Legislator Case Law & Legislation
1712/2016 AI generated

1712/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1712/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1712/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. ‘ Ετσι, η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.).

Keywords

AI generated
misuse of a telecommunications installation bank charges third-party payment registration of construction lien schedule of assistive devices payment service provider
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1712 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1712/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 124/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο.

Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 23 Σεπτεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2014.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και β)να απορριφθεί το αίτημα περί συμπλήρωσης των πρακτικών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο.

Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. ‘ Ετσι, η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.).

Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό, με την έννοια ότι οι περισσότεροι κατά το νόμο τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή, στην περίπτωση της ληστείας του άρθρου 380 παρ. 1 του Π.Κ., η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος, είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ., "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης" (συναυτουργία). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι συναυτουργία είναι η μετά από κοινή απόφαση σύμπραξη πολλών ως αμέσων αυτουργών κατά την εκτέλεση ενός εγκλήματος, με την ενέργεια από τον καθένα πράξεων, οι οποίες αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε συγχρόνως με τους άλλους, είτε διαδοχικά.

Προκειμένου περί σύνθετων εγκλημάτων, όπως είναι κατά τα ανωτέρω και η ληστεία, υπάρχει συναυτουργία και όταν, κατόπιν συναποφάσεως, ο ένας χρησιμοποιεί σωματική βία ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής (παράνομη βία) κατά του θύματος και ο άλλος αφαιρεί από την κατοχή του ένα κινητό πράγμα (κλοπή).

Υποκειμενικά, όπως ήδη εκτέθηκε, απαιτείται συναπόφαση, δηλαδή κοινός των συναυτουργών δόλος για την εκτέλεση του εγκλήματος με κοινή δράση και γνώση του καθενός της πρόθεσης του άλλου ή των άλλων. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδικότερη αναφορά στο καθένα από αυτά και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου σε όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε.

Κατά το τεκμήριο αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και 171 παρ.1 εδ. δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 124/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό ο αναιρεσείων για ληστεία που τέλεσε από κοινού, μετά του Α.

Σ. του Σ., σε ποινή καθείρξεως πέντε ετών. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του κατ’ είδος, αλλά και με αναλυτική παράθεσή τους, αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: " ...

οι εκ των κατηγορουμένων Α. Σ. του Σ. και Π. Θ. του Ι., στο ..., στις 17 Αυγούστου 2004 και περί ώρα 07.50’ έως 08.00’ , με προς τούτο κοινή θέληση και γνωρίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ενεργώντας διαπράττουν την αξιόποινη αυτή πράξη, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινή προς τούτο θέληση και σκοπό, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, ενεργώντας από κοινού αφήρεσαν με πρόθεση από άλλον ξένα (ολικά) κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως.

Και ειδικότερον, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού ο Α. Σ., έθραυσε, κατόπιν προτροπών του ως άνω συγκατηγορουμένου του Π. Θ., με "βαριοπούλα" την τζαμαρία της εισόδου του προσωπικού της τράπεζας ... στην πλατεία ..., η οποία είσοδος προσωπικού ευρίσκεται ακριβώς δίπλα από την κεντρική περιστρεφόμενη είσοδο, η οποία δεν είχε τεθεί ακόμη σε λειτουργία, στη συνέχεια αμφότεροι εισήλθαν στην εν λόγω τράπεζα, φορώντας ο μεν Α.

Σ. μπουφάν και παντελόνι σκούρου χρώματος, κράνος μοτοσικλέτας χρώματος μαύρου, μαύρη περούκα με μακριά μαλλιά και γυαλιά ηλίου, ο δε Π. Θ. μπουφάν και παντελόνι σκούρου χρώματος αναβάτου μοτοσικλέτας, κράνος μοτοσικλέτας χρώματος ασημί, γυαλιά ηλίου και γάντια μίας χρήσεως, ώστε να παραποιούνται τα χαρακτηριστικά τους και να καθίσταται αδύνατη η αναγνώρισή τους ως δραστών, άμα δε και φέροντες μεθ’ εαυτών ο μεν Α.

Σ. ένα μικρό όπλο (πιστόλι), ο δε Π. Θ. όπλο - πιστόλι μαύρου χρώματος μακρύκαννο, μάλλον με γεμιστήρα, με την απειλή των οποίων (όπλων) στράφηκαν προς τους υπαλλήλους της Τράπεζας και αφού τους ακινητοποίησαν λέγοντάς τους ότι αλλιώς θα τους πυροβολήσουν, ζήτησαν παρ’ αυτών να ανοίξουν το χρηματοκιβώτιο, προκειμένου να αφαιρέσουν, για να το ενσωματώσουν στην περιουσία τους χωρίς προς τούτο νόμιμο δικαίωμα, το εντός αυτού ευρισκόμενο και στην πολιτικώς ενάγουσα τράπεζα ανήκον χρηματικό ποσό, πλην όμως τούτο (χρηματοκιβώτιο), επειδή είχε ενεργοποιηθεί υπό των υπαλλήλων της τραπέζης η διαδικασία χρονοκαθυστερήσεως του ανοίγματος του, και δεν άνοιγε, άμα δε και διότι ο εξ αυτών Π.

Θ., εξ αγνοίας του και εν ταυτώ αδημονίας του, ενεργοποίησε και πάλιν τον μηχανισμό αυτό δια περιστροφής του περιστροφικού διακόπτου του, με συνέπεια τούτο να εισέλθει σε νέα περίοδο χρονοκαθυστερήσεως του ανοίγματος του, με την απειλή των ανωτέρω όπλων ότι δι’ αυτών θα την πυροβολήσουν, και έτσι θα της προκαλέσουν επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, ως και ίνα μη βραδύνουν περισσότερο, εξανάγκασαν την υπάλληλο του ταμείου της εν λόγω Τραπέζης Π.

Λ., να τους παραδώσει μόνον το ποσό των 270 ευρώ, που υπήρχε εκεί, το οποίον και παρέλαβαν με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Στη συνέχεια δε, με την κατά των υπαλλήλων στρεφόμενη απειλή των ανωτέρω αναφερομένων όπλων και αφού αφήρεσαν την κασέτα από το βίντεο καταγραφής του χώρου της τράπεζας, ώστε να μη είναι δυνατή η δι’ αυτού αναγνώρισή τους από τις διωκτικές αρχές, ετράπησαν αμέσως σε φυγή και αφού επιβιβάστηκαν σε μια μοτοσικλέτα χρώματος μαύρου, μάρκας YAMAHA ..., με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του ως άνω μάρτυρος Α.

Κ. του Ι., που είχαν αφήσει σε μικρή απόσταση από το προαναφερόμενο κατάστημα της τράπεζας, απομακρύνθηκαν αμέσως με το όχημα αυτό από τον τόπο του εγκλήματος. Ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις οι εν λόγω κατηγορούμενοι ετέλεσαν την πράξη αυτή, αποδεικνύεται, καθ’ όσον μεν αφορά τον ίδιον και την, κατά τα εκτιθέμενα, συμμετοχή του στην πράξη αυτή, τόσον ως ευθέως, σαφώς, ρητώς και κατηγορηματικώς, χωρίς κενά και αντιφάσεις, ομολογούμενο, από τον εκ των κατηγορουμένων τούτων πρώτον Α.

Σ. του Σ., όσον και εκ των σαφών και ρητών περί τούτου επ’ ακροατηρίω καταθέσεων του ως άνω μάρτυρος Α. Κ. του Ι. και των ανωτέρω μαρτύρων υπερασπίσεώς του, Ε. Σ. (μητρός του) και Β. Σ. του Σ. (αδελφού του), στους οποίους μετά την πράξη ο κατηγορούμενος αυτός την διηγήθηκε, παραδεχθείς την κατά τα εκτεθέντα συμμετοχή του.

Καθ’ όσον δ’ αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο Π. Θ. του Ι., η και υπ’ αυτού από κοινού μετά του ως άνω πρώτου συγκατηγορουμένου του τέλεση του εγκλήματος τούτου υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, αποδεικνύεται από τον συνδυασμό μεταξύ τους: α) των κατά τις απολογίες του, επ’ ακροατηρίω του πρωτοδίκου και του παρόντος Δικαστηρίου, υπό του εκ των κατηγορουμένων Α.

Σ. κατατεθέντων, ότι δράστες τη ληστείας αυτής είναι ο ίδιος και ο εν λόγω συγκατηγορούμενός του, με τον οποίον από κοινού συναπεφάσισαν και εξετέλεσαν αυτήν, β) της επ’ ακροατηρίω του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την απολογία της, καταθέσεως της, συγκατηγορούμενης των κατηγορουμένων τούτων και πρωτοδίκως αθωωθείσης, Π.

Φ., ενώπιον της οποίας, ως αυτή κατέθεσε, ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος σενεδέετο μετ’ αυτής ερωτικώς, εξιστόρησε την πράξη αυτή ως υπό τούτου και του εν λόγω συγκατηγορουμένου του τελεσθείσα, γ) της επ’ ακροατηρίω του πρωτοδίκου δικαστηρίου, κατά την απολογία του, καταθέσεως του επίσης πρωτοδίκως συγκατηγορουμένου των κατηγορουμένων τούτων Α.

Κ. του Ι., ότι η μοτοσυκλέττα, που χρησιμοποίησαν οι δράστες της ληστείας αυτής, ήταν ιδιοκτησίας του και ο ίδιος την είχε δανείσει στον πρώτο κατηγορούμενο προκειμένου να τελέσουν την ληστεία αυτή, ότι ο τελευταίος, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, του απεκάλυψε, ότι ο συνεργός του στην πράξη αυτή ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, δ) της επ’ ακροατηρίω του παρόντος δικαστηρίου καταθέσεως του, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος του δευτέρου των κατηγορουμένων τούτων (Π.

Θ. του Ι.), ως μάρτυρος εξετασθέντος και πρωτοδίκως αθωωθέντος συγκατηγορουμένου τούτων (εν προκειμένω πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων), ως άνω Α. Κ. του Ι., ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μετά την ληστεία αυτή του απεκάλυψε, τόσον ότι συναυτουργός του ήταν και ο εν λόγω δεύτερος κατηγορούμενος, όσον και τον τρόπο προετοιμασίας τους και δράσεώς τους, ε) του αποδεικνυομένου μεν από τις επ’ ακροατηρίω του Δικαστηρίου τούτου καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων και εχόντων ιδίαν γνώση και αντίληψη αυτών ως αυτοπτών μαρτύρων, Ε.

Β. και Π. Μ., μετά βεβαιότητος και άνευ ενδοιασμού ή αμφιβολίας, λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου, κατηγορηματικώς καταθεσάντων, ότι ο εν λόγω δεύτερος κατηγορούμενος (Π. Θ. του Ι.) ενεφανίσθη στον χώρο της εργασίας του (οικία Β. στην ...) περί ώρα 11.00’ της ιδίας, ως άνω, ημέρας διαπράξεως της εν λόγω ληστείας και ζήτησε να εργασθεί, καίτοι ων αδειούχος, χωρίς να έχει προς τούτο κληθεί από κάποιον συνάδελφό του, χωρίς να διακόψει την άδειά του η αυτή να ανακληθεί από τους προϊσταμένους του και εν πάση περιπτώσει, τουθ’ όπερ εξ ουδενός των ειρημένων αποδεικτικών μέσων προέκυψε, χωρίς να υπάρχει προς τούτο κάποιος λόγος, συναγομένου εκ τούτων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι τούτο έπραξε προκειμένου να δημιουργήσει άλλοθι μη συμμετοχής του στην εν λόγω ληστεία.

Τούτο όμως δεν μπορεί να οδηγήσει στην αποδοχή τοιαύτης κρίσεως (μη συμμετοχής του στην ληστεία) αφού, εν όψει του ανωτέρω χρόνου διαπράξεως της ληστείας αυτής, της χρονικής αποστάσεως της μιας ώρας περίπου, ως τούτο αποδεικνύεται από την επ’ ακροατηρίω του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του μάρτυρος Μ.

Κ., του ανωτέρω σημείου εργασίας του κατηγορουμένου αυτού από τον ειρημένο τόπο της ληστείας και της ικανότητάς του ως "γρήγορου οδηγού" (βλ. την επ’ ακροατηρίω αναγνωσθείσα σχετική περικοπή της από 23-8-2004 καταθέσεως του αμέσως προαναφερομένου μάρτυρος ενώπιον του Α/Α’ Ι. Π. του Τ.Α. ...), καθίσταται αναμφισβητήτως εφικτή η μετά την τέλεση της ληστείας εμφάνισή του κατά την προαναφερομένη ώρα στον ως άνω τόπο της εργασίας του.

Η τοιαύτη περί τούτου κρίσις του Δικαστηρίου ενισχύεται και εκ του ότι δεν αποδεικνύεται από κάποιο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, ότι ο κατηγορούμενος αυτός κατά το χρονικό διάστημα από του χρόνου της ληστείας και μέχρι του ως άνω χρόνου εμφανίσεώς του στην υπηρεσία του ευρίσκετο κάπου αλλού, ασχολούμενος με οτιδήποτε συγκεκριμένο.

Περαιτέρω, εκ του αποδεικνυομένου τούτου γεγονότος, της εμφανίσεώς του δηλαδή του κατηγορουμένου αυτού κατά τον άνω χρόνο στην εργασία του και ανωτέρω κρίσεως, ότι το χρονικό διάστημα από της τελέσεως της ληστείας μέχρι του χρόνου αυτού επαρκεί κατά πολύ για την μετάβαση του δράστου από το σημείο της ληστείας στην οικία Β.

στην ..., καθιστά, τουλάχιστον, ουσία αβάσιμα τα επ’ ακροατηρίω του Δικαστηρίου τούτου και του πρωτοδίκως δικάσαντος κατατεθέντα από τον ως άνω μάρτυρα αστυνομικό Α. Π., ότι την 17-8-2004 και περί ώρα 11.00’ αντελήφθη την Π. Φ. να μεταφέρει ως συνεπιβάτη, με μοτοποδήλατο που οδηγούσε, άτομο στην περιοχή του Super Market Β.

του .... Μάλιστα εκ των παραδοχών αυτών επιβεβαιώνεται το κατατεθέν υπό του πρώτου κατηγορουμένου κατά την επ’ ακροατηρίω απολογία του, ότι η Φ. Π. μετά την ληστεία και λίγο πριν την ώρα 08.20’ μετέφερε με μοτοποδήλατο τον δεύτερο κατηγορούμενο στον χώρο του Super Market Β. στον ..., όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητό του και στις 08.20’ βρισκόταν εντός αυτού κατευθυνόμενος προς Αθήνα, στ) του αποδεικνυομένου, εκ της άρσεως του τηλεφωνικού απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των κατηγορουμένων, ότι από το υπ’ αριθμ.

κλησ. ... κινητό τηλέφωνο του εκ των κατηγορουμένων Α. Σ. εγένετο την 17-8-2004 (ημέρα της ληστείας) και ώρα 06.13’ (ήτοι μιάμιση περίπου ώρα προ της ληστείας) κλήση προς το υπ’ αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο του δευτέρου κατηγορουμένου Π. Θ. του Ι., προδήλως προς τελική συνεννόησή τους για την διάπραξη της ληστείας αυτής.

Δεν μπορεί δε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του δευτέρου τούτου κατηγορουμένου, ότι την δια των τηλεφώνων αυτών επικοινωνία αυτή πραγματοποίησαν οι αδελφές Ε. Φ., σύζυγος του κατηγορουμένου αυτού, και Π. Φ., ερωτικώς συνδεομένη μετά του πρώτου κατηγορουμένου και μετά ολίγες -τρεις- ημέρες μνηστευθείσα αυτόν, εν όψει του ότι το μεν εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου τούτο αποδεικνύεται, το δε διότι ωσαύτως δεν αποδεικνύεται κάποιος λόγος, ουδ’ εγένετο επίκληση κάποιου τέτοιου λόγου, ένεκα του οποίου, οι αδελφές αυτές δεν χρησιμοποίησαν τα ιδικά τους κινητά τηλέφωνα, με τα οποία μέχρι τότε, αλλά και την ιδία ημέρα της ληστείας και μετά αυτήν, είχαν συχνότατη επικοινωνία, αλλά αντιθέτως την ανωτέρω ώρα και ήμερα χρησιμοποίησαν τα τηλέφωνα αυτά των κατηγορουμένων τούτων, ζ) του ότι ουδείς των επ’ ακροατηρίω, πρωτοδίκως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντων, μαρτύρων αστυνομικών, οι οποίοι κατεδίωξαν τους δράστες, Β.

Μ., Γ. Γ. και Α. Π., κατέθεσε σαφώς και μετά βεβαιότητας ότι, είτε ως συνεπιβάτης είτε και ως οδηγός της ως άνω μοτοσυκλέτας, με την οποίαν διέφυγαν οι δράστες της ληστείας αυτής, δεν ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, αφού, ως αυτοί κατέθεσαν, είτε δεν ηδυνήθησαν να αντιληφθούν τα χαρακτηριστικά του, είτε δεν πρόλαβαν να εντυπώσουν αυτά στην μνήμη τους.

Και ταύτα παρά το ότι ο εξ αυτών Γ. Γ. αναγνώρισε ως έναν των αναβατών της εν λόγω μοτοσικλέτας τον εκ των κατηγορουμένων τούτων Α. Σ., ως επ’ ακροατηρίω του δικαστηρίου τούτου κατέθεσε, η) της περιγραφής του δευτέρου των εν λόγω αυτουργών, της περί της οποίας ο λόγος ληστείας, της γενομένης επ’ ακροατηρίω του πρωτοδίκου και του παρόντος κατ’ έφεσιν κρίνοντος Δικαστηρίου κατά τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων υπαλλήλων της παθούσης τραπέζης, ως ατόμου υψηλού, κανονικού και όχι παχέως, η οποία ταιριάζει προς εκείνη του δευτέρου κατηγορουμένου.

Σημειωτέον ενταύθα, ότι εκ της κρίσεως αυτής, σε συνδυασμό προς τα προαναφερθέντα, το κατατιθέμενο από τους ανωτέρω μάρτυρες υπαλλήλους της εν λόγω τραπέζης, ότι ο "ψηλός" των εν λόγω δραστών μιλούσε σπαστά ελληνικά δίνοντας την εντύπωση αλλοδαπού, δεν μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι ο δράστης αυτός δεν ήταν άνευ άλλου τινός ο εν λόγω δεύτερος κατηγορούμενος, και θ) του, εκ των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων αποδεικνυομένου, ότι μέχρι του χρόνου τελέσεως της εν λόγω ληστείας οι σχέσεις μεταξύ των κατηγορουμένων τούτων (πρώτου και δευτέρου) ήσαν αγαστές, ο πρώτος αυτών συνεδέετο, ως προανεφέρθη, μετά της Π.

Φ., αδελφής της συζύγου του δευτέρου αυτών Ε. Φ., την οποίαν μετ’ ολίγες ημέρες εμνηστεύθη και στην σχετική τελετή παρέστη και ο δεύτερος κατηγορούμενος, οι δε μεταξύ τους σχέσεις διεταράχθησαν αργότερον και εξ αιτίας της αποκαλύψεως της πράξεώς τους αυτής από τον πρώτο κατηγορούμενο στις διωκτικές αρχές.

Συναγομένου εκ τούτων, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είχε λόγο, ως εκδικήσεως κλπ, να αναμείξει στην υπόθεση αυτήν και τον συγκατηγορούμενό του αυτόν, ώστε να δικαιολογείται έτσι το υπ’ αυτού κατατιθέμενο ότι συναυτουργός του στην εν λόγω ληστεία ήταν ο τελευταίος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αποδεικνυομένου ότι στοιχειοθετείται κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση η αποδιδομένη σε αυτούς αξιόποινη αυτή πράξη, πρέπει οι εν λόγω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι αυτής ως και πρωτοδίκως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερον στο διατακτικό. ...".

Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 124/2014 απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ληστείας από κοινού, για την οποία πράξη καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45 και 380 παρ. 1 εδ.

α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, επιλεκτική ή αντιφατική αιτιολογία και δεν στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης, ούτε παραβιάστηκε το θεσπιζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ν.Δ. 53/1974) τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο παραβιάζεται είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά ενοχής, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσεως του.

Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρονται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σε απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ , Ε’ και Α’ Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμοι, οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συμπεριλαμβανομένης και της αρνήσεως της αναγνωρίσεως αυτού ως δράστου, με τις οποίες, υπό το πρόσχημα των ως άνω λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (Ολομ.

Α.Π. 1/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 231 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασής του, μπορεί, κατά κυριαρχική κρίση, να διατάξει, είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, την κλήτευση και εμφάνιση νέων μαρτύρων, τη βίαιη προσαγωγή μαρτύρων που κλητεύθηκαν νόμιμα και δεν εμφανίζονται από απείθεια, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι κρίνει προφανώς αναγκαία τη μαρτυρία του απόντος στο ακροατήριο μάρτυρα και ότι είναι εφικτή η προσαγωγή του, την απόφασή του δε αυτή ως παρεμπίπτουσα (προδικαστική), σε περίπτωση που δεν κλητευθούν ή δεν εμφανισθούν ή δεν προσαχθούν οι μάρτυρες των οποίων είχε διατάξει την κλήτευση ή την εμφάνιση ή την προσαγωγή, μπορεί να την ανακαλέσει σύμφωνα με το άρθρο 548 του Κ.Ποιν.Δ.

και εμμέσως, δηλαδή σιωπηρώς και χωρίς αιτιολογία, προχωρώντας στην εκδίκαση της υποθέσεως και εκδίδοντας την οριστική του απόφαση. Όταν όμως ο κατηγορούμενος έχει ζητήσει με αίτημά του την αναβολή ή τη διακοπή της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν νέοι μάρτυρες ή την βίαιη προσαγωγή μαρτύρων που κλήθηκαν και δεν εμφανίστηκαν και των οποίων είναι δυνατή και εφικτή κατά το νόμο η προσαγωγή στο ακροατήριο, η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει, όμως, αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του, αλλιώς ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, ενώ αν το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει αιτιολογημένα το ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ.

λόγος αναιρέσεως. Έτσι, αν το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει σε αίτημα του κατηγορουμένου για βιαία προσαγωγή μάρτυρα που κλητεύθηκε και δεν προσήλθε, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει στην ανωτέρω πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει, περαιτέρω, την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ), με την ειδικότερη αιτίαση ότι χωρίς να απαντήσει και χωρίς να απορρίψει αίτημά του για κλήτευση, βιαία προσαγωγή και εξέταση μάρτυρα, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο.

Όμως, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του εφετείου στις 6-3-2014 υπέβαλε αίτημα να κληθούν για να εξετασθούν στο ακροατήριο οι αθωωθέντες συγκατηγορούμενοί του Π.

Φ. και Α. Κ.. Το εφετείο, μετά από δήλωση του γραμματέως της έδρας ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου του, διέκοψε τη συνεδρίαση για 10-3-1014. Κατά τη συνεδρίαση του δικαστηρίου στις 10-3-2014 ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε ξανά το αίτημα εξετάσεως στο ακροατήριο των ως άνω αθωωθέντων συγκατηγορουμένων του.

Το εφετείο, αποδεχόμενο το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 27-3-2014 και διέταξε την κλήτευση και εμφάνιση των μαρτύρων Π. Φ. και Α. Κ.. Στη συνεδρίαση της 27-3-2014, κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων του καταλόγου και των μαρτύρων που κλητεύθηκαν από το δικαστήριο κατ’ αποδοχή του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, βρέθηκαν παρόντες όλοι οι μάρτυρες, εκτός από την μάρτυρα του καταλόγου Μ.

Π. και την κλητευθείσα από το δικαστήριο μάρτυρα Π. Φ., για την οποία δηλώθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου Α. Σ., συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, ότι θα προσέλθει σε λίγο. Αφού εξετάστηκε και ο τελευταίος μάρτυρας του σχετικού καταλόγου, ο πρόεδρος εκφώνησε και πάλι το όνομα της μάρτυρος Π. Φ., η οποία και πάλιν ήταν απούσα.

Ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Η Π. Φ. του Α. γνωστοποιήθηκε ότι θα έρθει, άρα είχε επικοινωνία με το συνήγορο του 1ου κατηγορουμένου και για το λόγο αυτό θα ζητήσουμε τη βίαιη προσαγωγή της". Ακολούθως, εξετάστηκε ο μάρτυρας Α. Κ., μετά την κατάθεση του οποίου, έλαβε το λόγο και σχολίασε την κατάθεσή του με παρατηρήσεις ο συνήγορος του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια εκφωνήθηκε ξανά το όνομα της μάρτυρος Π.

Φ., που είχε κλητευθεί νόμιμα από το δικαστήριο, πλην όμως αυτή ήταν και πάλι δεν ενεφανίσθη. Ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, παρά την απουσία της και παρόλο που είχε δηλώσει ότι θα ζητούσε τη βίαιη προσαγωγή της, δεν υπέβαλε αίτημα και δεν ζήτησε να προσαχθεί η τελευταία βιαίως για να εξετασθεί ως μάρτυρας.

Το δικαστήριο συνέχισε τη διαδικασία στο ακροατήριο και αφού ανέγνωσε τα έγγραφα και εξέτασε τους μάρτυρες υπερασπίσεως Ε. Σ., Β. Σ. και Ι. Λ., διέκοψε τη συνεδρίαση για τη δικάσιμο της 7ης Απριλίου 2014. Κατά τη τελευταία συνεδρίαση ο συνήγορος του αναιρεσείοντος δεν υπέβαλε αίτημα και δεν ζήτησε να προσαχθεί βιαίως για να εξετασθεί ως μάρτυρας η μη εμφανισθείσα μάρτυς Π.

Φ., αλλά ζήτησε την εξέταση ως μάρτυρα υπερασπίσεως του Μ. Θ., ο οποίος και εξετάστηκε. Ακολούθησαν οι απολογίες των κατηγορουμένων και η κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να ζητήσει να προσαχθεί βιαίως για να εξετασθεί η μη εμφανισθείσα μάρτυς Π.

Φ.. Μετά την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας, αγόρευσαν ο Εισαγγελέας, ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής και οι συνήγοροι υπερασπίσεως και ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αθώωση του κατηγορουμένου κατά παραδοχή των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών. Αναφορικά με τους ως άνω μάρτυρες που κλητεύθηκαν και δεν εμφανίστηκαν, αφού άλλωστε και ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε τελικά αίτημα για βιαία προσαγωγή και εξέταση ως μάρτυρα της Π.

Φ., όπως είχε δηλώσει ότι θα έπραττε, το δικαστήριο της ουσίας, έχοντας σχηματίσει από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση, έκρινε κατά την κυριαρχική του κρίση μη αναγκαία την μαρτυρία τους και δεν διέταξε την βιαία προσαγωγή τους για να εξετασθούν, αλλά, ανακαλώντας κατά το άρθρο 548 του Κ.Ποιν.Δ.

εμμέσως την προεκδοθείσα παρεμπίπτουσα απόφασή του για εξέταση των ως άνω μαρτύρων, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Eνόψει τούτων, αφού δεν υποβλήθηκε αίτημα από μέρους του αναιρεσείοντος για βιαία προσαγωγή και εξέταση της μη εμφανισθείσας μάρτυρος Π.

Φ., σύμφωνα με τα προαναφέρθέντα, το δικαστήριο της ουσίας νόμιμα προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο χωρίς να διατάξει την βιαία προσαγωγή της για να την εξετάση ως μάρτυρα και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Η’ του Κ.Ποιν.Δ. πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 211A του Κ.Ποιν.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/ 1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 δ’ του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου.

Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ’ αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του τα κατ’ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που αναφέρονται ονομαστικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την απολογία του κατηγορουμένου και κατά συνέπεια, η κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Α.

Σ., Α. Κ. και Π. Φ., αλλά συνδυαστικά τόσο σε αυτές όσο και στα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και αναγνωσθέντα έγγραφα) και δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211Α’ του Κ.Ποιν.Δ.. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 364 του Κ.Ποιν.Δ., στο ακροατήριο διαβάζονται, υπό τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, καθώς και τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση.

Περαιτέρω, στο άρθρο 502 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως.

Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άνω αναφερθέντος άρθρου 211A του Κ.Ποιν.Δ..

Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας (διατάξεως) επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 δ’ του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησης τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο.

Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όπως προαναφέρθη όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ’ αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα).

Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη αναγιγνώσκονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις απολογίες του κατηγορουμένου και των συγκατηγορούμενών του, πλην όμως δεν μπορεί η κρίση περί της ενοχής του κατηγορουμένου να στηριχθεί αποκλειστικά και μόνον στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του, αλλά συνδυαστικά τόσο σ’ αυτές όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκτός του ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις για την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που περιείχαν την απολογία της αθωωθείσας συγκατηγορούμενής του Π. Φ., αφού από την επισκόπηση των πρακτικών (στην σελίδα 47) προκύπτει ότι ο Πρόεδρος "κατόπιν προτάσεως του Εισαγγελέα και χωρίς αντίρρηση παρ’ ουδενός παράγοντος της προκείμενης δίκης και ειδικώς των κατηγορουμένων και των συνηγόρων υπερασπίσεώς τους ανέγνωσε στο ακροατήριο τα ακόλουθα έγγραφα: 1) την υπ’ αρ. 121,156, 200, 201,/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου μετά των οικείων πρακτικών της...", αλλ’ αντίθετα ότι αυτός (αναιρεσείων κατηγορούμενος) θεμελίωσε το αίτημά του για κλήτευση και εξέταση των αθωωθέντων κατηγορουμένων, Α.

Κ. και Π. Φ., και στις απολογίες αυτών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επισημαίνοντας διάφορες περικοπές αυτών και εκτός του ότι, σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσίων κατηγορούμενος μπορούσε να ασκήσει το από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμά του και να κάνει παρατηρήσεις και να εκθέσει τις απόψεις του επί του περιεχομένου των απολογιών των αθωωθέντων συγκατηγορουμένων του που διαβάστηκαν από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε παρά τις αντιρρήσεις του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιείχαν την απολογία της συγκατηγορουμένης του Π.

Φ. και ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική του κρίση αποκλειστικά στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Α. Σ., Α. Κ. και Π. Φ., στερούνται βασιμότητας, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, το μεν δεν απαγορεύεται η αποδεικτική αξιολόγηση της απολογίας συγκατηγορουμένου το δε δεν επήλθε ακυρότητα από την αυτεπάγγελτη ανάγνωση των πρακτικών που περιείχαν την απολογία της συγκατηγορουμένης του Π.

Φ.. Περαιτέρω με όσα ως άνω δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση όχι μόνο σε όσα αναφέρουν ο κατηγορούμενος Α. Σ. στις απολογίες του στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και οι αθωωθέντες κατηγορούμενοι Π. Φ. και Α. Κ. στις απολογίες τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και στην κατάθεση του, ως μάρτυρα εξετασθέντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως μάλιστα του αναιρεσείοντος, αθωωθέντος πρωτοδίκως ως άνω κατηγορουμένου, Α.

Κ., καθώς και στις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, για την ύπαρξη και τη λήψη υπόψη των οποίων γίνεται ρητή και σαφής αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και στη σημασία τους στο σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας περί ενοχής του κατηγορουμένου. Δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του τα κατ’ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι (σελ.63) τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που αναφέρονται ονομαστικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την απολογία του κατηγορουμένου και κατά συνέπεια, η κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Α.

Σ., Α. Κ. και Π. Φ., αλλά συνδυαστικά τόσο σε αυτές όσο και στα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και αναγνωσθέντα έγγραφα) και δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211Α’ του Κ.Ποιν.Δ., ούτε επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που περιείχαν την απολογία της αθωωθείσας συγκατηγορούμενης του Π.

Φ. . Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Επίσης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας επειδή το κατ’ έφεση δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιείχαν και τις απολογίες των αθωωθέντων συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος Α.

Κ. και Π. Φ., είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του.

Η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιοποίηση εκ μέρους του δικαστηρίου της μαρτυρικής καταθέσεως, η οποία δόθηκε πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Ποιν.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.

Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004).

Παραβίαση όμως της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αποδεικτική αξιοποίηση εκ μέρους του δικαστηρίου της πιο πάνω μαρτυρικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, και όχι με την αξιοποίηση όσων ό ίδιος, μη εξεταζόμενος κατά την προδικασία, αποκάλυψε εκουσίως, σε τρίτους, οι οποίοι και δεν κωλύονται να καταθέσουν, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, ό,τι γνωρίζουν σχετικά.

Παραβίαση της πιο πάνω αρχής δύναται να επέλθει και όταν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μεταφέρουν στο δικαστήριο το περιεχόμενο της προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, όχι όμως και όταν τα πρόσωπα αυτά απλώς έλαβαν γνώση της εν λόγω καταθέσεως και καταθέτουν περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την κατάθεση αυτήν ως αποκλειστική πηγή γνώσεως.

Στην προκείμενη όμως περίπτωση, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων μνημονεύει τις ως άνω διατάξεις περί μη αυτοενοχοποιήσεως στην αναίρεσή του, αυτός δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αναγνώσθηκε και έγινε αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κάποιας κατάθεσής του ως μάρτυρα κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου ή ότι εξετάσθηκαν ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μετέφεραν στο δικαστήριο το περιεχόμενο της προκαταρκτικής ή προανακριτικής καταθέσεώς του ως μάρτυρα.

Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, κύριος και πρόσθετος, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο λόγω λήψεως υπόψη και αποδεικτικής αξιολογήσεως καταθέσεως του κατηγορουμένου ως μάρτυρα πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμοι.

Η κατά τα προαναφερθέντα επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή τους ισχυρισμούς εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή της μείωσης της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στην απόρριψη τους.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ., ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ. α’ ) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.

ε’ ). Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της περίπτωσης ε’ της παρ. 2 του άρθρου 84 πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, διά του συνηγόρου του, προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή τους, επί λέξει, τα εξής: "Έχω γεννηθεί το έτος 1962 στην … και μεγάλωσα στο ...

με τους γονείς μου και τις δυο αδελφές μου. Από το έτος 1986 είμαι παντρεμένος με την Φ. Ε. του Α. και έχω αποκτήσει μαζί της δύο τέκνα, τον Θ. Ι., γεννηθείς το έτος 1987 και την Θ. Μ., γεννηθείσα το έτος 1993 (όπως προκύπτει από το από 3-4-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης) και κατοικώ μαζί τους στο ... (προσκομίζονται τα μισθωτήρια) αρχικά επί της οδού ...

και από το έτος 2012 επί της οδού ... μίσθιο, το οποίο έχει μισθώσει ο γιος μου Θ. Ι.. Ο γιος μου είναι εργαζόμενος από το έτος 2009 όπως προκύπτει και από τον από 05-4-2012 λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ και η κόρη μου είναι φοιτήτρια στον Όμιλο ... στην ειδικότητα του ειδικού ναυτιλιακής εκπαίδευσης (βλέπε την από 05-04-2012 βεβαίωση εγγραφής).

Είμαι απόφοιτος Γυμνασίου και έχω εκπληρώσει τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις. Κατά το παρελθόν εργάστηκα αδιάκοπα και καθημερινά, είμαι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και φορολογικά συνεπής (όπως προκύπτει και από τον από 3-4-2012 λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ προκύπτουν οι εισφορές στο ΙΚΑ και τα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίζονται).

Στο παρελθόν έχω εργαστεί και ως συνοδός προσωπικής ασφάλειας ενώ τα τελευταία χρόνια εργαζόμουν ως οδηγός σε εταιρία διεθνών χερσαίων μεταφορών με την επωνυμία "... Β." με μεικτό μηνιαίο μισθό 1.355,20 ευρώ (όπως προκύπτει και από τις βεβαιώσεις αποδοχών Ιανουαρίου - Μαρτίου 2012 που προσκομίζονται). Ζουσα με την οικογένεια μου ουσιαστικά ήσυχη και έντιμη οικογενειακή και κοινωνική ζωή.

Στο παρελθόν δεν έχω απασχολήσει ποτέ τις αρχές και επικαλούμαι το λευκό ποινικό μου μητρώο. Κατά συνέπεια, βάσιμα και αιτιολογημένα, θα πρέπει το δικαστήριο σας, να μου αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, καθώς όχι μόνον έχω λευκό ποινικό μητρώο αλλά υπάρχουν θετικά περιστατικά που αποδεικνύουν ότι διήγα βίο έντιμο και νομοταγή. ...

Επίσης δεν υπάρχουν περιστατικά να δηλώνουν απόκλιση από τους νομικούς και ηθικούς κανόνες που διέπουν την εν γένει κοινωνική συμβίωση ώστε να απορριφθεί ο ισχυρισμός μου. ... Να αναγνωριστεί η μετά την πράξη καλή συμπεριφορά μου διότι: Από το χρόνο τέλεσης της πράξης την 17-8-2004 μέχρι και σήμερα 6-3-2014 έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμφισβήτητα.

Από την 17-8-2004 μέχρι και την 6-4-2012 ημερομηνία που εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό η υπόθεση ... έχω συμπεριφερθεί καλά μετά την πράξη. Συνέχισα να εργάζομαι χωρίς να δημιουργήσω οποιοδήποτε πρόβλημα για οκτώ χρόνια σε καθεστώς ελευθερίας, έχω εμφανιστεί όποτε με έχουν καλέσει οι αρχές, διαπιστώνεται άλλωστε και από την άποψη της μειοψηφίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην συνεχεία μετά την καταδικαστική πρωτοβάθμια απόφαση είμαι κρατούμενος και συνεχίζω να συμπεριφέρομαι καλά.

Όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. .../24-2-2014 πληροφοριακό σημείωμα του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, είμαι κρατούμενος στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων από τις 31 /10/12 προερχόμενος από το Κ.Κ. Ναυπλίου, και κατά το παραπάνω διάστημα παραμονής μου η διαγωγή μου είναι πολύ καλή.

Χαρακτηριστικά αναφέρει το σημείωμα "Είναι ήρεμος, ευγενικός και τυπικός προς το προσωπικό και τους συγκρατούμενους του. Πρόκειται για άτομο σοβαρό, ώριμο, το οποίο ουδέποτε δημιούργησε πρόβλημα. Εργάζεται στο κατάστημα ως βοηθός αποθήκης με ευεργετικό υπολογισμό ημερομισθίων σημειώνοντας πολύ καλή απόδοση.

Διακρίνεται για την υπευθυνότητα, την εργατικότητα και την ακεραιότητα στο έργο που του έχει ανατεθεί και για την αμεσότητα του στις κατευθύνσεις του προσωπικού. Συνεργάζεται με την Κοινωνική Υπηρεσία σε καλό επίπεδο κυρίως για διεκπεραιωτικά θέματα. Πραγματοποιεί ανελλιπώς επισκεπτήριο με όλα τα μέλη της οικογένειας του και δέχεται την υποστήριξη τους.

Με αξιοπρεπή στάση ζωής, καρτερικότητα και εγκράτεια, προσπαθεί να ανταπεξέλθει στη δύσκολη περίοδο που διανύει ο ίδιος και η οικογένεια του". Από την με αριθμ. .../4-3-2014 Βεβαίωση υπολογισμού ημερομισθίων του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού προκύπτει ότι εργάζομαι και ότι έχουν υπολογιστεί 227 και 1/4 ημερομίσθια ευεργετικά κατ’ αρθ. 46 Ν. 2796/1999.

Από την 21-2-2014 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου Ν. Κ. προκύπτει ότι πάσχω από μείζονα κατάθλιψη και λαμβάνω φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει συνεπώς στην συμπεριφορά μου η οποία είναι καλή, όπως προκύπτει από τα παραπάνω να συνεκτιμηθεί και το γεγονός της ψυχικής μου κατάστασης". Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Επειδή το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά αυτεπαγγέλτως την τυχόν συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως. ...

Περαιτέρω, για την παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως, της προβλεπόμενης υπό της Π.Κ. 84 παρ. 2 εδ. α’ , δεν αρκεί το γεγονός ότι ο καταδικαζόμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, ή καταδίκες σε μικρές ποινές για ήσσονος σημασίας αδικήματα, όπως π.χ. για παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., αλλά πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του.

Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου, η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων επιβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ.

α της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ .... Ο δε πρότερος έντιμος βίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (ΠΚ 84 παρ. 2 εδ. α’ ), προ της τελέσεως της πράξεως, δεν αποδεικνύεται από μόνον το αντίγραφο του ποινικού μητρώου χωρίς να συνεπικουρείται και από άλλα αποδεικτικά μέσα ... . Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής διαγωγής του υπαιτίου μετά την πράξη του, κατά την ΠΚ 84 παρ. 2 εδ.

ε’ , ναι μεν ως γίνεται δεκτό ... πρέπει, η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.

Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεως του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κράτησης του προδήλως, εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.

Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε προδήλως, όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτιώσεως του χαρακτήρος και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.

Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ του ΠΚ, αναμφιβόλως τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Δεν αρκεί δε μόνη η επίδειξη από τον καταδικαζόμενο καλής διαγωγής μόνον κατά το διάστημα της κρατήσεώς του στη φυλακή, αφού η καλή διαγωγή πρέπει να αποτελεί ελευθέρα επιλογή αυτού και όχι εξαναγκασμένη συμπεριφορά υπό συνθήκες εγκλεισμού ... . Αλλά πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητάς του ...

και καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ... ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας, αλλά περιλαμβάνει και την θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού .... Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά ....

Στην προκειμένη περίπτωση, καθ’ όσον μεν αφορά την πρώτη υπό του κατηγορουμένου τούτου (Π. Θ. του Ι.) αιτουμένη αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της ΠΚ 84 παρ. 2 εδ. α’ , αυτή είναι ουσία αβάσιμη και απορριπτέα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Και τούτο, το μεν γιατί μέχρι του χρόνου τελέσεως της εν λόγω πράξεως ο κηρυχθείς ένοχος κατηγορούμενος αυτός έχει καταδικασθεί επανειλημμένως σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών και είκοσι πέντε ημερών για διάφορες αξιόποινες πράξεις μεταξύ των οποίων και για απλή σωματική βλάβη, για την οποίαν κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών.

Το δε γιατί πέραν της, όντως αποδεικνυομένης από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, επιδείξεως συνήθους υπ’ αυτού ανθρώπινης συμπεριφοράς, συνισταμένης στην δημιουργία συνθηκών εργασίας προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεν αποδεικνύονται, όπως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού αυτού και άλλα περιστατικά, αναγόμενα σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του, τα οποία να υποδηλώνουν θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στην περίπτωση του εδ.

α της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ. Η κατά τα εκτεθέντα δε προηγουμένη καταδίκη του για απλή σωματική βλάβη, δεν μπορεί να στηρίξει τοιούτον προηγούμενο έντιμο κοινωνικό βίο και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Καθ’ όσον μεν αφορά την ετέραν υπό του κατηγορουμένου τούτου (Π. Θ. του Ι.) αιτουμένη αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της ΠΚ 84 παρ. 2 εδ.

ε’ , και αυτή είναι ουσία αβάσιμη και απορριπτέα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Και τούτο διότι ναι μεν αποδεικνύεται από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι ο κηρυχθείς ένοχος κατηγορούμενος αυτός (Π. Θ. του Ι.) κρατούμενος στις φυλακές για την εν λόγω αξιόποινη πράξη από 6-4-2012 ηργάζετο εντός αυτών με ευεργετικό υπολογισμό και είχε πραγματοποιήσει μέχρι τις 4-3-2014 227 και 1/4 ημερομίσθια, και είχε επιδείξει στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, όπου εκρατείτο πολύ καλή διαγωγή, καλή, απλώς, συνεργασία με την κοινωνική υπηρεσία χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα.

Αντιθέτως, περί της διαγωγής του και της συμπεριφοράς του στο Κ.Κ. Ναυπλίου, όπου προηγουμένως εκρατείτο, δεν προσκομίζεται σχετικό πιστοποιητικό, ώστε να αποδεικνύεται ότι και εκεί η συμπεριφορά του ήτο η αρμόζουσα. Όμως η τοιαύτη συμπεριφορά του δεν είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου ούτε και συνέχεται με εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Περαιτέρω, από του χρόνου τελέσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεώς, του και μέχρι του ανωτέρω εγκλεισμού του στις φυλακές, δεν αποδεικνύεται η υπ’ αυτού απουσία παραβατικότητος, δια της προσαγωγής οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, ως π.χ. βεβαιώσεως εισαγγελικών ή άλλων αρμοδίων αρχών ότι δεν διώκεται, ούτε θετική δραστηριότητα αυτού, πέραν της αποδεικνυομένης συνήθους τοιαύτης προς παροχήν εργασίας για την συντήρηση αυτού και της οικογενείας του, η οποία εκδηλουμένη αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού, να υποδηλώνει ότι μετεστράφη ηθικώς και ψυχικώς, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιοποίνου πράξεώς του και απέχουν, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσεως επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά.

Η κρίσις αυτή ενισχύεται και εκ του ότι ο κατηγορούμενος αυτός ουδέποτε, ουδέ και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, παραδέχθηκε την ενοχή του και ητήσατο έστω και προσχηματικώς συγνώμη γι’ αυτήν, εκδηλών έστω και κατ’ αυτόν τον τρόπο σημεία μεταστροφής του παραβατικού χαρακτήρος του". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, καθόσον αναλύει τους λόγους για τους οποίους δε συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις.

Εξάλλου, εκ περισσού το δικαστήριο διέλαβε αιτιολογία για την απόρριψη των εν λόγω ελαφρυντικών, αφού με το προαναφερθέν περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών, είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α’ του Π.Κ., η επίκληση από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μόνον ότι έχει ζήσει έντιμη επαγγελματική και κοινωνική ζωή με διηγηματική μόνον αναφορά στη συνήθη ανθρώπινη συμπεριφορά, της δημιουργίας οικογένειας, της άσκησης επιτυχημένης επαγγελματικής δραστηριότητας και επίκλησης των σχετικών διατάξεων που προβλέπουν τις παραπάνω ελαφρυντικές περιστάσεις δεν αρκεί, αφού τα παραπάνω από μόνα τους δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του Π.Κ..

Περαιτέρω και η αναφορά μόνον ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επέδειξε μη παραβατική συμπεριφορά κατά το διάστημα από της τελέσεως της αξιόποινης πράξεως μέχρι της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξάρτητα από το ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε αιτιολογημένα ότι ήταν αβάσιμος γιατί είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και για άλλες αξιόποινες πράξεις που τέλεσε κατά το χρονικό αυτό διάστημα, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού γίνεται επίκληση μη επαρκών περιστατικών για τη θεμελίωση του, καθόσον για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών, δηλωτικών της ποιότητας του ήθους του δράστη, της κοινωνικής προδιαθέσεώς του και της αρμονικής διαβίωσής του μετά την πράξη.

Κατ’ ακολουθίαν όσων προαναφέρθηκαν, (συνάγεται ότι) το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, στους ως άνω ισχυρισμούς περί συνδρομής των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού αυτοί δεν προτάθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, εκ περισσού δε απάντησε και απέρριψε αυτούς με την προαναφερθείσα πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η δε αναφορά στο τέλος της αιτιολογίας, επί λέξει, ότι "Η κρίσις αυτή ενισχύεται και εκ του ότι ο κατηγορούμενος αυτός ουδέποτε, ουδέ και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, παραδέχθηκε την ενοχή του και ητήσατο έστω και προσχηματικώς συγνώμη γι’ αυτήν εκδηλών έστω κατ’ αυτό τον τρόπο σημεία μεταστροφής του παραβατικού χαρακτήρος του", αναφέρεται όχι μόνον στο ότι δεν συμπεριφέρθηκε καλά μετά την πράξη του ο κατηγορούμενος, αλλά και στο ότι αυτός δεν μετανόησε για την πράξη του, ενόψει του ότι ο εισαγγελέας, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά, είχε προτείνει να αναγνωρισθεί στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

δ’ του Π.Κ.. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, κύριος και πρόσθετος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α’ του Π.Κ. και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., καθώς και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του Π.Κ. και ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων όπως οι τελευταίες έννοιες ανελύθησαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη πριν από την αναφορά των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως), είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 4 του Ν. 2145/1993, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατά το άρθρο 142 παρ. 2 εδ. τελευταίο καταχώριση στο οικείο βιβλίο καθαρογραμμένων των πρακτικών, είναι δυνατόν να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή η διόρθωση λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1.

Τη διόρθωση ή συμπλήρωση τη διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση και σε περίπτωση άρνησής του, το δικαστήριο που δίκασε, αποτελούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, το μεν, ότι η περί διορθώσεως των πρακτικών αίτηση υποβάλλεται πάντοτε, επί ποινή απαραδέκτου, εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από της καταχωρίσεώς των καθαρογραμμένων στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, το δε ότι αρμόδιο για τη διόρθωση των πρακτικών δικαστήριο είναι πάντοτε, δηλαδή και στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με τους πρόσθετους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, εισάγει και αίτηση διορθώσεως των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ζητεί από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου τη διόρθωση και συμπλήρωση, κατά τα ειδικότερα σε αυτήν εκτιθέμενα, των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 124/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάστηκε για ληστεία από κοινού.

Όμως, με βάση τη νομική σκέψη που προτάχθηκε, η εν λόγω αίτηση διορθώσεως των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εισαγόμενη ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, εις το οποίο εκκρεμεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως και όχι ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα αναγράφονται σ’ αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, μάλιστα δε με φροντίδα του διευθύνοντος τη συζήτηση καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της αποδείξεως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 145 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., μπορεί να γίνει νόμιμα διόρθωση και συμπλήρωση των πρακτικών από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αφορούν τα πρακτικά. Επομένως, δηλώσεις του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του που δεν καταχωρήθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν ή δεν συμπληρώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι, στα πρακτικά της δίκης καταχωρήθηκαν οι ακόλουθες παρατηρήσεις κατ’ άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. του συνηγόρου του αναιρεσείοντος "Η χρησιμοποίηση καταθέσεων αθωωθέντων κατηγορουμένων συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα αναφέρω στον ισχυρισμό μου.

Εμείς ζητήσαμε να εξεταστεί στο ακροατήριο και η Π. Φ. γιατί δε φοβόμαστε. Ζητάμε ό,τι ακατάληπτο ανέφερε ο μάρτυρας Α. Κ. να μη ληφθεί υπόψη. Αυτές τις αντιθέσεις του μάρτυρα, στόχος μας είναι να τις ακούσετε και ζητάμε να μην λάβετε υπόψη την εξιστόρηση του εξετασθέντος μάρτυρα", ενώ οι παρατηρήσεις που αυτός έκανε είναι οι ακόλουθες "Ζητάμε ό,τι ακατάληπτο ανέφερε ο μάρτυρας Α.

Κ. να μη ληφθεί υπόψη. Να μην ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα Κ. μόνο ως προς το περιεχόμενο των πραγματικών περιστατικών που είναι αντιφατικά. Αυτές τις αντιθέσεις του μάρτυρα, στόχος μας είναι να τις ακούσετε και ζητάμε να μην λάβετε υπόψη την εξιστόρηση του εξετασθέντος μάρτυρα ως προς το περιεχόμενο των πραγματικών περιστατικών που είναι αντιφατικά".

Όμως, η ελλιπής αυτή καταχώρηση στα συγκεκριμένα πρακτικά, τα οποία δεν προκύπτει ότι έχουν διορθωθεί ή συμπληρωθεί, ούτε προσβάλλονται για πλαστότητα, δεν μπορεί να υπαχθεί στις πλημμέλειες της ακυρότητας της διαδικασίας, ούτε σε κάποια άλλη περίπτωση λόγων αναιρέσεως από αυτούς που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.

και ως εκ τούτου ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, κύριος ή πρόσθετος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) ως και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2014 αίτηση - δήλωση του Θ. Π. του Ι., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν, μετά των από 23-9-2015 προσθέτων λόγων της, για αναίρεση της με αρ. 124/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ