Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict for misapplying evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a traffic accident liability case. The appellants argued the lower court misinterpreted witness testimonies and autopsy reports, but the court found these documents did not qualify as 'documents' under the relevant procedural law. Consequently, the court ruled that the appellate court correctly evaluated the evidence and dismissed the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of witness depositions or autopsy reports is inadmissible if such materials are not classified as 'documents' under the Code, as they constitute testimonial or expert evidence rather than written documents subject to the specific distortion rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1713 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1713/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ.Λ. 2) Γ.Α., 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", ως καθολικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΒΕΤΙΑ Α.Ε." και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Α.Ε." λόγω συγχωνεύσεων τους, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Καταφυγιώτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Ε.Φ., 2) Α.Ε.Φ., 3) Μ.Ε.Φ., 4) Κ.Ε.Φ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/1998 αγωγή του δεύτερου των ως άνω αναιρεσειόντων και την από 29/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/1999 μη οριστική και 102/2006 οριστική όπως αυτή διορθώθηκε με την 192/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 1/9/2010 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το δεύτερο μέρος του, δευτέρου, τρίτου κατά το δεύτερο μέρος του (συναφώς και με τον δεύτερο) λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Περαιτέρω, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, αλλά πρέπει εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση ποιό ακριβώς είναι το νομικό σφάλμα της απόφασης ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ β' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Η παράβαση, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ιδίως όταν αυτοί περιέχουν αόριστες νομικές έννοιες ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την εκτίμηση των αποδείξεων ή την ερμηνεία δικαιοπραξίας.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30% στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των συνεπειών που προήλθαν από αυτό, και ο θανών συγγενής των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων Ε.Φ.
κατά ποσοστό 70%, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ο τελευταίος είναι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 330, 914, 922 και 300 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 2, 4, 6, 12, 26 παρ. 4 και 5, 6 Ν. 2094/1992 (ΚΟΚ).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Και τούτο, διότι παρά την εκτενή ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια ποιο είναι, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, το ερμηνευτικό περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και που βρίσκεται το νομικό σφάλμα κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο καθίσταται φανερή η παραβίαση των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρέπει, επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Και τούτο, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν κατά την ερμηνεία των ίδιων διατάξεων ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο σ' αυτές και σε τι συνίσταται η παράβαση.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παράγραφος 1 εδ β' του Ν 2094/1992 (ΚΟΚ), ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, " οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ....", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 του ίδιου κώδικα "οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο.
α) πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής: ο οδηγός προχωρεί κατευθείαν μπροστά ή στρίβει προς τα δεξιά ή αριστερά, εκτός αν άλλο σήμα ή πινακίδα απαγορεύει την κατευθείαν κίνηση ή στροφή. Ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατευθείαν μπροστά, να παραχωρεί προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση, ......, β) ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής:
ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προς της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής, ή αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμείνει σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως. ...". Ακόμη κατά το άρθρο 26 παράγραφος 1 του ίδιου κώδικα "ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του για να διέλθουν τα οχήματα, που έχουν προτεραιότητα", ενώ κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου "οι ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών κυκλοφορίας υπερισχύουν των ενδείξεων των πινακίδων σήμανσης οι οποίες καθορίζουν την προτεραιότητα".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-9-1997 και περί ώρα 11.00 πμ ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής Δ.Λ., οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο (ρυμουλκό με επικαθήμενο), ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Helvetia, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Allianz ΑΕΓΑ, εκινείτο επί της Εθνικής οδού Τρικάλων-Καρδίτσας, με κατεύθυνση προς την πόλη της Καρδίτσας.
Την ίδια ώρα ο Ε.Φ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων της πρώτης αγωγής και εναγομένων της δεύτερης, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο (κλούβα), ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημιές στην πέμπτη εναγομένη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "Εθνική ΑΕ" εκινείτο επί της περιφερειακής οδού Καρδίτσας, με κατεύθυνση προς τη Σχολή της Αστυνομίας.
Η πιο πάνω εθνική οδός Καρδίτσας-Τρικάλων, που είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 7,70 μ, διασταυρώνεται με την περιφερειακή οδό Καρδίτσας, η οποία είναι επίσης διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 7,40 μ, η δε ρύθμιση της κυκλοφορίας στο σημείο της διασταύρωσης γίνεται με φωτεινούς σηματοδότες.
Μόλις ο οδηγός του πρώτου οχήματος (...ΔΧΦ αυτοκίνητο-ρυμουλκό με επικαθήμενο) πλησίαζε προς την ανωτέρω διασταύρωση, ενώ από απόσταση 60 τουλάχιστον μέτρων είχε διαπιστώσει ότι ο φωτεινός σηματοδότης από την κατεύθυνση της πορείας του πριν από τη διασταύρωση έδειχνε ερυθρό φως κυκλικής μορφής, απαγορευτικό της εισόδου του στη διασταύρωση, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του έτσι ώστε να μπορεί να το ακινητοποιήσει στον ερυθρό σηματοδότη, ενόψει και του ότι είχε περιορισμένη ορατότητα προς το αριστερό μέρος της διασταύρωσης λόγω σταθμευμένου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου με αυτόν ρεύματος πορείας της οδού άλλου μεγάλου οχήματος και συγκεκριμένα τουριστικού λεωφορείου, οδηγούμενο από τον μάρτυρα Γ.Σ., αλλά περιόρισε μερικώς την ταχύτητά του αρχικά από 70 σε 65 χιλιόμετρα ωριαίως περίπου και στη συνέχεια κινήθηκε με την ίδια ταχύτητα και εισήλθε στη διασταύρωση, υπολογίζοντας ότι κατά την είσοδό του σ' αυτή θα έχει ανάψει το πράσινο φως του σηματοδότη, πράγμα που συνέβη.
Όταν όμως υπερέβη από δεξιά το σταθμευμένο αριστερά του (λόγω ερυθρού σηματοδότη) λεωφορείο αντιλήφθηκε ότι από την αριστερά του ευρισκόμενη περιφερειακή οδό Καρδίτσας, είχε εισέλθει στη διασταύρωση με ευθύγραμμη κατεύθυνση το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ...ΙΧΦ αυτοκίνητο (κλούβα), που οδηγούσε ο Ε.Φ., με ταχύτητα 50-60 χιλιομέτρων την ώρα.
Ο τελευταίος επιχείρησε με αριστερό ελιγμό να παρακάμψει το υπ' αριθμ ... ΔΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και αυτός επιχείρησε να το ακινητοποιήσει κάνοντας χρήση του συστήματος πέδησής του, αλλά οι προσπάθειες αυτές απέβησαν μάταιες, λόγω της μεγάλης ταχύτητας αμφοτέρων των οχημάτων και του περιορισμένου χρόνου αντίδρασης των οδηγών τους (απείχαν 15 μέτρα περίπου).
Έτσι το υπ' αριθμ ...ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε.Φ. επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία στην εμπρόσθια αριστερή γωνία (θύρα και φανό) του υπ' αριθμ ...ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο αφού άφησε ίχνη τροχοπέδησης 20 μέτρων στο οδόστρωμα (που αντιστοιχούν σε ταχύτητα 60 χιλιομέτρων ωριαίως), πλαγιολίσθησε δεξιά και κατόπιν αναστροφής ακινητοποιήθηκε έξω από το οδόστρωμα σε απόσταση 28 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως.
Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε.Φ. μετά τη σύγκρουση εκτινάχθηκε διαγωνίως πίσω και αριστερά του ρεύματος πορείας του, σε απόσταση 22 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως, έχοντας λάβει κάθετη θέση προς τον άξονα της οδού Καρδίτσας-Τρικάλων, από το ρεύμα πορείας προς Τρίκαλα (στη συνισταμένη της αντίρροπης προς την αρχική κατεύθυνσή του δύναμης και της κυρίαρχης υπό ορθή περίπου γωνία δύναμης της κατεύθυνσης πορείας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πιο πάνω πρώτος εναγόμενος, το οποίο αντιθέτως λόγω ταχύτητας και βάρους συνέχισε την ευθύγραμμη πορεία του μετά τη σύγκρουση). .......
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των οδηγών και των δύο οχημάτων. Ειδικότερα η αμέλεια του θανόντος οδηγού του υπ' αριθμ ...ΙΧΦ αυτοκινήτου, συνίσταται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του την προσοχή που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε άλλος μέσος συνετός οδηγός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες και συγκεκριμένα, ενώ εκινείτο στην ως άνω επαρχιακή οδό Καρδίτσας επιχείρησε να εισέλθει στη διασταύρωση αυτής με την εθνική οδό Καρδίτσας-Τρικάλων για να κατευθυνθεί προς τη Σχολή της Αστυνομίας, χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του που ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις και παρόλο που από την κατεύθυνση της πορείας του δεν λειτουργούσε η ένδειξη του πρασίνου φωτός κυκλικής μορφής γεγονός που σημαίνει ότι δεν είχε γι' αυτό προτεραιότητα ως προς τον ερχόμενο από δεξιά του πρώτο εναγόμενο.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανακόψει την κίνηση του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (ρυμουλκού με επικαθήμενο) και να συγκρουσθεί με αυτό με μεγάλη δύναμη και να εκτιναχθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η αμέλεια του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ ...ΔΧΦ αυτοκινήτου συνίσταται στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε το όχημά του με ιδιαίτερη σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον εκινείτο με την ως άνω υπερβολική ταχύτητα (65 χιλιόμετρα ωριαίως περίπου, λαμβάνοντας υπόψη τα ίχνη τροχοπέδησης και τη μετέπειτα πορεία του), μη συμμορφούμενος προς την επιταγή της ρυθμιστικής πινακίδας Ρ 32 (ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ/ω) που βρισκόταν τοποθετημένη στο δεξιό μέρος της οδού σε σχέση με την πορεία του και ενόψει της διασταύρωσης, στην οποία προσήγγιζε ως οδηγός οχήματος φορτηγού ρυμουλκού μετά επικαθημένου.
Έτσι εισήλθε σ' αυτή με υπερβολική ταχύτητα ανελέγκτως και χωρίς ορατότητα από αριστερά του και μόλις είχε ανάψει ο πράσινος σηματοδότης, χωρίς να υπολογίσει όμως ότι ενδέχεται κάποιος να είχε επιχειρήσει διέλευση από αριστερά της διασταύρωσης (με ή χωρίς προηγούμενη σηματοδότηση) και να μην την έχει ολοκληρώσει.
Εάν ο τελευταίος εισερχόταν στη διασταύρωση με την οφειλόμενη ταχύτητα μέχρι 30 χιλιομέτρων την ώρα το πολύ, τότε και αν ακόμη δεν κατόρθωνε εγκαίρως να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του ή να ενεργήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό δεξιά με αυτό (υπήρχε δε αντικειμενικώς αυτή η δυνατότητα για ένα μετρίως συνετό οδηγό, ενόψει του ότι μπορούσε να αντιληφθεί τον θανόντα 15 περίπου μέτρα προς της συγκρούσεως) τα αποτελέσματά της θα ήταν τουλάχιστον ηπιότερα και δεν θα προξενούνταν τα θανατηφόρα τραύματα του θανόντος, που ήταν απότοκα της μεγάλης ταχύτητας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.
Η είσοδος του πρώτου εναγομένου στη διασταύρωση αμέσως μετά την ένδειξη του πράσινου σηματοδότη από την κατεύθυνση πορείας του και ενώ ουδείς είχε εισέλθει στη διασταύρωση ούτε από τη δική του, ούτε από την αντίθετη κατεύθυνση της εθνικής οδού Καρδίτσας-Τρικάλων, αλλά είχε κινηθεί καθέτως προς τον άξονα αυτής της οδού μόνον ο θανών, προκύπτει και από τις καταθέσεις ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων των αυτόπτων μαρτύρων Γ.
Σ. και Β.Ν. και Σ.Σ., οι οποίες συγκλίνουν στις ανωτέρω διαπιστώσεις. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος οδηγός εισήλθε στη διασταύρωση μόλις ο σηματοδότης έδειξε πράσινο, δεν συνεπάγεται και το ανεύθυνο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αφού ο τελευταίος ενόψει των πιο πάνω ειδικών περιστάσεων και έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ενόψει του ότι οδηγούσε ένα τόσο ογκώδες αυτοκίνητο και διερχόταν από ένα πολύπλοκο και επικίνδυνο οδικό κόμβο.
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος ως οδηγός μεγάλου σε μήκος και ύψος αλλά και σε όγκο οχήματος, είχε την ευχέρεια να βλέπει τον πέριξ προ του οδικού κόμβου χώρο προς τον οποίο πλησίαζε από υψηλότερο σημείο καθόσον το ύψος του αυτοκινήτου του υπερέβαλε αυτού του οχήματος του θανόντος και ως εκ τούτου έπρεπε αυτός να ρυθμίσει την ταχύτητά του αναλόγως των επικρατουσών ειδικών συνθηκών ως εκ του μεγάλου αριθμού των κινουμένων και διερχομένων οχημάτων από τον ένδικο οδικό κόμβο (διασταύρωση της εθνικής οδού Καρδίτσας-Τρικάλων με αυτή της εθνικής οδού Τρικάλων-Καρδίτσας-Λαμίας-Αθηνών, οι οποίες επέβαλλαν σ' αυτόν συνεχή και αδιάλειπτο έλεγχο της κινήσεως του κάθε αυτοκινήτου, που προσήγγιζε τον κόμβο.
Επίσης η πιο πάνω υπερβολική ταχύτητα του ιδίου αυτοκινήτου, βεβαιούμενη στην από 3-9-1997 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, ενισχύεται και από τη σε μεγάλη απόσταση από το σημείο συγκρούσεως τελική θέση, στην οποία βρέθηκε αυτό. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ 670/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ 1153/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επιβλήθηκε από το δικαστήριο, το οποίο έλαβε υπόψη και το βαθμό της αμέλειάς του, καθώς και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω περιστατικά, η προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών συνετέλεσε στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης κατά ποσοστό 70% όσον αφορά τον θανόντα, οδηγό του υπ' αριθμ ...ΙΧΦ αυτοκινήτου και κατά ποσοστό 30% όσον αφορά τον οδηγό του υπ' αριθμ ...ΔΧΦ αυτοκινήτου".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου και δέχθηκε την έφεση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, και ακολούθως αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει τους εμπλακέντες στο ατύχημα οδηγούς συνυπαιτίους κατά ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και στην πρώτη από αυτούς και αποζημίωση για στέρηση διατροφής.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου με επικαθήμενο για την πρόκληση του ατυχήματος κατά το οποίο επήλθε ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, στην απόφαση εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ότι οδηγούσε το ΔΧΦ αυτοκίνητο με επικαθήμενο κατά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλουν οι διατάξεις του ΚΟΚ, ήτοι δεν οδηγούσε με ιδιαίτερη σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα 65 χιλιομέτρων ανά ώρα περίπου, παρότι υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα στο δεξιό μέρος της οδού που καθόριζε το ανώτατο όριο ταχύτητας σε 50 χ/ω, και ενόψει της προσέγγισής του σε οδικό κόμβο στον οποίο υπάρχει πυκνή κίνηση οχημάτων, έτσι ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Οι ελλείψεις της αιτιολογίας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είτε αναφέρονται στην εκτίμηση της συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού του άλλου αυτοκινήτου, στον οποίο το Εφετείο έχει αποδώσει υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, και η οποία δεν επηρεάζει την εκτίμηση της συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου με επικαθήμενο, είτε ανάγονται στην ανάλυση και πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο σαφώς και επαρκώς και με ανάπτυξη πλήθους επιχειρημάτων εκτίθεται στην απόφαση.
Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος και τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του, σε συνδυασμό με τον δεύτερο, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομισθεί με επίκληση από τον αναιρεσείοντα για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη του 1) το από 3-9-1997 σχεδιάγραμμα της αρχής που διενήργησε την προανάκριση, 2) την Νο 5 προανακριτική φωτογραφία, 3) την έκθεση αυτοψίας, 4) την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Σ.Σ., 5) τον ταχογράφο του αυτοκινήτου του και 6) την Νο 1 φωτογραφία.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες τους, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς με την λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στη συνέχεια δε στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτό καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντά.
Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ' αυτό ο διάδικος. Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι δε και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που διορίστηκαν από το δικαστήριο ή προσώπων με ειδικές γνώσεις,(ΑΠ 899/07), τα πρακτικά του δικαστηρίου ως προς το τμήμα τους που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων,(ΑΠ 714/93), οι ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 751/96), και οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 149/93).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση πως με το να δεχθεί συνυπαιτιότητα του πρώτου εξ αυτών στην επέλευση του ζημιογόνου αυτοκινητικού ατυχήματος παραμόρφωσε το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων Γ. Σ., Β.Ν. και Σ.Σ. ενώπιον των ποινικών δικαστη-ρίων, καθώς και το περιεχόμενο της από 3.9.1997 έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος που συνοδεύει αυτή.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι τα άνω έγγραφα, που το περιεχόμενο τους, παραμορφώθηκε, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της άνω διάταξης.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2008 αίτηση του Δ.Λ. κλπ για αναίρεση της 225/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ