1712/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1712/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1712 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1712/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ και το δτ ΟΤΕ ΑΕ", που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Γολεμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70ΤΠ/1996 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 162/1999 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-2-2000 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδ. α’ του νομοθετικού διατάγματος 1049/1949 ‘ ‘ περί οργανώσεως των Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος’ ‘ ορίζει ότι "Η εκμετάλλευσις του Ο.Τ.Ε. περιλαμβάνει πάσας τας κατωτέρω αναφερομένας τηλεπικοινωνιακάς υπηρεσίας: α) Τας υφισταμένας τηλεπικοινωνιακάς υπηρεσίας τας ήδη διεξαγόμενας υπό του Υπουργείου Τ.Τ.Τ. ....
Ο Ο.Τ.Ε. αποκτά κατά τον άνω χρόνον και δυνάμει του παρόντος Νόμου, πλήρη κυριότητα εφ’ όλου του ενεργητικού και των περιουσιακών στοιχείων των χρησιμοποιουμένων κατά τον χρόνον τούτον υπό των ρηθεισών υπηρεσιών...". Κατά την αληθινή έννοια των όρων ‘ ‘ ενεργητικόν’ ‘ και ‘ ‘ περιουσιακά στοιχεία’ ‘ , που χρησιμοποιούνται στην ανωτέρω διάταξη, περιέρχονται στον Ο.Τ.Ε.
κατά πλήρη κυριότητα όχι μόνο τα κινητά, αλλά κάθε περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιείτο μέχρι τότε από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες του Υπουργείου Τ.Τ.Τ., αδιάφορα αν πρόκειται για κινητά ή ακίνητα, αφού δεν γίνεται καμιά τέτοια διάκριση στον ανωτέρω νόμο. Επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής αντλείται και από την παράγραφο 5 του ανωτέρω ιδρυτικού του Ο.Τ.Ε.
ν.δ/τος, με την οποία προβλέφθηκε η εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση αυτού απογραφή και εκτίμηση, από ειδική επιτροπή εξειδικευμένων προσώπων, των περιουσιακών στοιχείων κάθε συστήματος που αναλαμβάνετο από τον Ο.Τ.Ε. ... και δη των εγκαταστάσεων, δικτύων, εργαλείων, οικοπέδων, κτιρίων, προνομίων και λοιπού ενεργητικού.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1750/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σχετικά με την ένδικη από 9-8-1995 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Ε., δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, που είναι διώροφο κτίσμα, βρίσκεται στη θέση "..." της Ερμούπολης Σύρου, έχει συνολικό εμβαδόν 350 τ.μ.
και συνορεύει ανατολικά με δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με ιδιοκτησία άγνωστου και εν μέρει με χώρο φυλακών, βόρεια με θάλασσα, δυτικά με παραλία. Το κτίριο αυτό και ιδίως το ισόγειο εχρησιμοποιείτο μέχρι και την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ/τος 1049/1949 από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες του τότε Υπουργείου Τ.Τ.Τ.
για την αποθήκευση υποβρυχίων καλωδίων. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιήθηκε έκτοτε και μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής από τον ιδρυθέντα με το προαναφερόμενο νομοθετικό διάταγμα Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος. Αυτό προκύπτει ιδία από τα εξής στοιχεία: Από την παράθεση της αυτούσιας περικοπής του με ημερομηνία 18-7-1950 πρακτικού γνωμοδοτήσεως της Τοπικής Επιτροπής (Σύρου) Στεγάσεως, "..περί του καταβλητέου παρά του ΟΤΕ χρησιμοποιουμένου ως αποθήκη καλωδίων οικήματος του Δημοσίου και έχοντα υπόψιν: 1)ότι παρά της ενταύθα υπηρεσίας ΟΤΕ και από του διαχωρισμού του Τ.Τ.Τ.
υπηρεσιών, ήτοι από 24-10-1949, χρησιμοποιείται η ενταύθα και κατά τη θέση ... διώροφος οικοδομή του Δημοσίου ως αποθήκη τηλεγραφικών καλωδίων και 2 ) ό τ ι το περί ου πρόκειται οίκημα είναι διώροφος οικοδομή επιφάνειας 262τ.μ. εις τον κάτω όροφον της οποίας υπάρχουν ανέκαθεν κτισταί δεξαμεναί δια την αποθήκευση των τηλεγραφικών καλωδίων..", προκύπτει σαφώς ότι το κτίριο ήδη και πριν από την εφαρμογή του παραπάνω Ν.Δ/τ ο ς ( 1-9-1949 ) χρησιμοποιείτο από τις υπηρεσίες του τότε Υπουργείου Τ.Τ.Τ.
για την αποθήκευση υποβρυχίων καλωδίων επικοινωνίας και ότι υπάρχουν "ανέκαθεν" κτιστές δεξαμενές για την αποθήκευση των καλωδίων. Κατά το κρίσιμο λοιπόν αυτό χρονικό σημείο (1-9-1949) το κτίριο εχρησιμοποιείτο σύμφωνα με το παραπάνω έγγραφο από τον ΟΤΕ. Και από άλλα επίσης έγγραφα προκύπτει ότι το επίδικο ήταν στη χρήση του Οργανισμού αυτού.
Συγκεκριμένα με το υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου ...10-1949 έγγραφο του τότε Υπουργείου Τ.Τ.Τ., που απηύθυνε στη διεύθυνση του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, έδιδε την εντολή για τη σύσταση ειδικής επιτροπής προκειμένου να διενεργήσει την απογραφή και εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του ΟΤΕ. Στη συνέχεια και σε εκτέλεση του εγγράφου αυτού ορίστηκαν τα μέλη της εκτιμητικής επιτροπής τα οποία προέβησαν στην απογραφή και αποτίμηση του κτιρίου "..." Σύρου (επίδικο) και συνέταξαν τον με ημερομηνία 16-11-1952 σχετικό πίνακα.
Στον πίνακα αυτό γίνεται απογραφή και αποτίμηση του κτιρίου ..., που μεταβιβάστηκε στον ΟΤΕ δυνάμει του Ν.Δ/τος 1049/1949 ,όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στον πίνακα αυτόν. Έτσι με το έγγραφο αυτό το Υπουργείο Τ.Τ.Τ. (δημόσιο) ομολογεί ότι το κτίριο ... (επίδικο) μεταβιβάστηκε στον ΟΤΕ. Αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι ο ΟΤΕ χρησιμοποιούσε το κτίριο.
Έτσι σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ. το κτίριο το χρησιμοποιούσε και πριν από το έτος 1949 ο ΟΤΕ και στο ισόγειο υπήρχαν 3 δεξαμενές για την εναπόθεση, των καλωδίων. Ακόμη και σήμερα κατά την ίδια κατάθεση υπάρχει υλικό του ΟΤΕ. Ακόμη και ο μάρτυρας Σ. Σ., που εξετάστηκε μετά από πρόταση του Δημοσίου καταθέτει ότι το ισόγειο εχρησιμοποιείτο από το Υπουργείο Τ.Τ.Τ.
και ότι πόντιζαν τα καλώδια σε δεξαμενή. Με Βάση τα παραπάνω αποδεικνυόμενα το επίδικο κτίριο χρησιμοποιούνταν μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν .Δ/τος 1049/1949 από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες τις διεξαγόμενες από το τότε Υπουργείο Τ.Τ.Τ. για την αποθήκευση υποβρυχίων καλωδίων. Επομένως ο ΟΤΕ απόκτησε κατά τον παραπάνω χρόνο και δυνάμει του ν.δ/τος 1049/1949 την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο χρησιμοποίησε έκτοτε και μέχρι την έγερση της κρινόμενης αγωγής για την αποθήκευση υποβρυχίων καλωδίων.
Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που αμφισβητώντας την κυριότητα επί του επιδίκου του ενάγοντος ΟTE εξέδωσε κατ’ αυτού πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης με τον ισχυρισμό ότι ως ενεργητικό κατά την έννοια του άρθρου 3 του Ν.Δ/τος 1049/1949 νοούνται μόνο τα κινητά πράγματα που χρησιμοποιούντο κατά την έναρξη της ισχύος αυτού από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες του Υπουργείου Τ.Τ.Τ., που αποτελεί και λόγο εφέσεως , κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Όντως αβάσιμος και απορριπτέος κρίνεται και ο άλλος λόγος της εφέσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ότι δηλαδή το επίδικο δεν εχρησιμοποιείτο από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες του Υπουργείου Τ.Τ.Τ. μέχρι το χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.Δ/τος 1049/1949". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Ε., αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου, που στηριζόταν, ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτού, στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 1049/1949, δεχόμενο τον ισχυρισμό του ότι μεταβιβάσθηκε σ’ αυτόν από το εναγόμενο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η κυριότητά του αυτοδικαίως εκ του νόμου, δικαίωμα που αμφισβήτησε το τελευταίο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του τελευταίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια.
Επομένως το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Ε. ασκηθείσας αγωγής, κατά την ως άνω μοναδική βάση της, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιείτο αποκλειστικά μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. δ/τος 1049/1949, δηλαδή μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1949, από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες τις διεξαγόμενες από το τότε Υπουργείο Τ.Τ.Τ., για την προς εξυπηρέτηση των αναγκών των τηλεπικοινωνιών αποθήκευση υποβρύχιων καλωδίων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη διάταξη ουσιαστικού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 953, 954 και 1002 Α.Κ., που επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεξαν δεν επισύρουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 εδ. α’ του ν δ/τος 1049/1949 και δεν είχαν ως αποτέλεσμα την από τον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Ε. κτήση δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και στην ανάπτυξη των απόψεών του, που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού του ότι το επίδικο παρέμεινε κατά κυριότητα σ’ αυτό (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.).
Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης δικαιώματος κυριότητας με παράγωγο τρόπο και σχετικά με το ότι η χρήση για τις ανάγκες των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών του Υπουργείου Τ.Τ.Τ.
ήταν αποκλειστική, συνιστάμενη στην αποθήκευση υποβρύχιων καλωδίων, και αφορούσε το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή (ακίνητο εμβαδού 350 τ.μ., με διώροφη οικοδομή, επιφάνειας 262 τ.μ., στον κάτω όροφο της οποίας υπάρχουν ανέκαθεν κτιστές δεξαμενές) σε συνδυασμό και με την παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το κτίριο επί του επίδικου ακινήτου χρησιμοποιείτο μέχρι και την έναρξη της ισχύος του ως άνω ν.δ/τος, ήτοι μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1949, από τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του τότε Υπουργείου Τ.Τ.Τ.
για τον εν λόγω σκοπό, για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε έκτοτε και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής από τον ιδρυθέντα με το ίδιο, ως άνω, νομοθετικό διάταγμα ΟΤΕ (αναιρεσίβλητο) και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος, δεύτερος, λόγος κατά το σκέλος του που αφορά στην αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αόριστος, γιατί δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει. Τέλος, οι στον ίδιο λόγο διαλαμβανόμενες λοιπές αιτιάσεις αφορούν σε παραδοχές, οι οποίες δεν περιέχουν ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνει σε κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχουν πραγματικό επιχείρημα που συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελεί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αιτιολογία της απόφασης, επιδεχόμενη μομφή από την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ’ αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ. ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα, που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από το νόμο (Ολ.
Α.Π. 14/2004, Ολ. Α.Π. 25/2003). Τέλος, ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο ουσιώδη, κατά το λόγο αυτόν, ισχυρισμό, που το αναιρεσείον πρόβαλε ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως, ότι "το επίδικο δεν χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες του Κράτους".
Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος, κατά τον αναιρετικό αυτόν λόγο, δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο δεν συνιστά "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά άρνηση της αγωγής, καθώς και πραγματικό και νομικό επιχείρημα, γι’ αυτό και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε αυτόν τον ισχυρισμό δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο.
Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε τον αμέσως παραπάνω λόγο εφέσεως και τελικά τον απέρριψε ως αβάσιμο, και ως ενέχοντα το προαναφερόμενο παράπονο, εκ του πράγματος, αφού προέβη σε έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2000 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΤΕ Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 162/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ