Legislator Case Law & Legislation
1712/2018 AI generated

1712/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1712/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 12-6-2003 (προηγηθείσα και μη ένδικη) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στρεφόμενη κατά της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Πάργας", εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη την 4-5-2000, 6-6-2000 και 4-5-2000, αντίστοιχα, στην πραγματικότητα με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν σε αυτήν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλος γραφείου ο δεύτερος και ως υδραυλικοί- εργάτες οι λοιποί.

Legislator headnote

AI generated

1712/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της ως άνω προηγηθείσας αγωγής εκδόθηκε η 886/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους των εναγόντων κατ' αυτής, εκδόθηκε η 233/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Keywords

AI generated
lapse due to peremption forfeiture of administrative claim expired residence permit subrogation of the Communities absence of municipal obligation cessation of disability pension
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1712 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1712/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Γ., 2) Γ. Χ. του Α. και 3) Α. Ζ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν ο δεύτερος μετά και οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΓΑΣ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο Καναλάκι Πρέβεζας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Τάσση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας με αριθμό 393/14-7-2014. Εκδόθηκαν η 10/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 50/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 20/13-6-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 12-6-2003 (προηγηθείσα και μη ένδικη) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στρεφόμενη κατά της δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Πάργας", εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη την 4-5-2000, 6-6-2000 και 4-5-2000, αντίστοιχα, στην πραγματικότητα με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν σε αυτήν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλος γραφείου ο δεύτερος και ως υδραυλικοί- εργάτες οι λοιποί.

Ότι με τις ως άνω ιδιότητες εργάστηκαν μέχρι την 31-3-2003, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τις μεταξύ τους υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας και τους απέλυσε. Επικαλούμενοι, στη συνέχεια, ότι οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων τυγχάνουν άκυρες, διότι έγιναν χωρίς την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή αποζημίωσης και ότι η εναγομένη αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους, ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι η από 31-3-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθενός είναι άκυρη, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη ημέρα της καταγγελίας μέχρι την 31-12-2003 και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες τους, με απειλή χρηματικής ποινής.

Επί της ως άνω προηγηθείσας αγωγής εκδόθηκε η 886/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους των εναγόντων κατ' αυτής, εκδόθηκε η 233/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Η εν λόγω απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων αναιρέθηκε με την 123/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Μετά την αναίρεση, εκδόθηκε η 143/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγιναν δεκτά τα τρία πρώτα αιτήματα της αγωγής, ενώ το τέταρτο αίτημα, ήτοι να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας.

Κατά του απορριπτικού μέρους της ως άνω 143/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, οι ενάγοντες άσκησαν την από 18-12-2013 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2011/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 656 εδ. α' ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας καθενός, είχαν άμεσο δικαίωμα πραγματικής απασχόλησης στην υπηρεσία της εναγομένης.

Κατόπιν αυτού, αναιρέθηκε και πάλι η απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος μόνο που αφορά την απόρριψη του ως άνω υπό στοιχείο δ' αιτήματος της αγωγής και κρατήθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς ουσιαστική κρίση σε νέα συζήτηση. Αφού επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση κατά το αναιρεθέν μέρος, εκδόθηκε η 108/18-1-2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά το ως άνω υπό στοιχείο δ' αίτημά της και υποχρεώθηκε ο "Δήμος Πάργας", ως καθολικός διάδοχος της αρχικώς εναγομένης δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Πάργας", να απασχολεί πραγματικά τους ενάγοντες ως εργαζομένους με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε θέσεις ανάλογες προς εκείνες στις οποίες είχαν προσφέρει την εργασία τους στο παρελθόν.

Μετά την άσκηση της από 12-6-2003 πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση της ως άνω 2011/4-11-2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 8-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 393/14-7-2014 ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στρεφόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Πάργας", ως καθολικού διαδόχου της "Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πάργας", που είχε προέλθει εκ μετατροπής της "Αναπτυξιακής Δημοτικής Επιχείρησης Πάργας", με την οποία, επικαλούμενοι υπερημερία του εναγομένου ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, λόγω ακυρότητας της από 31-3-2003 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, που κρίθηκε τελεσίδικα, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων και διόρθωση της αγωγής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα ποσά των 51.377,87 ευρώ, 37.265,40 ευρώ και 40.654,07 ευρώ, αντίστοιχα, για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας περαιτέρω χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 31-12-2014.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η 10/15-1-2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή στο σύνολό της. Κατά της ως άνω απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 10-6-2016 (αριθμός κατάθεσης 26/13-6-2016) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 50/28-2-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα εκεί αναφερόμενα ποσά, για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 14-6-2011, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις τους του χρονικού διαστήματος από 15-6-2011 έως 31-12-2014.

Κατά του απορριπτικού μέρους της ως άνω απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

2. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 30/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1526/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 166/2013).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ότι, με την 183/1999 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Πάργας, συστήθηκε η Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση ..., η οποία επικυρώθηκε με την 6081/30-11-1999 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας Ηπείρου και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 2191/21-12-1999.

Ότι με την 379/2008 απόφαση του ίδιου δημοτικού συμβουλίου, η ανωτέρω επιχείρηση προσαρμόσθηκε στις διατάξεις του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" και με την 3131/26-5-2009 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας Ηπείρου μετατράπηκε σε Κοινωφελή Επιχείρηση Πάργας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1167/16-6-2009, η δε τελευταία απόφαση συμπληρώθηκε με την 27378/ 2681/15-10-2009 απόφαση του ίδιου ως άνω οργάνου, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 2308/27-10-2009, από τη δημοσίευση της οποίας η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πάργας υποκαθίσταται αυτοδικαίως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Αναπτυξιακής Δημοτικής Επιχείρησης Πάργας, εξομοιούμενη με καθολικό διάδοχο.

Ότι, στη συνέχεια, με την 63/2011 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Πάργας, αποφασίσθηκε η κατάργηση της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πάργας, η δε απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 12972/620/6-4-2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου- Δυτικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1207/14-6-2011 και αποφασίσθηκε η ένταξη των τομέων δραστηριοτήτων της σε αντίστοιχες οργανικές μονάδες του Ο.Ε.Τ.

του Δήμου Πάργας, τυχόν περιουσιακά στοιχεία ή χρηματικά ποσά που υπάρχουν στο όνομα των εν λόγω επιχειρήσεων μεταβιβάζονται στο Δήμο Πάργας και το προσωπικό που υπηρετεί στις ανωτέρω επιχειρήσεις θα καταταγεί σε θέσεις που θα προβλεφθούν στο νέο Ο.Ε.Τ. του Δήμου, σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις. Ότι από την τελευταία απόφαση (12972/620/6-4-2011), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 241 παρ.3 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατάργησης νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που έχουν συστήσει οι ΟΤΑ, όπως ήταν η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Πάργας, προκύπτει ότι καθολικός διάδοχος της τελευταίας είναι ο Δήμος Πάργας, ο οποίος υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής, η δε Κοινωφελής αυτή Επιχείρηση ήταν καθολικός διάδοχος της αρχικής Αναπτυξιακής Δημοτικής Επιχείρησης Πάργας.

Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν, οι μεν πρώτος και τρίτος την 4-5-2000 ο δε δεύτερος την 6-6-2000, από τη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Πάργας με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου ο δεύτερος και του υδραυλικού- εργάτη οι λοιποί. Ότι την 31-3-2003 η εργοδότρια κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων. Ότι, με την 143/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε επί της από 12-6-2003 αγωγής των ήδη εναγόντων και έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε ότι οι τελευταίοι συνδέονταν με την Κοινωφελή Επιχείρηση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το χρόνο της κατάρτισης των συμβάσεών τους, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας ήταν άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και η καταβολή αποζημίωσης και ότι η εργοδότρια, μη αποδεχόμενη από 1-4-2003 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται 1-4-2013) τις υπηρεσίες των εναγόντων, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και τους επιδίκασε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 31-12-2003.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις εξακολούθησαν να είναι σε ισχύ και τα δικαιώματα των εργαζομένων εξακολούθησαν να υφίστανται ακέραια, αφού η άκυρη καταγγελία θεωρείται ως μη γενόμενη. Ότι η κατάσταση υπερημερίας της εργοδότριας δεν έληξε, αφού δεν επακολούθησε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων για λήξη της υπερημερίας και συνέχιση εκτέλεσης της σύμβασης ή δήλωση της εργοδότριας ότι δέχεται τις υπηρεσίες των εργαζομένων ή μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία των συμβάσεων, οι οποίες, λόγω της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, διατηρήθηκαν ενεργείς, εφόσον δε η εργοδότρια εξακολουθούσε να αρνείται την αποδοχή της εργασίας των μισθωτών, η υπερημερία εξακολούθησε όλο αυτό το διάστημα και δεν έπαυσε ούτε με την απασχόληση των εργαζομένων, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, σε άλλον εργοδότη ή δική τους εργασία.

Ότι με την κατάργηση της Κοινωφελούς Επιχείρησης λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας και έπαυσε η κατάσταση υπερημερίας αυτής από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ, την 14-6-2011, της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου- Δυτικής Μακεδονίας για την κατάργησή της. Ότι έτσι, ο εναγόμενος Δήμος Πάργας, ως καθολικός διάδοχος της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πάργας, υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας μέχρι την 14-6-2011, διότι με την ανωτέρω ιδιότητά του ανέλαβε τις υποχρεώσεις της εν λόγω Κοινωφελούς Επιχείρησης, που αυτή είχε δημιουργήσει μέχρι τότε.

Κατόπιν αυτών, υπολόγισε τους μισθούς υπερημερίας και τα επιδόματα εορτών και αδείας του ενδίκου χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 14-6-2011 στο ύψος των 21.395,46 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, των 10.878,11 ευρώ για τον δεύτερο και των 13.475,61 ευρώ για τον τρίτο. Στη συνέχεια, αφού, όπως προαναφέρθηκε, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 10/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας (με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της) και δίκασε εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε κατ' ουσία ως προς τα ανωτέρω ποσά, ενώ την απέρριψε ως προς τις λοιπές ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή μισθών υπερημερίας κλπ του χρονικού διαστήματος από 15-6-2011 έως 31-12-2014. 4.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό διατακτικό, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία (ΚΠολΔ 578) ως προς το ζήτημα της μη υποχρέωσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Πάργας, ως καθολικού διαδόχου της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πάργας, να καταβάλει μισθούς υπερημερίας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες για το ένδικο χρονικό διάστημα μετά την 14-6-2011, ήτοι από 15-6-2011 έως 31-12-2014, που ενδιαφέρει εν προκειμένω.

Πράγματι, μετά την κατάργηση της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πάργας, το προσωπικό που υπηρετούσε (ή στην περίπτωση των εναγόντων θα έπρεπε να υπηρετεί) σε αυτήν, είχε δικαίωμα να καταταγεί σε θέσεις που επρόκειτο να προβλεφθούν στο νέο Ο.Ε.Τ. του Δήμου Πάργας. Κατά το χρόνο της κατάργησης (14-6-2011), όμως, το δικαίωμα πραγματικής απασχόλησης των εναγόντων ούτε προβλεπόταν χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις (διότι το άρθρο 656 εδ.

α' ΑΚ δεν είχε αντικατασταθεί ακόμη από το άρθρο 61 του ν. 4139/2013) ούτε είχε αναγνωρισθεί ακόμη δικαστικώς (διότι η πρώτη αγωγή τους είχε απορριφθεί με την 233/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αναιρέθηκε αργότερα, με την 123/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου). Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες, ως εργαζόμενοι απολυθέντες ακύρως από τον αρχικό εργοδότη, θα έπρεπε να έχουν προβεί σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών τους στον εκ του νόμου διάδοχο εκείνου (δυνάμενο να καταστεί νέος εργοδότης), ούτως ώστε, σε περίπτωση άρνησης αυτού ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, να τεθεί ζήτημα υπερημερίας και επέλευσης των συνεπειών αυτής.

Πλην όμως, από τα ιστορούμενα στην αγωγή και τις συναφείς προς αυτά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται όχληση του αναιρεσιβλήτου ως προς την αποδοχή της εργασίας των αναιρεσειόντων σε εκείνο το χρονικό σημείο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παραβίασης ευθέως ή άλλως εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 656 ΑΚ, 241 παρ.3 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και του π.δ. 178/2002, είναι αβάσιμος.

5. Κατά το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 11/2014).

Με την ως άνω διάταξη θεσπίζεται λόγος αναίρεσης για την παραβίαση της από το άρθρο 580 παρ.4 του ίδιου Κώδικα απορρέουσας δεσμευτικότητας των αποφάσεων της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου από τα δικαστήρια της παραπομπής μετά από αναίρεση, εφόσον δηλαδή η τέτοια παραβίαση λαμβάνει χώρα στην ίδια δίκη και όχι σε άλλη (ΑΠ 1287/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη συμμόρφωση προς τις 123/2012, 2011/2014 και 108/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες δεσμεύουν ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Όμως, οι εν λόγω αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν αφορούν την προκειμένη δίκη, αλλά προγενέστερη δίκη που ανοίχθηκε με την από 12-6-2003 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας των ίδιων εναγόντων κατά της "Αναπτυξιακής Δημοτικής Επιχείρησης Πάργας" και ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και τούτο διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (ΑΠ 1229/2015).

Συνεπώς, απαιτείται η προβολή του σχετικού περί δεδικασμένου ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και η επίκληση της εν λόγω προβολής στο αναιρετήριο δικόγραφο (ΟλΑΠ 1339/1985). Κατ' ακολουθία αυτών, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την 108/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι τον περί ύπαρξης δεδικασμένου σχετικό ισχυρισμό είχαν προτείνει νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε γίνεται επίκληση προβολής του στο αναιρετήριο. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιόρισε το χρονικό διάστημα υπερημερίας του εναγομένου μέχρι την 14-6-2011, με αιτιολογία που δεν είχε προταθεί από τον τελευταίο και έτσι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι απαράδεκτη, διότι τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 20/13-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 50/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2018. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ