Legislator Case Law & Legislation
1713/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award due to lack of pre-award conference and failure to consider opposing views.

Case Number 1713/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by ALPHA against the arbitration award issued by the Arbitration Court of Athens. The appellant argued that the arbitration tribunal failed to hold a final conference and did not consider the parties' written submissions before issuing its decision. The court rejected these claims, finding that the procedural requirements for a conference were not met and that the lower court correctly verified the absence of such a meeting in the arbitration records.

Legislator headnote

AI generated

Articles 886(1), 891, 892(1)(b), 897(5) and 34(2)(a)(dd) of the Code of Civil Procedure; The arbitration tribunal must hold a final conference before issuing its award, and failure to do so constitutes a ground for annulment.

Keywords

AI generated
arbitration award annulment final conference requirement Code of Civil Procedure arbitration tribunal procedure written submissions review arbitration law Greece procedural fairness

Cited Legislation

AI generated
Article 886(1) of the Code of Civil Procedure
Article 891 of the Code of Civil Procedure
Article 892(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 897(5) of the Code of Civil Procedure
Article 34(2)(a)(dd) of Law 2735/1999
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1713 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1713/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΑΝ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολόπουλο, Γεώργιο Λάτση, Θεοδώρα Μονοχάρτζη και Γεώργιο Σπανό.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν της ΕΜ-9836/2007 απόφασης Νομάρχη Αθηνών με καταχώρηση στο Μητρώο Α.Ε. την 29-5-2007 και δημοσίευση στην Εφ. της Κυβ. τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ φ.3815/1-6-2007 (πρώην ΤΙΜ ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.ΒΕ και προηγουμένως ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη και Κων/νο Καλαβρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2006 αγωγή και την από 4/8/2006 συμπληρωματική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 4113/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2007 αίτησή της και τους από 28/2/2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 2/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 886 παρ.1 ότι "η διαδικασία διεξάγεται ενώπιον των διαιτητών και του επιδιαιτητή που ενεργούν από κοινού. Οι διαιτητές αυτοί ορίζουν, κατά την ελεύθερη κρίση τους,.. τη διαιτητική διαδικασία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη συμφωνία διαιτησίας", στο άρθρο 891 ότι "αν οι διαιτητές είναι περισσότεροι και με τη συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζεται διαφορετικά, αποφασίζουν όλοι από κοινού με τον επιδιαιτητή, κατά πλειοψηφία.

Αν δεν σχηματισθεί πλειοψηφία, υπερισχύει η γνώμη του επιδιαιτητή", στο άρθρο 892 παρ.1 β' ότι "αν κάποιος από τους διαιτητές αρνείται ή κωλύεται να υπογράψει (τη διαιτητική απόφαση), πρέπει αυτό να βεβαιώνεται στο έγγραφο της απόφασης, καθώς και ότι εκείνος που αρνείται ή κωλύεται έλαβε μέρος στη διαιτητική διαδικασία και στη διάσκεψη.." και στο άρθρο 897 ότι "η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση για τους επόμενους λόγους 1)...2)...3)....4)...5) αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ.2, 891, 892..".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση πολυμελούς διαιτητικού δικαστηρίου υπόκειται σε δικαστική ακύρωση και αν εξεδοθή, κατά πλειοψηφία ή (σε περίπτωση αδυναμίας σχηματισμού της) από μόνο τον επιδιαιτητή, χωρίς να προηγηθεί διάσκεψη μεταξύ όλων των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου, σχετικώς με το παραδεκτό και τη βασιμότητα (νομική και ουσιαστική) των εκκρεμών αιτημάτων.

Είναι σαφές ότι ελάχιστο εννοιολογικό περιεχόμενο της διασκέψεως αποτελεί η ανταλλαγή των απόψεων όλων των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου, αναφορικώς με τα τεθέντα υπό την κρίση του ζητήματα. Ως εκ τούτου, κάθε μέλος έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει τη γνώμη του στα άλλα μέλη πριν από την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως.

Περαιτέρω, ο ν. 2735/1999 για τη διεθνή εμπορική διαιτησία, με τον οποίο υιοθετήθηκε, με μικρές τροποποιήσεις, ο Πρότυπος Νόμος UNCITRAL, ορίζει στο άρθρο 29 ότι "αν οι διαιτητές είναι περισσότεροι του ενός και με τη συμφωνία διαιτησίας δεν ορίζεται διαφορετικά, αποφασίζουν κατά πλειοψηφία. Αν δεν σχηματισθεί πλειοψηφία, υπερισχύει η γνώμη του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου..." και στο άρθρο 34 παρ.2 ότι "διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ.2 μόνον αν:

α) αα).. ββ).. γγ)...δδ) η.. διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών ή, αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία,... η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη με τον παρόντα νόμο". Σύμφωνα με τον διαχρονικού δικαίου κανόνα του άρθρου 47 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ, τα άρθρα 886 έως 891 ΚΠολΔ εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην περίπτωση που η αίτηση προσφυγής στη διαιτησία έχει περιέλθει στον καθού πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2735/1999 (18-8-1999).

Ανεξαρτήτως τούτου, η προς διάσκεψη υποχρέωση, ανταποκρινόμενη στη λειτουργία του διαιτητικού δικαστηρίου ως δικαιοδοτικού υποκαταστάτου των κρατικών δικαστηρίων, συνάγεται και από το άρθρο 29 του ν. 2735/1999, με το οποίο ρυθμίζεται η διαδικασία λήψεως της διαιτητικής αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η παραβίαση αυτής της διαιτητικής διαδικασίας θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 34 παρ.2 εδ.

α' περ. δδ' του ίδιου νόμου ακυρωτικό λόγο. Εξάλλου, η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό νόμω αβάσιμο δεν ιδρύει τον καθιερούμενο με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό περί του ότι, εξαιτίας του χαρακτήρα της κρίσιμης διαιτησίας ως διεθνούς, η με την αγωγή της αναιρεσίβλητης προταθείσα έλλειψη διασκέψεως των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου δεν περιλαμβάνεται στην κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2735/1999 περιοριστική απαρίθμηση των λόγων ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι νόμω αβάσιμος, διότι αφενός μεν η ακυρωτική αγωγή της αναιρεσίβλητης, όπως αναφέρεται στις άνω προτάσεις της αναιρεσείουσας, επεδόθη στην τελευταία στις 27-2-1998 (δηλ. πριν από την ισχύ του ν. 2735/1999), αφετέρου δε η έλλειψη διασκέψεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο και στο άρθρο 34 παρ.2 εδ. α' περ. δδ' αυτού του νόμου ακυρωτικό λόγο. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα εξής: Στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 25-9-1996 έγγραφη συμφωνία εμπορικής συνεργασίας για την παροχή υπηρεσιών καρτοκινητής τηλεφωνίας στο καταναλωτικό κοινό περιελήφθη διαιτητική ρήτρα, κατά την οποία α) οποιαδήποτε διαφορά σχετιζόμενη με την εν λόγω συμφωνία θα επιλύεται με διαιτησία διεξαγόμενη στην Αθήνα με χρήση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 867 έως 903), β) κάθε ένα από τα μέρη θα ορίζει από ένα διαιτητή και γ) οι διαιτητές θα διορίζουν με κοινή απόφαση τον επιδιαιτητή.

Στις 27-11-1997 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την άνω συμφωνία εμπορικής συνεργασίας για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική καταγγελία. Κατόπιν τούτου η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου την από 26-2-1998 αγωγή, με την οποία ζητούσε να της επιδικασθεί το ποσό των 79.456.750 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία, που, όπως ισχυρίζετο, υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω καταγγελίας.

Μετά από πολυετή δικαστικό αγώνα και αρκετές συνεδριάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, εξεδόθη η 30/2006 απόφασή του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η άνω αγωγή και επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 30.667.644,90 ευρώ νομιμοτόκως. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσίβλητη άσκησε δύο αγωγές, με σχετικό λόγο των οποίων ζήτησε την ακύρωσή της για έλλειψη διασκέψεως.

Η τελευταία συνεδρίαση του διαιτητικού δικαστηρίου, με την παρουσία όλων των μελών του, έγινε την 30-6-2006, κατά την οποία ο επιδιαιτητής Α. Κατσίφας προσήλθε με "γραμμένη" τη διαιτητική απόφαση και, αφού παρέδωσε από ένα αντίγραφό της στον καθένα εκ των διαιτητών, ζήτησε από αυτούς να υπογράψουν τη διαιτητική απόφαση, έστω και με επιφύλαξη των απόψεών τους.

Ο εκ των διαιτητών Βασ. Κόκκινος, ζητώντας να μελετήσει την απόφαση και να του δοθεί χρόνος να συμπληρώσει και με άλλες σκέψεις τη σχετική μειοψηφία του και επισημαίνοντας ότι δεν έγινε "η τελική" διάσκεψη επί της ουσίας της υποθέσεως, αρνήθηκε να υπογράψει την ειρημένη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε αυθημερόν (30-6-2006), ενώ ο επιδιατητής, αφού δήλωσε ότι η καθυστέρηση εκδόσεως της άνω αποφάσεως αποτελεί αρνησιδικία, αρνήθηκε να δεχθεί το άιτημα του ανωτέρω διαιτητή περί συμπληρώσεως της μειοψηφίας του στην απόφαση κατά την ίδια στιγμή.

Με αφετηρία τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του, το Εφετείο, κρίναν ότι δεν έγινε "τελική" διάσκεψη επί της ουσίας της υποθέσεως "και δεν καταχωρήθηκαν οι σχετικές νομικές αλλά και ουσιαστικές απόψεις των διαιτητών και κυρίως του διαιτητή Βασ. Κόκκινου", δέχθηκε τον σχετικό, εκ του άρθρου 897 αρ. 5 ΚΠολΔ απορρέοντα, λόγο των ακυρωτικών αγωγών και ακύρωσε την επίμαχη διαιτητική απόφαση.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 891, 892 και 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, η πραγματική διαπίστωση (παραδοχή) του εφετείου, ότι ο επιδιαιτητής προσήλθε στις 30-6-2006 με έτοιμη τη διαιτητική απόφαση και, παραδίδοντας από ένα αντίγραφό της στον καθένα διαιτητή, ζήτησε από αυτούς να την υπογράψουν αμέσως, καταφάσκει την ακυρωτική πλημμέλεια του άρθρου 897 αρ. 5 ΚΠολΔ, αλλά και του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

α' περ. δδ' του ν. 2735/1999, αφού στις 30-6-2006 παρεδόθη στους διαιτητές από ένα αντίγραφο της ήδη συντεταγμένης από τον επιδιαιτητή αποφάσεως και ταυτοχρόνως δημοσιεύθηκε η εν λόγω απόφαση, χωρίς να προηγηθεί καμία ανταλλαγή απόψεων των μελών διαιτητικού δικαστηρίου ως προς τη γνώμη του επιδιαιτητή. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της κρίσιμης διαιτητικής αποφάσεως, καθένας από τους διαιτητές κατέθεσε τη γνώμη του εντός κλειστού φακέλου στον γραμματέα του διαιτητικού δικαστηρίου, γεγονός που δεν επέτρεπε σ' αυτούς να λάβουν γνώση των εκατέρωθεν απόψεών τους.

Η παραδοχή του εφετείου, ότι δεν έγινε "τελική" διάσκεψη επί της ουσίας της υποθέσεως, δεν ενέχει καμία ασάφεια, καθόσον είναι φανερό ότι αναφέρεται στη μη πραγματοποίηση διασκέψεως για την ουσία της διαφοράς. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρώτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι την αποδεικτική του κρίση το εφετείο σχημάτισε -πλην άλλων- και "από τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται", ρητώς δε μνημονεύονται το τελευταίο πρακτικό συνεδριάσεως του διαιτητικού δικαστηρίου και η διαιτητική απόφαση. Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του εφετείου συνεκτίμηση των με αριθμούς 6/22-7-2005 και 7/17-3-2006 πρακτικών του διαιτητικού δικαστηρίου και του κειμένου της κρίσιμης διαιτητικής αποφάσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΙV. Με τον τρίτο λόγο του ίδιου (πρόσθετου) αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. προσάπτεται στο εφετείο ότι, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του τελευταίου με αριθμό 9/30-6-2006 πρακτικού του διαιτητικού δικαστηρίου και των με αριθμούς 132 και 133 σελίδων της διαιτητικής αποφάσεως, το εφετείο διεμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση ως προς την έλλειψη διασκέψεως. Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση των άνω εγγράφων, το εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωσή τους, αφού ούτε από τις περιεχόμενες σ' αυτά δηλώσεις του επιδιαιτητή και του άλλου διαιτητή (Κων/νου Πολιτόπουλου) βεβαιώνεται η διεξαγωγή διασκέψεως, με την ανταλλαγή απόψεων, ως προς τις παραδοθείσες σε κλειστούς φακέλους γραπτές γνώμες των διαιτητών και ως προς την εμφανισθείσα στις 30-6-2006 γραπτή γνώμη του επιδιαιτητή. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-11-2007 αίτηση και τους από 28-2-2008 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρίας "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 4113/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ