Legislator Case Law & Legislation
1712/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis, ruling substantive rejection of public order claim is valid.

Case Number 1712/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the appellant's claim of violating public order rules. The appellant argued that the arbitration award was contrary to Articles 197 and 198 of the Civil Code regarding damages for reliance interests, while the lower court found the claim legally unfounded. The court held that the appellate court correctly rejected the argument because the disputed provisions do not constitute mandatory rules of public interest, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 897(6) of the Code of Civil Procedure; The appeal on lack of legal basis is inadmissible when the court of first instance substantively rejects the claim as legally unfounded rather than due to drafting defects, provided the lower court did not misapply mandatory public interest rules.

Keywords

AI generated
appeal on lack of legal basis public order rules mandatory civil code provisions reliance interest damages substantive rejection validity

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 197 and 198 of the Civil Code
Article 897(6) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1712 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1712/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ ΑΕ", η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Στέλιο Σταματόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALFA ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ADS ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/8/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, για την ακύρωση της 24/2006 διαιτητικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 1107/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/6/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 9/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η θεμελίωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου και ελλείψεως (ατέλειες) στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, ως εκ τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τον διαλαμβανόμενο στην από 1-8-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας λόγο, κατά τον οποίο η 24/2006 διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τις δημόσιας τάξεως διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ και εντεύθεν ακυρωτέα, το Εφετείο τον απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, κρίναν ότι το περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως, όπως αυτό με το αιτιολογικό και το διατακτικό παρατίθεται στην αγωγή, δεν είναι αντίθετο προς κανόνα δημόσιας τάξεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, καταλογίζεται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτεθείσα απορριπτική κρίση του Εφετείου, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Το άρθρο 897 Κ.Πολ.Δ ορίζει ότι "η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση για τους επόμενους λόγους: 1)...2)...3)....4)....5) ....6) αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη....". Η θεμελίωση αυτού του ακυρωτικού λόγου προϋποθέτει ότι η αντίθεση προκύπτει ευθέως από ολόκληρο το περιεχόμενο της διαιτητικής αποφάσεως, ήτοι όχι μόνο το διατακτικό αλλά και από το αιτιολογικό της.

Περαιτέρω, ως διατάξεις δημόσιας τάξεως, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 3 ΑΚ) που έχουν τεθεί προς εξυπηρέτηση - όχι του ιδιωτικού αλλά - του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή οι κανόνες οι απορρέοντες από τις κρατούσες ηθικές αντιλήψεις, επί των οποίων ευρίσκει έρεισμα η πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή των μελών της κοινωνίας.

Η παραβίαση, αρά, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Είναι προφανές ότι οι διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, περί της εκ των διαπραγματεύσεων ευθύνης προς αποζημίωση, δεν περιέχουν κανόνα αναγκαστικού δικαίου απαγορεύοντα την, κατόπιν συμφωνίας των μερών, ρύθμιση της εν λόγω ευθύνης, άρα και της σχετικής αποζημιώσεως βάσει των γενικών περί συμβατικής ευθύνης κανόνων.

Σε κάθε περίπτωση οι διατάξεις αυτές δεν έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο (δηλ το γενικότερο) συμφέρον, αλλά μόνο το (ιδιωτικό) συμφέρον προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη το ένα μέρος από την κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδειχθείσα υπαίτια αντισυναλλακτική συμπεριφορά του άλλου μέρους.

Κατά συνέπεια, η διαιτητική απόφαση δεν υπόκειται σε δικαστική ακύρωση αν το διαιτητικό δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων ή σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής αυτών των διατάξεων.

Εν προκειμένω, στην από 1-8-2006 ακυρωτική αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της 24/2006 διαιτητικής αποφάσεως, οι οποίες, συνοπτικώς, είναι οι εξής: Οι μεταξύ των διαδίκων (και της ανώνυμης εταιρίας "ΕΡΤ ΑΕ") διαπραγματεύσεις, αντικείμενο των οποίων ήταν η σύσταση νέας εταιρίας συνδρομητικής τηλεοράσεως, άρχισαν στις 7-3-2000 με την ταυτόχρονη υπογραφή σχετικού "μνημονίου" και διήρκησαν αρχικώς μεν έως τις 20-9-2000, όταν η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία "ΟΤΕ ΑΕ" προέβη στη δια του τύπου ανακοίνωση της από 19-9-2000 αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου περί διακοπής των διαπραγματεύσεων για τους αναφερόμενους στη απόφαση αυτή λόγους, εν συνεχεία δε έως τις 13-11-2000, όταν, κατόπιν της από 7-11-2000 επιστολής του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας "ΕΡΤ ΑΕ", ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας απέστειλε στον πρώτο και κοινοποίησε στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "ALPHA ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΑΕ" την ταυτόχρονη (13-11-2000) επιστολή, με την οποία κατά τρόπο κατηγορηματικό γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι διέκοψε τις διαπραγματεύσεις, για λόγους όμως διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της άνω περιόδου (7-3-2000 έως 13-11-2000) η αναιρεσίβλητη, με την εύλογη πεποίθηση ότι συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις και ότι καταβάλλεται από όλα τα μέρη προσπάθεια για την επίτευξη του αναγραφόμενου στο "μνημόνιο" στόχου και με σκοπό τη διασφάλιση της ετοιμότητάς της προς διάθεση του αναγκαίου τηλεοπτικού "περιεχομένου" για την κατά το Φθινόπωρο του έτους 2000 εκπομπή τηλεοπτικών προγραμμάτων από την κοινή συνδρομητική τηλεόραση, υπεβλήθη σε δαπάνες, τις οποίες, έχουσες τον χαρακτήρα διαφέροντος εμπιστοσύνης, υποχρεούται να αποκαταστήσει η αναιρεσείουσα, διότι αυτή, με βάση τα αναφερόμενα στη διαιτητική απόφαση περιστατικά, δεν τήρησε την επιβαλλόμενη κατά τις διαπραγματεύσεις καλόπιστη συμπεριφορά.

Ακολούθως το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι οι δαπάνες αυτές, αφορώσες σε αντάλλαγμα για την απόκτηση δικαιωμάτων μεταδόσεως και αναμεταδόσεως στην Ελλάδα αθλητικών προγραμμάτων, σε προκαταβολή μισθώματος για τη μίσθωση δορυφορικού αναμεταδότη και σε αμοιβή της εταιρίας "ALPHA Δορυφορική Τηλεόραση ΑΕ" για παρασχεθείσες υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη και τελούσες σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την υπαίτια αντισυναλλακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, είναι αποκαταστατέες κατά το συνολικό ποσό των 12.944.073 ευρώ, το οποίο και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη.

Με τον δεύτερο λόγο της ίδιας (ακυρωτικής) αγωγής της, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ορισμένους όρους του ειρημένου "μνημονίου", ισχυρίζεται ότι οι επιδικασθείσες ως άνω δαπάνες, εμπίπτουσες στην έννοια του θετικού και όχι του αρνητικού διαφέροντος (ή διαφέροντος εμπιστοσύνης), δεν συνιστούν αποκαταστέα ζημία κατά τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ και ότι, κατά συνέπεια, η διαιτητική απόφαση είναι ακυρωτέα ως αντίθετη προς τις εν λόγω δημόσιας τάξεως διατάξεις.

Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτόν ως νόμω αβάσιμο, κρίναν ότι από τις παραδοχές και το διατακτικό της διαιτητικής αποφάσεως, που παρατίθενται στην αγωγή, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς κανόνα δημόσιας τάξεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, οι διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ δεν περιέχουν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ιδίως σε σχέση με το είδος και την έκταση της αποκαταστατέας ζημίας, σε κάθε δε περίπτωση δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το γενικότερο (δηλ το δημόσιο) συμφέρον, και ως εκ τούτου η προς αυτές αντίθεση της διαιτητικής αποφάσεως δεν δικαιολογεί την ακύρωσή της.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 5-6-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "ΟΤΕ Α.Ε." περί αναιρέσεως της 1107/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 13 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ