Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding vague pleadings and inadmissible appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Apollonia Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The State argued the lower court erred by accepting unproven facts and failing to address vague pleadings, but the Court found these arguments procedurally inadmissible. The Court ruled that vague pleadings must be raised formally at the appellate stage and that the lower court's findings were based on sworn testimonies and documents, not unproven assertions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(10), 559(14), 527, 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague pleadings is inadmissible unless raised formally at the appellate stage, and an appeal claiming acceptance of unproven facts fails if the lower court relied on sworn evidence and documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1711 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1711/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου:1)..., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ..., δυνάμει του άρθρου 1 του Νόμου 3852/2010 νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρυσόστομο Χήτο - Κιάμο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 266/2010 του Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ’ αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής (ποσοτική και ποιοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως έκρινε αυτή αόριστη επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (Ολ.Α.Π.1573/1981).
Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να έχει προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο και να επαναφέρεται στο δευτεροβάθμιο από τον εναγόμενο εκκαλούντα, η εναντίον του οποίου αγωγή του αντιδίκου του έγινε δεκτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ., με ειδικό λόγο έφεσης ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων (σε όσες περιπτώσεις οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται μόνο με αυτοτελές δικόγραφο προσθέτων) και όχι με τις προτάσεις του, που κατατίθενται κατά τη συζήτηση της έφεσης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., εκτός των αναφερόμενων σ’ αυτήν εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να είχε προταθεί στο εφετείο νόμιμα και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του.
Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ’ αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (Oλ.Α.Π.2/2001, Ολ.Α.Π.12/2000, Ολ.Α.Π.43/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της, παρά το ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη από το εναγόμενο-εκκαλούν με τις προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα από το αναιρεσείον στο λόγο αυτόν, την περί αοριστίας της εναντίον του αγωγής του αναιρεσίβλητου ένστασή του, την προέβαλε το πρώτο στο Εφετείο με τις από 21-9-2010 προτάσεις του κατά τη συζήτηση της έφεσής του και όχι με ειδικό ή πρόσθετο λόγο έφεσης.- Με το άρθρο 13 παρ. 2 του υπ’ αριθμ. 2648/20/5/1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το Κράτος με το ν.1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν δικαιώματα χρήσεως μέχρι να προνοήσει για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών ειδικός νόμος.
Ακολούθως, με το άρθρο 1 εδ. α’ του ν.2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98 κλπ του παραπάνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων, των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.
Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 1051/1917, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.2074/1920 είναι εφαρμοστέο επί των προαναφερόμενων εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία Κοινότητα, καθίσταται περιουσία της Κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από το συνοικισμό αυτό, Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από την ισχύ του ν.2074/1920, οι Κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις ως άνω Κοινότητες, έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα, και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του τουρκικού Δημοσίου.
Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση, γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ’ αυτές της ελληνικής αστικής νομοθεσίας, κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 του ν.147/1914.
Από τις διατάξεις δε αυτές και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του οθωμανικού νόμου, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες - "μετρουκέ"), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών (εραζί εμιριγέ), διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο οθωμανικό δημόσιο (κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο σε ιδιώτες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις αφιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούντο, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανίων), είτε και απλώς κατ’ ανοχή του τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων μάλιστα είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του νόμου περί γαιών.
Ενόψει δε αυτού του χαρακτήρα των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών και του εντεύθεν ανενεργού οποιουδήποτε δικαιώματος εξουσιάσεως επ’ αυτών του οθωμανικού δημοσίου, πλέον έντονη είναι η διάκριση της κατηγορίας των γαιών αυτών, από εκείνη των δημοσίων-κρατικών γαιών, η οποία, χωρίς να θεσμοθετείται ειδικώς στο νόμο περί γαιών, αναγνωριζόταν και αποτελούσε τις γαίες που ανήκουν στην άμεση διοίκηση του οθωμανικού κράτους ως δημόσια ιδιοκτησία με τη σύγχρονη έννοια της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου.
Η αυτή διάκριση, επομένως, επιβάλλεται μεταξύ των γαιών που αφέθηκαν στην κοινή χρήση και εκείνων των γαιών, κυρίως της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που αποτελούσαν τα δημόσια οθωμανικά κτήματα της κατηγορίας "ιμλιάκια", δηλαδή εκείνα που προηγουμένως ονομάζονταν μεν γαίες του αυτοκρατορικού στέμματος, μεταγενέστερα δε αποτέλεσαν δημόσια ιδιοκτησία ως προς τα οποία, εφόσον διατελούσαν υπό τη συνεχή και άμεση επιτήρηση του οθωμανικού δημοσίου, δε θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του ν.2074/1920, η οποία αναφέρεται αποκλειστικά στις γαίες που χαρακτηρίζονται ως αφιερωμένες στην κοινή χρήση, κατά τις διατάξεις του νόμου περί γαιών.
Τέλος από το πνεύμα αλλά και από τη ρητή γραμματική διατύπωση των διατάξεων του νόμου περί γαιών, που προαναφέρθηκαν, οι οποίες ως προς το χαρακτηρισμό των γαιών, ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "έκπαλαι" ή "ανέκαθεν" (τον δεύτερο χρησιμοποιεί και το άρθρο 1 του ν. 2074/1920 για να υποδηλώσει τις γαίες αυτές), προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες, οι οποίες από αμνημόνευτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσότερων χωρίων ή κωμοπόλεων, με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του β.ρ.δ.
σε τρόπο ώστε η κοινή αυτή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσιάσεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία όχι μόνο παραπέμπει ρητώς για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών, αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 1/1999, 861/1984). Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ’ αυτό αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού δ/τος του ..., πρώην κοινότητος ...
Νομού Θεσπρωτίας, και στην τοποθεσία "..." βρίσκεται έκταση συνολικού εμβαδού 895.928 τετρ. μέτρων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από Ιούλιο 2004 συνημμένο και αποτελούν ένα σώμα με την αγωγή, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Θ. Η ανωτέρω, ήδη επίδικη έκταση, συνορεύει βόρεια με υπόλοιπο του με αριθ. ...
αγροκτήματος συμπληρωματικής διανομής 1957-58 του ενάγοντος ήδη εφεσιβλήτου .... Νότια με υπόλοιπο του με τον ίδιο ως άνω αριθμό τεμαχίου συμπληρωματικής διανομής έτους 1960, καθώς και με τεμάχια με τους αριθμ. .... Ανατολικά με υπόλοιπο τεμαχίου ... διανομής του 1960, υπόλοιπο τεμαχίου ... συμπληρωματικής διανομής έτους 1974 και με τα με αριθμ...
τεμάχια διανομών αγροκτήματος .... Δυτικά με τεμάχια διανομής των ετών 1957-58 με αρ. ..., υπόλοιπο τεμαχίων με αριθμ. ... και υπόλοιπο τεμαχίου .... Η συνολική ως άνω έκταση, υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους ανήκε στην κατά τα αναφερόμενα στις μείζονες της παρούσας νομικές σκέψεις κατηγορία των εγκαταλειμμένων και αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών, αφού από το ίδιο (Οθωμανικό κράτος), πριν το 1913 που απελευθερώθηκε η Ήπειρος και από αμνημονεύτου πριν από το έτος αυτό χρόνου, είχε αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων του συνοικισμού ..., ήδη το έτος 1919 κοινότητος ...
και από της ισχύος του ν. 2539/1997 ενσωματωθείσα στον ενάγοντα Δήμο, από την κατά τα άνω δε εγκατάλειψή της στην κοινή χρήση, εξουσιάζονταν συλλογικά από την ολότητα αυτών (κατοίκων), οι οποίοι ανέκαθεν τη χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή των ζώων τους και εξακολουθούν μέχρις την άσκηση της αγωγής. Το παραπάνω γεγονός, καθώς και το ότι πολλοί από τους κατοίκους της περιοχής κατέβαλαν στην κοινότητα δικαιώματα από τη βοσκή των ζώων τους, κατέθεσαν με σαφήνεια οι εξεταζόμενοι με την επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρες ως γνωρίζοντες αυτά, τόσο από δική τους αντίληψη, όσο και από διηγήσεις προκατόχων τους και ήδη αποβιωσάντων προσώπων.
Οι σχετικές καταθέσεις τους άλλωστε, δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου - εκκαλούντος, ο οποίος, χωρίς να τις αρνείται, αποδέχτηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν βοσκήσιμη και εξακολουθεί να βόσκεται μέχρι σήμερα και ότι αυτή καταχωρήθηκε ως δημόσια δασική έκταση με βάση τις αεροφωτογραφίες που λήφθηκαν από το έτος 1945 και εντεύθεν.
Τα παραπάνω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την επί της επίδικης έκτασης εφαρμογή του ως άνω 2074/1920 νόμου, η οποία δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι το εναγόμενο το έτος 2005 δια των αρμοδίων οργάνων του, ήτοι της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας, την χαρακτήρισε δασική, συνακόλουθα δικαιολογούν και το δικαίωμα του ενάγοντος προς έγερση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο Δήμος ... Νομού Θεσπρωτίας, τον οποίο διαδέχθηκε ως οιονεί καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 1 ν.3852/2010, ο αναιρεσίβλητος Δήμος, κατέστη κύριος της επίδικης εκτάσεως, δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, δεδομένου ότι αποτελούσε κατά την εποχή της τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση βοσκήσιμη έκταση, η οποία είχε αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων του από αμνημόνευτου χρόνου, οι δε κάτοικοί του ανέκαθεν τη χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή των ζώων τους, και, κατόπιν τούτου, δέχθηκε κατ’ ουσία την αγωγή και απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.4, 5 παρ.2, 24, 99 101 και 105 του οθωμανικού νόμου "περί γαιών", 2 του ν. 147/1914, 1 του ν. 2074/1920 και 3, 10-17 και 22 του ν. 248/1976, όπως ήδη ισχύουν και 14 του ν. 998/1979, ούτε τις λοιπές διατάξεις, που επικαλείται (άρθρ. 1 του β.δ. 12-12-1833, 1, 2 και 3 του β.δ.
της 17/29-11-1836, 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, 1 παρ. 3 και 58 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969 και 3 του ν. 998/1979) και αφορούν τα δάση, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, αφού δέχθηκε το χαρακτηρισμό του επίδικου ακινήτου ως βοσκότοπου, που από αμνημόνευτο χρόνο, κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους είχε αφεθεί στην κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων της περιοχής του συνοικισμού ...
Νομού Θεσπρωτίας, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η παραχώρησή του σε αυτήν, βάση του νόμου 2074/1920, όταν μετέπειτα, το έτος 1919, απετέλεσε την τέως ομώνυμη Κοινότητα, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα ανωτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή και σαφής μνεία ότι το επίδικο ακίνητο είχε ανέκαθεν αφεθεί από το κυρίαρχο Οθωμανικό Κράτος στην κοινή χρήση των κατοίκων του τότε συνοικισμού ..., οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για τη βόσκηση των ζώων τους και εξακολουθούν να τα βόσκουν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Τα περιστατικά αυτά δικαιολογούν την επί του επιδίκου εφαρμογή του ν. 2074/1920 και την παραχώρησή του στη μετέπειτα οργανωθείσα Κοινότητα ..., η οποία, μετά την ισχύ του ν.2539/1997, συγχωνεύθηκε στον ενάγοντα Δήμο ..., οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Ηγουμενίτσας. Ως εκ τούτου, η αιτιώμενη παράλειψη του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει τη συνδρομή κρίσιμων προς τούτο περιστατικών, ήτοι της υπάρξεως του συνοικισμού ...
και της εγκαταλείψεως του επιδίκου στην κοινή χρήση των κατοίκων του από το τουρκικό Δημόσιο, κατά την έναρξη της ισχύος του οθωμανικού νόμου περί γαιών, δεν στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, καθόσον εντοπίζεται στην αιτιολόγηση σαφούς πορίσματος. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος, τέταρτος, λόγος της αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο προβάλλονται αποσπασματικώς αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, καθόσον, στις αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνεται η έλλειψη νόμιμης βάσης και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο παραπάνω λόγος είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ μέρος του, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των αναφερόμενων εγγράφων από τα οποία προέκυπτε ότι το επίδικο ακίνητο είχε ανέκαθεν και εξακολουθεί να έχει το χαρακτήρα δασικής (χορτολιβαδικής) έκτασης, ότι αυτό περιήλθε στο Δημόσιο κατά πλήρη κυριότητα ως διάδοχο του τουρκικού Δημοσίου, ότι ουδέποτε είχε αφεθεί στην κοινή χρήση και ότι αυτό το διαχειριζόταν πάντοτε το Δημόσιο ως δημόσια δασική έκταση και ενεργούσε επ’ αυτής από το έτος 1913 συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής όλες τις αρμόζουσες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου χωρίς αμφισβήτηση, αποκτώντας έτσι την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση με την εκτίμηση των επικαλούμενων εγγράφων, κρίνοντας ότι αυτά δεν περιέχουν στοιχεία που οδηγούν σε αντίθετο πόρισμα από αυτό το οποίο προέκυψε από την εκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων καταθέσεων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων των εγγράφων, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι’ αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 266/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ