιβής και στον νομίμως διαμορφωθέντα προϋπολογισμό δαπάνης του έργου κάθε μελέτης, σε ποσοστό του οποίου καθορίστηκε η αμοιβή 3) αναφέρονται η αμοιβή που αντιστοιχεί σε κάθε στάδιο μελέτης καθώς και τα στάδια της μελέτης που εκπονήθηκαν και ποια στάδια αφορά η αμοιβή που επιδικάσθηκε.

Επομένως ο 2ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 1 και 19 είναι αβάσιμος.

10. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε είναι απαράδεκτος (ΑΠ Ολομ.30/2002, ΑΠ 420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, δεν λήφθηκαν υπόψη από το εφετείο οι υπ' αριθμ. …80 και …81/21-11-1999 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Π., με το αιτιολογικό ότι δεν προσκομίζεται η σχετική έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή. Δεδομένου όμως ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εν λόγω έκθεση επιδόσεως δεν είχε προσκομιστεί, ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι προσκόμισε το έγγραφο τούτο, στρεφόμενος κατά της μη υποκείμενης, ως αναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως άνω βεβαιώσεως του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

11. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους.

Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 164/1994, ΑΠ 796/1997).

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008,ΑΠ 532/2008, ΑΠ 2191/2007).

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο κύριο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η τελευταία δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: (α) το υπ' αριθ. πρωτ. 5296/2.12.1998 έγγραφο της Διευθύνσεως ΚΕΟ του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ προς τον αναιρεσίβλητο, με το οποίο βεβαιώθηκε ότι οι μελέτες των τεχνικών έργων Τ2 και Τ3 εγκρίθηκαν από την υπηρεσία αυτή με την υπ' αριθ.

πρωτ. ΔΜΕΟ/Η/ΟΙΚ/427/7.4.1997 απόφασή της μόνον από στατικής απόψεως και ότι η εν λόγω υπηρεσία δεν ασχολήθηκε με τους προϋπολογισμούς των μελετών αυτών ή με βάση τις τιμές αμοιβών των μελετών ούτε συντάχθηκε ή υποβλήθηκε πινάκιο αμοιβής για την εκπόνησή τους διότι από την σύμβαση δεν προβλέπετο αμοιβή για τις μελέτες αυτές, (β) το υπ' αριθ.

πρωτ. 5642πε/12.1.1999 έγγραφο της Διευθύνσεως ΔΜΕΟ του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ προς τον αναιρεσίβλητο, με το οποίο βεβαιώθηκε ότι η μελέτη του τεχνικού Τ4 δεν έχει εγκριθή, ότι δεν απαιτείται έγκριση της μελέτης του οχετού ανοίγματος 3,00 X 3,00, διότι είναι μικρό έργο, και ότι η εν λόγω υπηρεσία δεν ασχολήθηκε με τους προϋπολογισμούς των επιμάχων μελετών για τους παραπάνω λόγους, (γ) το υπ' αριθ.

πρωτ. ΔΜΕΟ/η/οικ378/1.6.2005 έγγραφο της Διευθύνσεως Μελετών Έργων Οδοποιίας του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ προς τον αναιρεσίβλητο, με το οποίο βεβαιώθηκε ότι η μελέτη του τεχνικού Τ4 δεν έχει εγκριθεί και ότι επί του προϋπολογισμού αυτής ισχύουν τα ανωτέρω. Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όλα τα νομίμως προσκομισθέντα μετ` επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω , των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και ουσιαστικής κρίσης της επίδικης διαφοράς, χωρίς να χρειάζεται να γίνει ρητή μνεία των εγγράφων αυτών, αλλά και του περιεχομένου τους στην προσβαλλομένη απόφαση, γιατί από το περιεχόμενο της αποφάσεως και κυρίως από τις αιτιολογίες της, προκύπτει με βεβαιότητα ότι και τα έγγραφα αυτά ελήφθησαν υπόψη.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά την επίδικη οφειλή της εναγομένης στηρίχτηκε στο γεγονός ότι ο ενάγων παρέδωσε τις παραπάνω εκπονηθείσες από αυτόν μελέτες, μαζί με τις τεχνικές εκθέσεις, τις προσμετρήσεις, τα σχετικά σχεδιαγράμματα και τον εξαχθέντα από αυτές προϋπολογισμό του κόστους κάθε επιμέρους έργου, στην εναγομένη, η οποία στη συνέχεια, μη αμφισβητώντας το ύψος των προϋπολογισμών,επί των οποίων εξήχθη και η αμοιβή του ενάγοντος, υπόβαλε τις εν λόγω μελέτες μετά των ως άνω τευχών που τις συνόδευαν στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ/νση Κ.Ε.Ο.) προς έγκριση και ακολούθως, με τα …80π.ε/11-2-1997 και …86/30-10-1997 έγγραφα του ΥΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ/ΔΜΕΟ/η εγκρίθηκαν οι ως άνω οριστικές μελέτες των τεχνικών Τ2, Τ3 και Τ4, αντίστοιχα, ενώ με το …79/17-12-1997 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας εγκρίθηκε η οριστική μελέτη του κιβωτοειδούς οχετού.

Επομένως ο 4ος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται κατά το κύριο μέρος του στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 11 γ' είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε του 4ου λόγου, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 8, ότι δηλ το εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τα παραπάνω έγγραφα , που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποδεικνύουν την μη έγκριση των ως άνω προϋπολογισμών, είναι αβάσιμος, γιατί αποτελούν όχι πράγματα, αλλά εκτιμήσεις της αναιρεσείουσας, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ακολούθως , κατά το μέρος του 4ου λόγου, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 20, ότι δηλ το εφετείο παραμόρφωσε τα παραπάνω έγγραφα , γιατί αυτά αφορούσαν μόνο την έγκριση των στατικών μελετών και όχι τους πρϋπολογισμούς, είναι αβάσιμος , γιατί από τις παραδοχές της εκκαλουμένης δεν προκύπτει ότι το εφετείο στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του, που η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ορθό, στο έγγραφο αυτό, ήτοι πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων.

12. Με τον 5ο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 8 και 11, ότι δηλ το εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα α) ότι ακόμη και αν υποτεθή ότι οι προϋπολογισμοί των επιμάχων μελετών έχουν εγκριθή από την αρμόδια υπηρεσία και από την αναιρεσείουσα, θα πρέπει αυτοί να μειωθούν κατά το ποσοστό της εκπτώσεως της εργολαβίας, δηλαδή κατά ποσοστό 5%, και ότι, ως εκ τούτου, για τον υπολογισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου θα πρέπει να ληφθή ως βάση ο προϋπολογισμός έργου κάθε μελέτης μειωμένος κατά το ποσοστό 5% της εκπτώσεως της εργολαβίας, (β) ότι το τεχνικό Τ4 δεν εγκρίθηκε από την αρμόδια υπηρεσία ούτε από στατικής απόψεως και συνεπώς η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου περιορίζεται στο 70% της συνολικής αμοιβής, (γ) ότι το έργο του οχετού μικρού ανοίγματος 3,00 X 3,00 εντάσσεται στην κατηγορία Α, ότι για το έργο αυτό δεν απαιτείται στατική μελέτη, ότι η μελέτη αυτή δεν εγκρίθηκε από την αρμοδία υπηρεσία, ότι εν όψει τούτου, η μελέτη αυτή εκπονήθηκε σε ένα στάδιο και η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου περιορίζεται στο 60% της συνολικής αμοιβής, (δ) ότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος ενόρκως εξεταζόμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στις 5.11.2007 είχε καταθέσει ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης είχε συναφθεί συμφωνία για την εκπόνηση των επιμάχων μελετών, με βάση την οποία θα ελάμβανε ως αμοιβή το 70% της νόμιμης αμοιβής` και ότι τα ίδια επανέλαβε με το από 3.12.1998 έγγραφό του προς την εναγομένη και με την ανωμοτί κατάθεσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομολογώντας έτσι ότι μεταξύ τους υπήρχε συμφωνία περί της αμοιβής του.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα ,γιατί ανάγονται σε εκτίμηση των αποδείξεων , ενώ οι ως άνω ομολογίες δεν ασκούν έννομη επιρροή, ενόψει του ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης επιδικάστηκαν στον ενάγοντα οι ελάχιστες νόμιμες αμοιβές.

Συνεπώς ο 5ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

13. Με τον 6ο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 8, ότι δηλ το εφετείο έλαβε υπόψιν του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα α) ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τον υπολογισμό των αμοιβών του ενάγοντος των τεχνικών Τ2 και Τ3 δέχθηκε ότι η αμοιβή του πρέπει να προσαυξηθή και προσηύξησε αυτήν με συντελεστή 50% "λόγω αντισεισμικού υπολογισμού". Αντίθετα, τέτοια "πράγματα" δεν είχαν προταθή από τον ενάγοντα με την αγωγή του. Ομως από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου διαπιστώνεται ότι το αίτημα προσαύξησης της αμοιβής λόγω του αντισεισμικού ελέγχου των παραπάνω μελετών Τ2 και Τ3 διατυπώνεται με ορισμένο τρόπο στο αγωγικό δικόγραφο στον 12ο στίχο της 3ης και της 4ης σελίδας διατυπωμένο με τον μαθηματικό τύπο που διαγράφεται από τις διατάξεις των αρθ 2 παρ 2 και 4 και 33 παρ 5 ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκαν με το αρθ 19 παρ 2 του ΠΔ 515/1989, ήτοι β=κ+μ/(Σ/1000χλ) 1/3= 1,50χ3,66 κλπ (ακολουθεί ο υπολογισμός της αμοιβής).

Συνεπώς ο 6ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η από 10-4-2017 κρινομένη αίτηση. 15. Σχετικά με την από 3-4-2007 αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων με τον 1ο λόγο της αίτησης προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάστηκε από το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθ. 648/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, άλλως από την υπ' αριθ. 3733/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την εκπόνηση των παραπάνω μελετών απ' αυτόν, ήτοι αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 16 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την ανάγνωση του σχετικού αποσπάσματος της υπ' αριθ. 648/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η σχετική κρίση της υπ' αριθ.3733/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς το ποιες μελέτες των τεχνικών έργων Τ2 και Τ3 (οριστικές, προκαταρκτικές, προμελέτες) εκπονήθηκαν από τον αναιρεσειόντα αναιρέθηκε ως αναιτιολόγητη και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, νομίμως το Εφετείο Αθηνών συμμορφούμενο πλήρως με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε με συνεκτίμηση των αποδείξεων ότι, όσον αφορά τα τεχνικά έργα Τ2 και Τ3, καθώς και τον κιβωτοειδή οχετό εκπονήθηκαν από τον αναιρεσείοντα μόνον οι οριστικές μελέτες, και ότι ο ισχυρισμός του ότι για τα εν λόγω έργα αυτός συνέταξε και τις προκαταρκτικές μελέτες και τις προμελέτες τους δεν θεμελιώνεται σε αξιόπιστα στοιχεία.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

16. Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε την σχετική διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 του ΠΔ 696/1974, αιτιώμενος ότι, μολονότι δέχθηκε ότι αυτός πραγματοποίησε μόνον την οριστική μελέτη των τεχνικών Τ2, Τ3 και του κυβωτοειδούς οχετού, δεν του επεδίκασε και το 50% της αμοιβής των παραλειπομένων σταδίων της προμελέτης και της προκαταρκτικής μελέτης έτσι ώστε η συνολική του αμοιβή να ανέρχεται στο 80% της τελικής του αμοιβής έναντι του 60% που τελικά του επιδίκασε, άλλως ότι, μολονότι δέχθηκε ότι του παρασχέθηκαν πλήρη στοιχεία των προηγουμένων σταδίων, παραβίασε την σχετική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του ιδίου ως άνω Προεδρικού Διατάγματος και δεν του αύξησε την αμοιβή του κατά ποσοστό 10%. 17. Με τον λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, αληθώς όμως βάλλει κατά των ανελέγκτων από το εφετείο παραδοχών σχετικά με το εκτελεσθέν από τον αναιρεσείοντα μέρος των ως άνω μελετών και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( 561 ΚΠολΔ).

18. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η από 3-4-2007 κρινομένη αίτηση και να συμψηφιστεί η συνολική δικαστική δαπάνη λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 3-4-2017 και με αριθ. κατ. 2473/2017 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δ. Τ. κατά της αναιρεσίβλητης << ...>> και β) την από 10-4-2017 και με αριθ. κατ. 2587/2017 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας << ...>> κατά του Δ. Τ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμ 4492/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών

Απορρίπτει αυτές Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα της αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ