Legislator Case Law & Legislation
1712/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for inadmissible procedural errors and insufficient evidence.

Case Number 1712/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's final judgment regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific documentary evidence and by applying incorrect procedural rules regarding statute of limitations. The court rejected these claims, ruling that the appellate court had properly evaluated all submitted documents and that the lower court's reasoning was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellate court has duly considered all evidence and the lower court's reasoning is free from the specific procedural defects cited in the appeal.

Keywords

AI generated
Civil Appeal Procedural Error Statute of Limitations Evidence Evaluation Court Costs Final Judgment Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1712 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1712/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Β. Κ. το γένος Η. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Βαλεντή.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαβρά..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5006/1999 μη οριστική, 2002/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6078/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 31-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της εξέθεσε συνοπτικώς τα εξής: Οι δύο πρώτοι των εναγομένων, Δ. Λ. και Π. Μ., (μη διάδικοι στην προκειμένη δίκη), υπάλληλοι αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 1986 μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1987, στο Κατάστημά της στην Καλλιθέα, σε συνεργασία με τους λοιπούς πέντε εναγομένους, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, νομίμους εκπροσώπους των αναφερομένων σ' αυτήν εταιρειών, έβλαψαν την περιουσία της, πείθοντας τον ταμία του καταστήματος, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, στην πληρωμή ενταλμάτων, εκδοθέντων δια των περιγραφομένων απατηλών μεθόδων τους, από την οποία (πράξη) προξενήθηκε σ' αυτήν ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία.

Ειδικότερα εξεδόθησαν από τους προειρημένους υπαλλήλους της και εξεταμιεύθησαν χρηματικά εντάλματα (μεταξύ άλλων) και στην ατομική επιχείρηση "ΕΡΓΑΝΗ" της εναγομένης Ε. Κ., ήδη αναιρεσειούσης, συνολικού δραχμικού ισόποσου 425.542 μάρκων Γερμανίας, ήτοι 27.354.550 δραχμών, το ποσό των οποίων εισέπραξε η εν λόγω εναγομένη .

Για τις εκταμιεύσεις αυτές επεστράφη με επιταγή σε δραχμές ισόποσο 32.680 γερμανικών μάρκων και παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο, το δραχμικό ισόποσο 392.682 γερμανικών μάρκων, ήτοι 24.934.366 δραχμών, το οποίο ιδιοποιήθηκε η εναγομένη. Τα εντάλματα αυτά εξέδωσε ο υπάλληλος αυτής Δ. Λ. (πρώτος εναγόμενος) και τα προσυπέγραψαν μεταξύ άλλων και ο δεύτερος εναγόμενος Π.

Μ., υπάλληλος αυτής κατά παράβαση της 351/11-4-1984 Πράξεως του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, της 153/28-5-1984 Αποφάσεως της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων, του Συστήματος Πιστοδοτήσεων και των κανόνων χρηματοδοτήσεως επιχειρήσεων που είχαν θεσπισθεί από την ιδία. Εκ της ανωτέρω δε συμπεριφοράς των εναγομένων αυτή (ενάγουσα) ζημιώθηκε κατά τα χρηματικά ποσά που ιδιοποιήθηκαν παρανόμως οι εναγόμενοι, επί πλέον δε κατά το ποσό των 39.645.975 δραχμών, το οποίο της επεβλήθη από το Υπουργείο Εμπορίου ως πρόστιμο για τις παράνομες, ως άνω, εκταμιεύσεις.

Την απόφαση στους δύο πρώτους εναγόμενους να τελέσουν την άνω αδικοπραξία (απάτη) προκάλεσαν οι λοιποί εναγόμενοι, οι οποίοι εισέπραξαν και ιδιοποιήθηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ενώ από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων μειώθηκε η φήμη και η αξιοπιστία της και υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 40.000.000 δραχμών.

Οι εναγόμενοι ευθύνονται προς αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας και της ηθικής της βλάβης, λόγω της αδικοπραξίας, την οποία ετέλεσαν εις βάρος της, επικουρικώς δε (σε περίπτωση παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως) ευθύνονται οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτη και έβδομος εξ αυτών προς απόδοση της ωφελείας, που περιήλθε σ' αυτούς, η οποία ανέρχεται ως προς την εναγομένη Ε.

Κ. σε 392.682 γερμανικά μάρκα ή σε 24.934.366 δραχμές. Με βάση δε το ιστορικό αυτό και μετά από τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, εζήτησε, κυρίως λόγω της αδικοπραξίας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 50.000.000 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν:

α) το ποσό των 2.406.959 δολαρίων ΗΠΑ και το ποσό των 540.682 μάρκων Γερμανίας, άλλως το ποσό των 356.785.164 δραχμών, με το νόμιμο τόκο, τα επιμέρους ποσά από την εκάστοτε εκταμίευσή των, β) το ποσό των 7.357.000 δραχμών, νομιμοτόκως, ως ανωτέρω, γ) το ποσό των 39.645.975 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 9-5-1990 και δ) το ποσό των 40.000.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικώς δε (για την περίπτωση παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως από την αδικοπραξία) εζήτησε να υποχρεωθούν οι αυτοί ως άνω εναγόμενοι να της αποδώσουν τα ποσά αυτά, κατά τα οποία ζημιώθηκε και κατά τα οποία αντιστοίχως κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιώτεροι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων είναι και η Ε.

Κ., που κατέστη πλουσιώτερη κατά το ποσό των 392.682 γερμανικών μάρκων ή των 24.934.366 δραχμών. Ζήτησε δε την επιδίκαση του ποσού αυτού με το νόμιμο τόκο από την εκταμίευση της παρανόμου χρηματοδοτήσεως, άλλως δε από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την εκ της αδικοπραξίας κυρία βάση της αγωγής ως προς την ήδη αναιρεσείουσα (και τον Δ.

Τ.), λόγω παραγραφής , ενώ ως προς την επικουρική της βάση έκρινε νόμιμη την αγωγή (λόγω παραγραφής της εκ της αδικοπραξίας αξιώσεως) και διέταξε αποδείξεις ως προς την τελεσθείσα αδικοπραξία και τον επελθόντα δι' αυτής πλουτισμό των ως άνω εναγομένων. Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων εξέδωσε την οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την νόμω βάσιμο κριθείσα επικουρική της βάση και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (και τον τέταρτο εναγόμενο) να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 73.174,95 και 447.371,97 ευρώ αντιστοίχως, με το νόμιμο τόκο από της παρανόμου εκταμιεύσεως εκάστου επί μέρους ποσού.

Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστήριο οι ανωτέρω εναγόμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απερρίφθησαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες με την προσβαλλομένη απόφαση. Την τελευταία αυτή απόφαση πλήττει με την κρινομένη αίτησή της η αναιρεσείουσα- έκτη εναγομένη.

Επειδή, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", ενώ, κατά το άρθρο 938 Α.Κ. "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραγήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της εξ αδικοπραξίας αξιώσεως, υφίσταται αξίωση του τελευταίου από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

Α.Κ. (Α.Π. 275/2011, 112/2006). Ως "περιελθόν" δε, κατά την έννοια του άρθρου 938 του Α.Κ. νοείται ό,τι από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής, περιήλθε στον αδικήσαντα και ό,τι αυτός ωφελήθηκε από την τέλεσή της και όχι ό,τι αυτός ωφελήθηκε, συνεπεία της επελθούσης παραγραφής, η δε περί τούτου (περιελθόντος) αξίωση είναι επικουρική με την έννοια ότι προϋποθέτει αδικοπραξία, ανακύπτει δε αυτομάτως και μπορεί να ασκηθεί εφόσον και μόλις συμπληρωθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 937 Α.Κ.

πενταετία και παραγραφεί η απαίτηση από την αδικοπραξία (Α.Π.1730/2010, 547/2008, 368/2012, 1087112/2006, 1562/2004, 1346/2002). Για το ορισμένο δε της σχετικής αγωγής, πρέπει να ιστορείται στο δικόγραφο αυτής η παράνομη συμπεριφορά και η παραγραφή της εξ αδικοπραξίας αξιώσεως προς αποζημίωση. Αντιθέτως δεν αποτελεί στοιχείο της εν λόγω αγωγής ο ισχυρισμός ότι σώζεται ο πλουτισμός (Ολ.Α.Π. 294/1981, Α.Π. 1316/2011, 791/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010).Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία (ανελέγκτως) εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο (Α.Π. 43/2013, 335/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν αντιστοιχούν προς όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π. 19/2012).

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.

Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ.15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη( Α.Π.536/2011, 669/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Η ενάγουσα... ""Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ""... χορηγεί δια των καταστημάτων της, δάνεια και πιστώσεις προς ενδιαφερόμενους πελάτες, με βάση, είτε γενικούς κανόνες που έχει θεσπίσει η Πολιτεία με νόμους και επέχουσες ισχύ νόμου αποφάσεις, είτε εσωτερικούς κανόνες, που έχει θεσπίσει η ίδια, με εγκυκλίους της Διοίκησης και των αρμόδιων Δ/νσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εξής:

Α) Η με αριθμό 351/11-4-1984 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος..., με την οποία αποφασίσθηκε ότι οι Τράπεζες μπορούν κατά την κρίση τους, να χορηγούν σε μεταποιητικές και μεταλλευτικές επιχειρήσεις βραχυπρόθεσμα δάνεια σε συνάλλαγμα, το δραχμικό προϊόν των οποίων θα χρηματοδοτεί δαπάνες που συνδέονται με την προετοιμασία και την πραγματοποίηση εξαγωγών, είτε από ίδια συναλλαγματικά διαθέσιμα τους, είτε από δανεισμό από το εξωτερικό ειδικά για το σκοπό αυτό και ότι τα δάνεια αυτά θα εξοφλούνται κατά κεφάλαιο και τόκους από το συνάλλαγμα που αντιστοιχεί στην καθαρή αξία FOB της εξαγωγής.

Με την ίδια πράξη ορίστηκε ότι στους δανειοδοτούμενους σε συνάλλαγμα εξαγωγείς θα καταβάλλεται κατά την τμηματική ή ολοσχερή εξόφληση του δανείου από το προϊόν της εξαγωγής, ως εξαγωγική επιδότηση (εξαγωγικό πριμ), διαφορά τόκων 6%, η οποία διαφοροποιούμενη σε ειδικές περιπτώσεις, τελικά επιβαρύνει την Τράπεζα της Ελλάδας.

Η επιστροφή αυτή της διαφοράς τόκων με βάση το εκδιδόμενο πιστοποιητικό της εξαγωγικής δραστηριότητας, είχε ως προϋπόθεση πρωτίστως την πραγματοποίηση της εξαγωγής, η οποία έπρεπε να αποδεικνύεται από τα σχετικά παραστατικά έγγραφα, και την εισαγωγή του συναλλάγματος, η επιστροφή δε αφορούσε την καθαρή αξία FOB της εξαγωγής και Β) Η 153/28-5-1984 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων...με την οποία επιτράπηκε η υπαγωγή στις διατάξεις της άνω ΠΔΤΕ 351/1984) και των εμπορικών επιχειρήσεων που πραγματοποιούν εξαγωγές με τις εξής προϋποθέσεις:

α) ότι θα έχει ανοιχθεί υπέρ της εμπορικής επιχείρησης ενέγγυα πίστωση αναγνωρισμένης Τράπεζας, που θα καλύπτει τη συγκεκριμένη εξαγωγή που προχρηματοδοτείται ή χρηματοδοτείται, β) ότι η χορήγηση του δραχμικού προϊόντος του δανείου θα γίνεται με την έκδοση δίγραμμης επιταγής "εις διαταγήν" της μεταποιητικής ή μεταλλευτικής επιχείρησης που ανέλαβε την προετοιμασία της παραγγελίας ή που διαθέτει τα έτοιμα προϊόντα της στην εμπορική επιχείρηση για εξαγωγή...

Εξάλλου, με την Ε4/10110/ 4-12-1980 Απόφαση του Υπουργού Εμπορίου... ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν εισαχθεί από τον εξαγωγέα η αξία της εισαγωγής σε συνάλλαγμα μέσα σε προθεσμία έξι μηνών, η οποία (προθεσμία) με τη νεότερη απόφαση... έγινε τριών μηνών..., οι Τράπεζες υποχρεούνται να αναγγέλλουν την καθυστέρηση στην Τράπεζα της Ελλάδας.

Η σχετική υποχρέωση είχε γνωστοποιηθεί στους αρμόδιους υπαλλήλους της ενάγουσας με την 37450/23-4-1986 Εγκύκλιό της... Περαιτέρω, εκτός από τους πιο πάνω όρους, οι κάθε είδους πιστοδοτήσεις από την ενάγουσα...διέπονταν από το σύστημα πιστοδοτήσεων που ήταν εγκεκριμένο από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και ήταν υποχρεωτικό για όλους τους υπαλλήλους της.

Με το σύστημα αυτό ορίζεται η διαδικασία έγκρισης πιστοδοτήσεων και τα σχετικά όρια πιστοδοτήσεων του κάθε κλιμακίου. Εγκριτικό όριο είναι το συνολικό ποσό των κάθε είδους πιστοδοτήσεων που δικαιούται να ενεργεί ή να εγκρίνει το κάθε κλιμάκιο προς κάθε επιχείρηση ή Όμιλο επιχειρήσεων, χωρίς έγκριση του αμέσως ανωτέρω κλιμακίου.

Το εγκριτικό όριο του καταστήματος Καλλιθέας της ενάγουσας, κατά τα έτη 1986-1987, ανερχόταν σε 5.000.000 δραχμές. Για οποιαδήποτε πληρωμή ή είσπραξη, εκτός μικροποσών, απαιτούνταν οι υπογραφές δύο εξουσιοδοτημένων με δικαίωμα υπογραφής υπαλλήλων της ενάγουσας Τράπεζας, από τους οποίους ο ένας έπρεπε οπωσδήποτε να έχει δικαίωμα πρώτης υπογραφής, ενώ προϋπόθεση για οποιαδήποτε συναλλαγή της ενάγουσας με οποιαδήποτε εταιρία είναι η προηγούμενη νομιμοποίηση της εταιρίας από τη Διεύθυνση Δικαστικού της Τράπεζας, δηλαδή η ύπαρξη ενυπόγραφου σημειώματος της τελευταίας Δ/νσης ότι η εταιρία έχει νόμιμα συσταθεί και εκπροσωπείται από τα αναφερόμενα στο σημείωμα πρόσωπα.

Επίσης, πριν από κάθε χρηματοδότηση επιχείρησης ήταν αναγκαίος ο έλεγχος της φερεγγυότητας αυτής, με βάση τα οικονομικά στοιχεία της, η κατάρτιση δανειακής σύμβασης, ο αριθμός της οποίας αναγραφόταν στα σχετικά εντάλματα πληρωμής και η παροχή εξασφαλίσεων π.χ. αξιόγραφα ή προσημείωση υποθήκης, ενώ σε περίπτωση προχρηματοδότησης εξαγωγής ήταν αναγκαία και η προσκόμιση της σχετικής παραγγελίας.

Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, από τον Ιούλιο 1986 μέχρι τον Μάρτιο 1987, υπάλληλοι της ενάγουσας ήταν οι αρχικά εναγόμενοι Δ. Λ. και Π. Μ., οι οποίοι υπηρετούσαν στο κατάστημα της στην Καλλιθέα, με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του τμήματος εξαγωγών ο πρώτος και του Διευθυντή ο δεύτερος. Οι υπάλληλοι αυτοί με αλληλουχία παράνομων και υπαίτιων πράξεων, ενεργώντας κατά παράβαση των όρων των πιο πάνω πράξεων και του συστήματος χρηματοδοτήσεων της ενάγουσας, προέβησαν με διάφορες απατηλές μεθοδεύσεις στις αναφερόμενες ειδικότερα κατωτέρω σημαντικού ύψους χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων στα πλαίσια εξαγωγών, μεταξύ των οποίων ...

και η ατομική επιχείρηση "ΕΡΓΑΝΗ", που ανήκε στην εναγομένη Ε. Κ., εμφανίζοντας τις χρηματοδοτήσεις αυτές ως δάνεια σε συνάλλαγμα, προϊόν εξαγωγής ή εξαγωγικές επιδοτήσεις, χωρίς εγκρίσεις των ανώτερων κλιμακίων, χωρίς αντίστοιχες συμβάσεις δανείων και χωρίς εχέγγυα επιστροφής, προκαλώντας έτσι ζημία στην ενάγουσα, αντίστοιχη των χρηματοδοτήσεων, αφαιρουμένων των ποσών που επιστράφηκαν κατά καιρούς για να δικαιολογηθούν νέες παράνομες εκταμιεύσεις.

Όταν δε παρήλθαν οι αντίστοιχες νόμιμες προθεσμίες εισαγωγής και επιστροφής στην ενάγουσα του αντίστοιχου συναλλάγματος, με απατηλές μεθοδεύσεις, απέκρυψαν από τα ανώτερα κλιμάκια τη δημιουργηθείσα σε βάρος της ενάγουσας Τράπεζας κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην ληφθούν έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα για τον περιορισμό της ζημίας.

Την απόφαση για την τέλεση των πιο πάνω πράξεων προκάλεσαν στους υπαλλήλους της ενάγουσας οι νόμιμοι εκπρόσωποι των πιο πάνω επιχειρήσεων που χρηματοδοτήθηκαν παράνομα, οι οποίοι, τελώντας σε γνώση των προνομίων που παρείχαν τα δάνεια σε συνάλλαγμα σε σχέση με τα κοινά δάνεια, αφού αυτά χορηγούνταν σε σύντομο χρονικό διάστημα και συνοδεύονταν από εξαγωγικές επιδοτήσεις, προκειμένου να επωφεληθούν των ευεργετημάτων αυτών και να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, γνωρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις τους δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση τους, ήρθαν σε επαφή με τους άνω υπαλλήλους μέσω των οποίων πέτυχαν τη χρηματοδότηση τους, με άγνωστα ανταλλάγματα.

Οι τελευταίοι δε παρείχαν και συνδρομή στους άνω υπαλλήλους της ενάγουσας, κατά την τέλεση των άνω πράξεων, φροντίζοντας για τη διεκπεραίωση και είσπραξη των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής. Από τις πιο πάνω επιχειρήσεις...εκδόθηκαν και εκταμιεύθηκαν από το κατάστημα της ενάγουσας στην Καλλιθέα, τα ακόλουθα εντάλματα:

Α. Στην εταιρία.... Β) Στην εταιρία... Περαιτέρω, στις 31-7-1986 και 2-9-1986 καταβλήθηκε στην εναγομένη Ε. Κ. (αναιρεσείουσα), η οποία διατηρούσε την ατομική επιχείρηση - βιοτεχνία εσωρούχων στην Καλλιθέα..., με τον τίτλο "ΕΡΓΑΝΗ", το δραχμικό ισόποσο των 117.850 μάρκων Γερμανίας και των 307.692 μάρκων Γερμανίας, ήτοι 7.462.262 δραχμών και 19.892.280 δραχμών, αντίστοιχα, ως δάνεια σε συνάλλαγμα.

Για τη δεύτερη πίστωση επιστράφηκε στην ενάγουσα το δραχμικό ισόποσο των 32.680 γερμανικών μάρκων, ήτοι 2.057.351 δραχμών...και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο από την πίστωση αυτή, ισούμενο με το δραχμικό υπόλοιπο των 274.832 γερμανικών μάρκων, ήτοι 17.472.104 δραχμών. Για τις χρηματοδοτήσεις αυτές ακολουθήθηκε η ίδια μεθοδολογία από τους προαναφερθέντες υπαλλήλους της ενάγουσας Τράπεζας όπως και παραπάνω, ήτοι έγινε παράνομη χρηματοδότηση χωρίς να προηγηθεί έγκριση του ανώτερου κλιμακίου, χωρίς την κατάρτιση δανειακής σύμβασης και την προσκόμιση ενέγγυας πίστωσης, παρά μόνο με τη χρήση αόριστων τηλεγραφημάτων ή τέλεξ περί παραγγελιών.

Από τις πιο πάνω χρηματοδοτήσεις προκλήθηκε ζημία στην ενάγουσα, ισούμενη προς το δραχμικό ισόποσο των 392.682 γερμανικών μάρκων, ήτοι 24.934.366 δραχμών και ήδη 73.174,95 ευρώ, και αναλυτικά, ζημία α) δραχμικού ισόποσου 117.850 γερμανικών μάρκων, ήτοι 7.452.262 δραχμών, από την πρώτη χρηματοδότηση, της 31-7-1986 και β) δραχμικού ισόποσου 274.832 γερμανικών μάρκων, ήτοι 17.472.104 δραχμών από τη χρηματοδότηση της 2-9-1986, ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκε η εναγομένη Ε.

Κ.. Την απόφαση για την τέλεση της πιο πάνω πράξης προκάλεσε στους άνω υπαλλήλους της ενάγουσας με άγνωστα ανταλλάγματα η άνω εναγομένη, η οποία και ωφελήθηκε από τις πιο πάνω χρηματοδοτήσεις, αφού η ίδια εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε τα πιο πάνω ποσά. Τα ποσά μάλιστα αυτά χρησιμοποίησε για την αποπεράτωση οικοδομής.

Οι ως άνω παράνομες χρηματοδοτήσεις και η προκληθείσα από αυτές ζημία της ενάγουσας, διαπιστώθηκαν κατά τον έκτακτο έλεγχο που διενεργήθηκε στο κατάστημά της, στην Καλλιθέα, τον Απρίλιο του έτους 1987. Για τις προαναφερθείσες παράνομες και υπαίτιες πράξεις, η ενάγουσα υπέβαλε την από 16-10-1987... μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, κατόπιν της οποίας (μετά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης), εκδόθηκε το με αριθμό 2627/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν μεταξύ άλλων, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, οι άνω υπάλληλοι της ενάγουσας Δ.

Λ. και Π. Μ. για την πράξη της απάτης σε βάρος της ενάγουσας, τελεσθείσας υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι και οι εναγόμενοι Δ. Τ. και Ε. Κ. για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή ... Με τη με αριθμό 1322/1996 απόφαση του άνω Δικαστηρίου καταδικάστηκαν οι προαναφερθέντες υπάλληλοι της ενάγουσας για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και η εναγομένη Ε.

Κ. για ηθική αυτουργία στην απάτη αυτών... Στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης από τους άνω καταδικασθέντες, με την 1198/1996 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών έπαυσε η σε βάρος τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού η αξιόποινη πράξη που τους αποδόθηκε μετά τη δημοσίευση του ν. 2408/1986 έγινε πλημμέλημα....

Περαιτέρω, η εναγομένη Ε. Κ. ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι ουδέποτε διαπραγματεύθηκε η ίδια για τις εν λόγω χρηματοδοτήσεις και ότι ουδέποτε εισήλθαν στην επιχείρησή της τα άνω ποσά, επιπλέον δε ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα, με αριθμούς. 18120/31-7-1986 και 18133/2-9-1986 εντάλματα, τα οποία έχουν εκδοθεί από τους προαναφερθέντες υπαλλήλους της για τα άνω ποσά των χρηματοδοτήσεων προς την επιχείρησή της, δεν φέρουν την υπογραφή της.

Μετά την αμφισβήτηση αυτή υποχρεώθηκε η ενάγουσα με τη με αριθμό 5009/1999 προδικαστική απόφαση να αποδείξει, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν, τόσο την αδικοπραξία της εν λόγω εναγομένης, όσο και τον πλουτισμό αυτής και επιπλέον ότι τα αναφερόμενα εντάλματα φέρουν την υπογραφή της. Αναφορικά με το τελευταίο αυτό στοιχείο (υπογραφή των ενταλμάτων), η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό βάρος απόδειξης...

Με βάση τα προαναφερθέντα, δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα της υπογραφής της εναγομένης στα πιο πάνω εντάλματα, αιτία για την οποία τα τελευταία δεν λαμβάνονται υπόψη... Ωστόσο, η εκταμίευση των ποσών των ενταλμάτων για λογαριασμό της ατομικής επιχείρησης "ΕΡΓΑΝΗ" της εναγομένης και η περιέλευση αυτών στην τελευταία αποδείχθηκαν πλήρως από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα...

Από τα στοιχεία αυτά αποδείχθηκε ότι η εναγομένη Ε. Κ. είχε συναλλαγές με το κατάστημα της Καλλιθέας της ενάγουσας, με το οποίο είχε καταρτίσει τη με αριθμό .../17-4-1986 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 5.200.000 δραχμών. Στο κατάστημα αυτό μετέβαινε τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγος της Β.

Κ., για την εξυπηρέτησή της, ο οποίος κατά τον ένδικο χρόνο ήταν συνταξιούχος και τη βοηθούσε στη βιοτεχνία. Ο τελευταίος μάλιστα διατηρούσε από παλιά φιλικές σχέσεις με τον προϊστάμενο του καταστήματος Καλλιθέας της ενάγουσας Π. Μ., ο οποίος και είχε επισκεφθεί τη βιοτεχνία της εναγομένης μαζί με το Δ.

Λ.... Οι ως άνω χρηματοδοτήσεις προς την επιχείρησή της διαπιστώθηκαν κατά τον έκτακτο έλεγχο που διενεργήθηκε από τον επιθεωρητή της ενάγουσας Χ. Π., μετά τον οποίο συντάχθηκε το από 17-7-1987 ειδικό σημείωμα. Επιπλέον, για τη δεύτερη από τις πιο πάνω χρηματοδότηση επιστράφηκε από την εναγομένη το δραχμικό ισόποσο 32.860 μάρκων με επιταγή...., καταβολή στην οποία δεν θα προέβαινε εάν δεν είχε λάβει οποιαδήποτε χρηματοδότηση από την ενάγουσα, ενώ η ίδια κατά την απολογία της στην ποινική δίκη, σε αντίθεση με όσα ήδη ισχυρίζεται, κατέθεσε επί λέξει ότι "(ο σύζυγος μου) μου είπε ότι του είπε ο κ.

Μ. ότι μπορούμε να πάρουμε δάνειο σε συνάλλαγμα και ότι (το δάνειο αυτό) δεν είναι χρονοβόρο και είναι χαμηλότοκο ... Μου είπε ακόμη ότι του είπε ο κ. Μ. να πάω στην Τράπεζα. Πήγα και αν όχι την άλλη ημέρα, την επόμενη είχε περάσει στο λογαριασμό μου δάνειο σε συνάλλαγμα. Πήραμε δραχμές. Από τις εξαγωγές που θα πήγαιναν θα μας τα κράταγαν λίγα - λίγα.

Έτσι θα το επιστρέφαμε". Εξάλλου, η ίδια με την πιο πάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων καταδικάστηκε για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη των υπαλλήλων της Τράπεζας, που συντελέστηκε με την εκταμίευση των άνω ποσών. Περαιτέρω, με την άνω 5009/1999 προδικαστική απόφαση με οριστική διάταξη κρίθηκε ότι η αξίωση της ενάγουσας για την αποκατάσταση της ζημίας της από την αδικοπραξία των άνω εναγομένων έχει παραγραφεί, αιτία για την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς τους άνω εναγόμενους.

Έτσι, με βάση τα άνω περιστατικά που αποδείχθηκαν και μετά την παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας να απαιτήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ένεκα της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων Δ. Τ. και Ε. Κ., οι τελευταίοι υποχρεούνται ως αδικοπραγήσαντες να αποδώσουν στην ενάγουσα την ωφέλεια, που αποκόμισαν από την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας (ηθικής αυτουργίας σε απάτη) σε βάρος της ενάγουσας.

Η εν λόγω ωφέλεια... ανέρχεται... όσον αφορά την έκτη εναγομένη στο ποσό των 73.174,95 ευρώ. Τα ποσά δε αυτά οφείλουν στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κάθε εκταμίευσης, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού από την τέλεση της ένδικης αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία στην ενάγουσα, αλλά συγχρόνως και η άνω ωφέλεια στην περιουσία των εναγομένων αυτών.

Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε όμοια αναφορικά με την αδικοπραξία, τις συνθήκες τέλεσης της και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων, αν και με ελλιπή και εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα..., ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι ...

και Ε. Κ. με τον τρίτο λόγο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επιδικάζοντας καταψηφιστικά τα άνω ποσά στην ενάγουσα, δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, αφού ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό ... δεν αφορούσε την επικουρική βάση της αγωγής, γι' αυτό ο τέταρτος λόγος έφεσης της εναγομένης Ε.

Κ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ....".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και την συνακόλουθη κρίση του περί της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητος της ενδίκου αγωγής κατά την επικουρική της βάση, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 938, 904, 911 και 346 Α.Κ., δεν εστέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση, ως εκ του προπαραταθέντος περιεχομένου της συνάγεται, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσειούσης (ηθική αυτουργία σε απάτη εις βάρος της αναιρεσιβλήτου) και την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση της τελευταίας προς απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε η αναιρεσείουσα, συνεπεία της αδικοπραξίας, λόγω παραγραφής της εξ αυτής κυρίας αξιώσεώς της προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.

Επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος έως και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους γίνεται επανειλημμένη επίκληση των υπ' αριθμ. 1, 8, 9, 12, 14 και 19 διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ' εκτίμηση όμως του νοηματικού των περιεχομένου, προβάλλονται αναιρετικές αιτιάσεις εκ της πρώτης και τελευταίας (1 και 19) των διατάξεων αυτών τυγχάνουν αβάσιμοι.

Ειδικότερα με του λόγους αυτούς, η αναιρεσείουσα μέμφεται επαλλήλως την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν θεμελιώνουν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ιδίας ούτε αδικαιολόγητο πλουτισμού αυτής κατ' άμεση προς αυτήν περιουσιακή μετακίνηση και ωφέλειά της.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ελέγχονται αβάσιμες.

Περαιτέρω, τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, ως αποδεδειγμένα από το Εφετείο, και δικαιολογούν την εφαρμογή των προναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, περιέχονται, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, και στο δικόγραφο της ενδίκου αγωγής , η οποία έτσι είναι πλήρως ορισμένη και κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση, αφού περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της στοιχεία και δη τα αναγόμενα στην αδικοπραξία της αναιρεσιούσης (παράνομη ενέργεια και υπαιτιότητα αυτής, ζημία της αναιρεσιβλήτου και αιτιώδη μεταξύ των σύνδεσμο) και στον πλουτισμό της ιδίας, με τον προσδιορισμό της ωφελείας της, αλλά και στην παραγραφή της εκ αδικοπραξίας αξιώσεως, η οποία προκύπτει σαφώς από τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο τελέσεως αυτής (αδικοπραξίας) που ανάγεται στο χρονικό διάστημα από του μηνός Ιουλίου 1986 έως Μαρτίου 1987.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσειούσης, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή τυγχάνει αόριστη κατά την γενομένη δεκτή επικουρική της βάση, διότι δεν περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της στοιχεία και κυρίως μνεία περί παραγραφής της εκ της αδικοπραξίας κυρίας αξιώσεως της εναγούσης-αναιρεσιβλήτου και ότι το Εφετείο, που την έκρινε νόμιμη, συμπληρώνοντας και την συναφή αιτιολογία της πρωτοδίκου αποφάσεως που έκρινε ομοίως, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

τυγχάνουν αβάσιμες. Κατά συνέπειαν ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον κυρίως προβάλλονται οι ως άνω αιτιάσεις, όσο και οι λοιποί ( 2ο έως 7ος) λόγοι στους οποίους εμπεριέχονται επαλλήλως οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις τυγχάνουν (κατά το αντίστοιχο μέρος των) αβάσιμοι.

Τέλος, με τον όγδοο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσεκόμισε ενώπιόν του νομίμως η αναιρεσείουσα και δη την .../27-5-1985 άδεια οικοδομής επ' ονόματι του συζύγου της, την 72/13-7-1993 αναθεώρηση της αυτής αδείας και γ) την υπ' αριθμ. .../25-8-1967 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευαγγέλου Πολυμενέα, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1972 κατάργηση όρου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σπυρίδωνος Παπαδοπούλου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ των και με τις λοιπές αποδείξεις, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσης ποινικής σχετικής δικογραφίας, σε συνδυασμό δε και με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδιαιτέρως τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν την ωφέλεια της αναιρεσειούσης εκ της τελεσθείσης αδικοπραξίας, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι τα αναφερόμενα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2013 αίτηση της Ε. χήρας Β. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. της υπ' αριθμ.6078/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 29ην Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 25ην Αυγούστου 2014

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ