Supreme Court dismisses appeal on inheritance law, ruling facts sufficient for adverse possession claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding inheritance and property rights. The appellants argued the lower court erred by accepting an unclear claim of adverse possession without sufficient factual basis. The court rejected this, finding the lower court's reasoning based on continuous possession since 1955 was legally sound and sufficient to establish the claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 16 of Law 3194/1955; Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure: Inheritance succession follows general civil law if the heir dies before acquiring title, and appeals based on insufficient facts or improper consideration of claims are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1713 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1713/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα.
Της αναιρεσίβλητης: .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Θωμόπουλο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως διότι όπως δήλωσε ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση Φίλιππος Πανταζής δεν μπορεί να παρασταθεί σήμερα λόγω αποχής που έχει εξαγγείλει ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος της αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Κατόπιν σχετικής αίτησης των αναιρεσειόντων το Δικαστήριο χορήγησε στα διάδικα μέρη προθεσμία έως και την 27 Σεπτεμβρίου 2006 και ώρα 12.00,προκειμένου να προσκομισθούν τα σχετικά έγγραφα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2000 αγωγή του αρχικού ενάγοντος ..... που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν αναιρεσείοντες με την από 3-1-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 8-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 155/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.3194/1955 συνάγεται ότι από τις 22-4-1955, οπότε άρχισε να ισχύει ο εν λόγω νόμος η κληρονομική διαδοχή του κληρούχου, ο οποίος είχε μεν καταταγεί οριστικά αλλά απεβίωσε χωρίς ν' αποκτήσει προηγουμένως την κυριότητα του κλήρου ή να εξοφλήσει οριστικά ή προσωρινά το τίμημα, διέπεται όχι από το ειδικό κληρονομικό δίκαιο του Αγροτικού Κώδικα, αλλά από το κοινό κληρονομικό δίκαιο, δηλαδή από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και στην περίπτωση που αυτός απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του τελευταίου Κώδικα (23-2-1946), δεδομένου ότι στις διατάξεις του πιο πάνω νόμου (3194/55) προσδόθηκε αναδρομική δύναμη, από τις διατάξεις του Β.Ρ.Δ (άρθρο 92 Εις.Ν.ΑΚ), υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η κληρονομία του κληρούχου δεν είχε ρυθμιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το νόμο αυτό (3194/55) με δικαστική απόφαση ή με απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων ή άλλης αρμόδιας διοικητικής αρχής.
Περαιτέρω κατά τους ορισμούς του Β.ρ.Δ που έχουν στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή [ν.12 Παν.δ (28.7), ν.14 παρ.8 Παν. (11.7) και ν.69 Παν. (29.2)) οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι στους οποίους ανήκαν τα ενήλικα τέκνα και η σύζυγος για να αποκτήσουν την κληρονομία και συνεπώς να γίνουν κύριοι των ακινήτων των οποίων ήταν κύριος ο κληρονομούμενος, έπρεπε όχι μόνο να επαχθεί η κληρονομία αλλά και να υπεισέλθουν σ' αυτή δηλαδή να την αποδεχθούν είτε με ρητή δήλωσή τους ότι την αποδέχονται είτε σιωπηρά με οποιεσδήποτε πράξεις που υποδηλώνουν τη βέβαιη πρόθεσή τους να είναι κληρονόμοι.
Την κυριότητα των ατομικών αγροτικών κλήρων κατά το άρθρο 189 παρ.1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 16 του ν.δ 1189/1972, την αποκτούσε ο κληρούχος μόνο με την κύρωση της οριστικής διανομής, την έκδοση παραχωρητηρίου και μεταγραφής τούτου και υπό το κράτος ισχύος του α.ν. 1722/1939 με κύρωση κατά το άρθρο 151 και 2 αυτού της οριστικής διανομής από τους νόμους 4857/1930 και 5416/1932 και όχι με χρησικτησία.
Όσον αφορά τη μεταγραφή, είναι γνωστό ότι αυτή δεν προβλεπόταν για τις αιτία θανάτου πράξεις από το προϊσχύον Β.Ρ.Δ. Για τις πράξεις αυτές προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τα άρθρα 1193, 1195 1198 και 1199 του ΑΚ ότι η μεταβίβαση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτων κατ' απόκλιση από το σύστημα της κατά την επαγωγή άμεσης και αυτοδικαίας κτήσης της κληρονομίας, συναρτάται με τη μεταγραφή του δημόσιου εγγράφου περί αποδοχής της κληρονομίας ή του κληρονομητηρίου, ανατρέχει όμως η κτήση του δικαιώματος στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
Ενόψει τούτων ο κληρονόμος από της επαγωγής και δια της επαγωγής αποκτά την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων της κληρονομίας, αλλά η κτήση αυτή τελεί υπό τη νομική αίρεση της μεταγραφής (Ολ.ΑΠ 108/78). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26, 74, 79, 180, 189 193, 203, 207 και 208 του Αγροτικού Κώδικα (ήδη καταργήθηκαν με το άρθρο 16 του ν.δ.1189/1972 τα άρθρα 189 και 193 και το άρθρο 208 με το άρθρ.155 του α.ν. 431/1968) προκύπτει ότι μέχρι την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23-5-1968) ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την παραχώρηση σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου, λογίζεται ως καλής πίστεως νομέας του κλήρου έστω και αν δεν τον κατέχει και ότι κλήρος αυτός δεν είναι δεκτικός νομής από άλλον ούτε επομένως και κυριότητας με χρησικτησία, αφού γι' αυτήν απαιτείται νομή, την οποία δε μπορεί να έχει άλλος εκτός από τον κληρούχο.
Την ίδια πλασματική νομή στον κλήρο του κληρούχου έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του και έτσι ούτε άλλος κληρονόμος δύναται ν' αποκτήσει κυριότητα με χρησικτησία, εκτός αν μετά την κτήση από τον κληρονόμο της κυριότητας του μεριδίου του στον κλήρο έλαβε χώρα νόμιμη μεταβίβαση αυτού προς άλλο συγκληρονόμο, σύμφωνα με το άρθρο 228 του Αγροτικού Κώδικα, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η με παράδοση, κατά τον προϊσχύον Β.Ρ.Δ.
και κατά τον Αστικό Κώδικα κατά το άρθρο 976, με τη βούληση του κληρονόμου κτήση της νομής του μεριδίου του από άλλο συγκληρονόμο και με βάση αυτή της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις. Μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 κατά την παρ.1 του οποίου "από της ενάρξεως της ισχύος τούτου επιτρέπεται εις τους κατά την εποικιστικήν εν γένει νομοθεσίαν κληρούχους η δια δικαιοπραξιών εν ζωή εκποίησις, ή οπωσδήποτε διάθεσις των πάσης φύσεως κλήρων των, υπό τον περιορισμόν μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής" ο κληρούχος δε λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής από τρίτο ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί, εάν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να οδηγήσει στη με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας αυτού, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο, για κάθε μια από αυτές, χρόνος.
Τέλος κατά την αρχή που συνάγεται τόσο από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δ. (ν.3 κωδ. 734 ν.42 Παν.412, ν.7 παρ.5 Πανδ.10.3 και ν.28 Πανδ. 10.3) όσο και από τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 787, 980, 981, 994 και 1113) που ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στα κληρονομιαία ακίνητα, ο εξαδιαιρέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κληρονομιαίο, θεωρείται ότι το κατέχει επ' ονόματι και των λοιπών συγκληρονόμων και δε μπορεί ν' αντιτάξει εναντίον τους αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού να τους γνωρίσει ότι νέμεται μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος ή το όλο ως αποκλειστικός κύριος.
Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκληρονόμοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή μεταξύ τους των στοιχείων της κληρονομίας και ο καθένας παίρνει ως αποκλειστικός νομέας στοιχεία αυτής, διότι έκτοτε με γνώση όλων των συγκληρονόμων ο καθένας νέμεται για τον εαυτό του το στοιχείο ή τα στοιχεία που περιήλθαν σ' αυτόν.
Κατά μείζονα λόγο τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν ο ένας συγκληρονόμος παραχωρεί το μερίδιό του σε άλλο συγκληρονόμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν τη διεκδικητική αγωγή του ...... ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνέχισαν οι αναιρεσείοντες ως μόνοι κληρονόμοι του, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που προβλήθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε τα εξής:
Δυνάμει των 54071/1954, 320733/29-10-1964, 46163/1953 και 53139/30-1-1954 παραχωρητήρια του Υπουργείου Γεωργίας, σε συνδυασμό, όσον αφορά το τρίτο από αυτά με την 15463/20-1-95 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων, που νόμιμα μεταγράφτηκαν περιήλθαν στην κυριότητα του .... πατέρα των αρχικών διαδίκων δηλαδή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων (ενάγοντος) και της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) τα περιγραφόμενα στην άνω απόφαση κληροτεμάχια και οικόπεδα, που βρίσκονται στις κτηματικές περιφέρειες των τέως Κοινοτήτων του Ν.
Ιωαννίνων Κοσμηράς, Πεδινής και Αμπελιάς. Ο κληρούχος .... απεβίωσε στις 24-3-1940 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του .... και τα τέσσερα παιδιά του, δηλαδή τους δύο αρχικούς διαδίκους και τους αδελφούς τους .......κατά 4/16 για τη σύζυγο και 3/16 για το κάθε παιδί εξ αδιαιρέτου. Στην κληρονομία υπεισήλθαν όλοι οι κληρονόμοι με ανάμειξή τους σ' αυτήν κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά.
Ο αρχικώς ενάγων ..... αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του και με την 20224/2000 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κίτνη την οποία νόμιμα μετέγραψε. Το έτος 1953 ο από τους κληρονόμους του κληρούχου γιός του ...... με το 24862/9-1-1953 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη, που νόμιμα μεταγράφηκε μεταβίβασε το κληρονομικό ιδανικό μερίδιό του (του οποίου ήδη είχε καταστεί κύριος με την ανάμειξή του στην κληρονομία του πατέρα του) δηλαδή τα 3/16 επί όλων των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων στον αδελφό του ......
Ετσι ο ...... από το κληρονομικό του μερίδιο (3/16) και από το ίσο μερίδιο που αγόρασε από τον αδελφό του Στέφανο, έγινε κύριος συγκύριος όλων των κληρονομιαίων κληροτεμαχίων και οικοπέδων κατά τα 6/16 εξ αδιαιρέτου. Το έτος 1955 παντρεύτηκε η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη, θυγατέρα του ανωτέρω κληρούχου. Αυτό τότε ήταν συγκύρια των επίδικων ακινήτων κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομία του κατά το έτος 1940 αποβιώσαντος πατρός της .....
του ...., με την αναμειξή της στην κληρονομία τούτου, αλλά και με την 10112/1995 δήλωσή της περί αποδοχής της κληρονομίας που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παύλου Κίτνη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Κατά το ίδιο έτος (1955) ο αδελφός της ..... για την προίκισή της παρέδωσε σ' αυτήν άτυπα τη νομή του ανωτέρω από 6/16 εξ αδιαιρέτου μεριδίου του επί των επιδίκων την κυριότητα του οποίου είχε αποκτήσει όπως προαναφέρθηκε.
Το έτος 1964 απεβίωσε η μητέρα των αρχικών διαδίκων ....., η οποία το από 4/16 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί των επιδίκων (των οποίων για την ίδια ως άνω αιτία ήταν συνομέας και συγκυρία) άφησε με την 2578/56 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγ. Ευθυμιάδη και η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε στην εναγόμενη-αναιρεσίβλητη θυγατέρα της.
Η τελευταία αποδέχθηκε την κληρονομία και τη σχετική 10113/1995 πράξη του άνω συμβολαιογράφου Παύλου Κίτνη νόμιμα μετέγραψε. Ετσι η αναιρεσίβλητη κατέστη συγκυρία των επιδίκων κατά τα 7/16 (δηλαδή 3/16+4/16) και επιπλέον συννομέας τούτων, κατά τα 6/16, τη νομή των οποίων από το έτος 1955 είχε παραδώσει ο αρχικός ενάγων-αδελφός της .....
Απέμεινε ακόμη ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων, το οποίο κληρονόμησε από τον κληρούχο ο γιός του ...... Το ποσοστό τούτο ο .....το κράτησε και μετά από συμφωνία με την αναιρεσίβλητη αδελφή του και τη μητέρα της ασκούσε τη νομή σε χωριστό κατά χρήση τμήμα των επιδίκων. Ετσι η αναιρεσίβλητη από το έτος 1955 και εφεξής χωρίς διακοπή και χωρίς να ενοχληθεί από άλλον, ούτε και από τον αρχικό ενάγοντα αδελφό της, ασκούσε ως προς το δικό της κληρονομιαίο ποσοστό (3/16) και το ποσοστό που της παραχώρησε ο αδελφός της (6/16) όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση των επιδίκων με διάνοια κυρίας αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό και ως προς τα 4/16 της μητέρας της για λογαριασμό της τελευταίας μέχρι τον θάνατό της συνεχίζοντας μετά τη νομή στο δικό της όνομα.
Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα με καπνά και άλλα αγροτικά προϊόντα, έκοβε το αυτοφυές χόρτο και τα περιέφρασσε. Το έτος 1963 η αναιρεσίβλητη, για επαγγελματικούς λόγους μετακόμισε στην Αθήνα και τα επίδικα τα εκμίσθωσε στον ....., ο οποίος έκτοτε τα καλλιεργούσε με τριφύλλι, έκοβε το χόρτο από τα λιβάδια έβοσκε τα πρόβατα και συντηρούσε την υπάρχουσα περίφραξη όταν και όπου χρειαζόταν, καταβάλλοντας στην αναιρεσίβλητη ως μίσθωμα ετησίως ένα αρνί, γάλα και ποσότητα τυριού.
Αυτός αναγνώριζε ως κυρία και νομέα των επιδίκων μόνο την τελευταία. Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν αδιατάρακτα μέχρι τις αρχές του έτους 1999, οπότε ο αρχικός ενάγων .... άρχισε να εναντιώνεται στην κατοχή των επίδικων αγρών από τον ανωτέρω μισθωτή τούτων, μολονότι ο ..... διέμενε μόνιμα στο χωριό του Κοσμηρά Ιωαννίνων από το έτος 1989.
Με βάση αυτά τα περιστατικά έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη-εναγόμενη απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ποσοστών από 6/16 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων κληροτεμαχίων και οικοπέδων που με τη θέλησή του άτυπα παραχώρησε σ' αυτήν το έτος 1955 ο αρχικός ενάγων, δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1955 μέχρι το έτος 1999 νεμόταν τα επίδικα κατά το άνω ποσοστό και έτσι δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας που αυτή πρότεινε και απέρριψε την αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 974, 994 παρ.1, 1045, 1710, 1711, 1813, 1846, 1193, 1198, 1199 του ΑΚ, τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του Β.Ρ.Δ. άρθρο 16 ν.3194/1955 και 1 παρ.1 α.ν. 431/ 1968 και συνπεώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα και προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με την υπερσαρακονταετή νομή με διάνοια κυρίου επί των 6/16 εξ αδιαιρέτου όλων των επιδίκων από την αναιρεσίβλητη αφού, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή την ένσταση κλπ. Εάν όμως το δικαστήριο θεώρησε κατά παράβαση του νόμου επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη μολονότι αυτή ήταν αόριστη από το λόγο ότι δεν διαλαμβάνει επαρκή για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και αίτημα για απόρριψη της αγωγής.
Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 14 του άρθρου 559 (και όχι του αρ.8 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου και από του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι αυτή εξέθεσε ότι από το έτος 1955 και εφεξής συνεχώς μέχρι το 1999 νεμόταν τα 6/16 εξ αδιαιρέτου την επίδικων ακινήτων με γνώση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και αρχικού ενάγοντα ο οποίος ο ίδιος παρέδωσε τη νομή του εν λόγω μεριδίου σ' αυτή για την προίκισή της ότι συνεπώς έχει καταστεί κυρία τούτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι για το λόγο αυτό η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Αυτά τα γεγονότα αρκούσαν για τη θεμελίωση της ένστασής της και δεν χρειαζόταν να προστεθούν και άλλα για το ορισμένο αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2005 αίτηση των ....κλπ για αναίρεση της 155/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ