Legislator Case Law & Legislation
1711/2016 AI generated

1711/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1711/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1711/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, ο ως άνω κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν παρών και ο κατηγορούμενος (άρθ. 515 παρ. 2 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1711 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1711/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 43, 44, 45, 46, 47/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καλαμάτας.

Με κατηγορούμενο τον B. G. του P., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ...30 Σεπτεμβρίου 2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η υπ’ αριθ. ...2015 από 30 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ’ αριθ. 43 - 47/11-5-2015 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καλαμάτας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο B. G. ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά προσώπου από κοινού, οπλοφορίας από κοινού και οπλοχρησίας από κοινού.

Όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 10 Νοεμβρίου 2015 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα Β. Α. του Α.Τ. ... και από το από 18 Νοεμβρίου 2015 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Τ. Μ., ο κατηγορούμενος B. G. κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση με θυροκόλληση της υπ’ αριθ. ... /20-10-2015 κλήσεως προς αυτόν και προς την αντίκλητο δικηγόρο του, να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Όμως, ο ως άνω κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν παρών και ο κατηγορούμενος (άρθ. 515 παρ. 2 εδ.

α’ Κ.Ποιν.Δ.).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., "ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3)", δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μήνα. "Ύστερα από αυτή την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του Κ.Ποιν.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 και συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2521/1997, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.

Η καθαρογράφηση της απόφασης πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες διαφορετικά, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έχει πειθαρχική ευθύνη. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει τη παραγραφή της ποινής".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση, εντός ενός μήνα από τότε που η ανέκκλητη (τελεσίδικη) απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 30-9-2015 και με αριθμό εκθέσεως ...2015 αίτηση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 43 - 47/11-5-2015 αθωωτικής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καλαμάτας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο B. G. ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά προσώπου από κοινού, οπλοφορίας από κοινού και οπλοχρησίας από κοινού.

Όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη πρωτόδικη αθωωτική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καλαμάτας, που δίκασε με παρόντα τον κατηγορούμενο, η οποία ήταν ομόφωνα αθωωτική και ως εκ τούτου μη υποκείμενη σε έφεση και ανέκκλητη (άρθρ. 486 παρ. 2 εδ.

α’ Κ.Ποιν.Δ.), έχει καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου Καλαμάτας στις 31-8-2015 και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την κρινόμενη αναίρεσή της κατ’ αυτής στις 30-9-2015, δηλαδή εντός προθεσμίας ενός μήνα από της καταχωρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ως άνω ειδικό βιβλίο.

Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τον προβαλλόμενο με αυτή λόγο αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος (αρκεί ενδεχόμενος) που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση αφαίρεσης ζωής άλλου ανθρώπου.

Κατά δε το άρθρο 27 παρ.1 του Π.Κ., με δόλο πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξεως. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά και τα αποδέχεται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του Π.Κ., τιμωρείται με κάθειρξη όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310) ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν με σκοπό τη ληστεία, κάμπτεται βιαίως η βούληση του θύματος με την άσκηση σωματικής εναντίον του βίας, που εξικνείται στον έσχατο βαθμό της με την από πρόθεση θανάτωσή του και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, συνδυαζόμενη και προς τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 και 2 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι είναι δυνατή η υπό περισσοτέρων κατά συναυτουργία τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας που τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, απαραίτητος δε όρος της κατά συναυτουργία δράσεως στα έγκλημα αυτά είναι η γνώση του κάθε συναυτουργού της προθέσεως του άλλου συναυτουργού ή των άλλων συναυτουργών να τελέσει ή να τελέσουν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και η θέλησή του να συμπράξει με αυτόν ή με αυτούς (κοινός δόλος), η δε σύμπραξη του κάθε συναυτουργού μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μεμονωμένων πράξεων κατά την εκτέλεση των ως άνω εγκλημάτων, χωρίς να είναι απαραίτητο στην απόφαση να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως των ανωτέρω εγκλημάτων (Ολομ.

Α.Π. 50/1990). Περαιτέρω, η αθωωτική ποινική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ν.Δ. 53/1974), δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του.

Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή την οποία οφείλει να αποδείξει η πολιτεία, μέσω των οργάνων σε αντιδιαστολή με την αθωότητα του κατηγορουμένου. (Ολομ.

Α.Π. 3/2010). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την αθωωτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όσον αφορά το αποδεικτικό μέσο της κατ’ άρθρων 78, 183 ΚΠοινΔ διατασσομένης πραγματογνωμοσύνης, ναι μεν αυτή πρέπει να μην ..., όταν όμως το πόρισμα της τελευταίας αυτής συμπορεύεται με το αποτέλεσμα της άνω πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ανενδοιάστως ότι το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβεν υπόψη και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης.

Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καλαμάτας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία, διατηρεί αμφιβολίες, για το αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση τελεσθείσας, κατά συναυτουργία, καθόσον, δεν αποδείχθηκαν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, αφού δεν υπάρχει καμία μαρτυρική κατάθεση ανωμοτί ή ένορκη η οποία συνδέει το πρόσωπο του κατηγορουμένου με το δράστη της αξιόποινης πράξης.

Ο μάρτυρας κατηγορίας N. J. τόσο στην από 17/4/2014 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή Κυπαρισσίας και ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. Καλαμάτας όσο και στην κατάθεσή του στο ακροατήριο αναφέρει ότι είδε δύο άτομα να ανεβαίνουν τη σκάλα στην οικία του θανόντος και αναγνώρισε μόνο τον Ν. Π. και όχι τον κατηγορούμενο.

Επίσης δεν βρέθηκε κανένα αποτύπωμα του κατηγορουμένου στον τόπο του εγκλήματος, αντιθέτως βρέθηκαν αποτυπώματα του J. N. που διατηρούσε σεξουαλική σχέση με τον θανόντα επί σειρά ετών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, στην εσωτερική επιφάνεια του συρταριού στο υπνοδωμάτιο του θύματος (βλ. με αριθμ. πρωτ. ...18-2-2014, έγγραφο του 3ου τμήματος εξερευνήσεων της Δ/νσης Εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας) ως και σε μπουκάλι κρασιού στον πάγκο της κουζίνας του θύματος.

Βρέθηκαν επίσης αποτυπώματα του B. I. στο πλακάκι του τοίχου της τουαλέτας του θύματος που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον θανόντα (βλ. με αριθμ. πρωτ. .../18-2-2014, έγγραφο του τμήματος εξερευνήσεων της Δ/νσης Εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας). Επίσης δεν βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στον τόπο του εγκλήματος.

Αντιθέτως βρέθηκε γενετικό υλικό του Π. Ν. συγκατηγορούμενου του κατηγορουμένου στις σιδερογροθιές που ανευρέθηκαν στο σπίτι του (Π.), όπως προκύπτει από την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η σιδερογροθιά δε αποτελεί και το μέσο τέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα.

Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κίνητρο για να τελέσει την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, καθόσον ούτε ερωτικός σύντροφος του θύματος υπήρξε, αφού κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι αυτός βρισκόταν στο στενό περιβάλλον του θύματος ούτε και στο φιλικό περιβάλλον του που τον επισκέπτονταν συχνά καθόσον κανένας δεν τον είχε δει να επισκέπτεται το σπίτι του ή να έχει κάποια σχέση μαζί του.

Όσον αφορά την προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του Ν. Π. πρέπει να σημειωθεί ότι όσα ανέφερε είναι αντιφατικά και έρχονται σε αντίθεση με τα αντικειμενικά ευρήματα της υπόθεσης, ότι δηλαδή κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος είχε σεξουαλική συνεύρεση με το θύμα πριν την τέλεση της αξιόποινης πράξης, πλην όμως δεν διαπιστώθηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στην πρωκτική περιοχή του θύματος ούτε βρέθηκε γενετικό υλικό αυτού στα νύχια του θύματος άλλα αγνώστων ατόμων, επίσης ότι ο κατηγορούμενος πέταξε μία μαύρη σακούλα στον κάδο έξω από το σπίτι του θύματος ως και ότι φορούσε μαύρο μπουφάν το οποίο δεν βρέθηκε στο σπίτι του κατηγορουμένου ως και ότι πέταξε τα κλειδιά και τη σιδερογροθιά στο πλαϊνό χωράφι, αλλά ούτε στον κάδο βρέθηκε μαύρη σακούλα ή κλειδιά ή σιδερογροθιά στο διπλανό οικόπεδο όπως κατέθεσε ο αστυνομικός Θ.

στο ακροατήριο. Αλλά και όσα αναφέρει ο Ν. Π. στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Κυπαρισσίας είναι πλήρως αντιφατικά και με όσα κατέθεσε προανακριτικά όπως ότι στην προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε ότι την επομένη μέρα του εγκλήματος δεν συναντήθηκε καθόλου μαζί με τον κατηγορούμενο και ενώπιον του Ανακριτή υπέβαλε έγγραφο αίτημα, με ημερομηνία 22-2-2014, προκειμένου να διευκρινίσει εάν συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και το αίτημα του απορρίφθηκε από τον Ανακριτή καθόσον θεώρησε σαφή την προανακριτική του κατάθεση ως προς το σημείο αυτό.

Η φυσική δε παρουσία του κατηγορουμένου στον χρόνο και τον τόπο του εγκλήματος δεν επιβεβαιώθηκε καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός βρισκόταν τη μέρα του εγκλήματος μέχρι την 21:30 στην Πύλο μαζί με τον φίλο του, Ρουμάνο ονόματι S., ο όποιος κατέθεσε στο ακροατήριο ότι πράγματι ήταν μαζί του. Ο μόνος που βεβαιώνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν στον τόπο του εγκλήματος είναι ο συγκατηγορούμενος του Ν.

Π. (βλ. την από 21-2-2014 απολογία του τελευταίου ενώπιον του Ανακριτή Κυπαρισσίας). Ωστόσο στο από 26-6-2014 απαντητικό έγγραφο του ψυχιάτρου Χ. Κ. προς τον Ανακριτή Κυπαρισσίας ο εν λόγω ψυχίατρος αναφέρει ότι: "Η περιγραφή των γεγονότων από τον κύριο Π. είχε έντονη δημοσιογραφική χροιά, περίγραψε γεγονότα σαν να ήταν παρατηρητής δημοσιογράφος".

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διεξαγωγή της αστυνομικής προανάκρισής δεν ομολόγησε ότι ήταν αυτός που κτύπησε τον ιερέα με την σιδερογροθιά, άλλα και όσα εκεί ομολόγησε κρίνεται ότι αποσπάσθηκαν από αυτόν από τις αστυνομικές αρχές χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, διατηρεί αμφιβολίες για το αν ο κατηγορούμενος προέβη στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γι’ αυτό, κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός πρέπει να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών.

Όσον αφορά τα αδικήματα της οπλοχρησίας και οπλοφορίας πρέπει να κηρυχθεί αθώος αφού δεν προέβη σε καμία χρήση των σιδερογροθιών, οι οποίες έφεραν γενετικό υλικό μόνο του συγκατηγορουμένου του και βρέθηκαν στο σπίτι του. Τέλος, σχετικά με το αδίκημα της ληστείας τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα αποδείχθηκε ότι ούτε το κινητό NOKIA που βρέθηκε στην οικία του κατηγορουμένου δεν συνδέθηκε με το θύμα ούτε τα κλειδιά του μοναστηριού συνδέονται με τον κατηγορούμενο, άλλωστε γι’ αυτά δεν συνετάγη ούτε έκθεση κατάσχεσης ή ανεύρεσης.

Εφόσον λοιπόν δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ήταν που αφαίρεσε το κινητό ή τα κλειδιά πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για τα αδικήματα: "της ανθρωποκτονίας με πρόθεση τελεσθείσα κατά συναυτουργία", "της ληστείας τελεσθείσα κατά συναυτουργία με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου", "της παράνομης οπλοφορίας από κοινού", "της παράνομης οπλοχρησίας από κοινού" (εκ προφανούς παραδρομής ως αναφέρεται και στα δύο αδικήματα "οπλοχρησία"), για τα οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη".

Με όλα τα ανωτέρω που δέχθηκε η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αιτιολογεί σ’ αυτήν το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του.

Όπως προαναφέρθηκε δεν χρειαζόταν για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή σε αντιδιαστολή με την αθωότητα του κατηγορουμένου.

Επίσης προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και την προσκομισθείσα υπό του κατηγορουμένου και αναγνωσθείσα από 22-3-2015 έκθεση (δικαστικής) γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου Κ.

Κ., αφού δέχεται και δεν διαφοροποιείται από το πόρισμά της ότι η υπογραφή στην προανακριτική απολογία του κατηγορουμένου έχει τεθεί από τον ίδιο, ανεξαρτήτως του ότι δέχεται ότι και όσα ομολόγησε ο κατηγορούμενος κατά την προανακριτική απολογία του στην αστυνομία αποσπάστηκαν απ’ αυτόν από τις αστυνομικές αρχές χωρίς την παρουσία διερμηνέα).

Επομένως, ο περί του εναντίου μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., κατά τις ως άνω αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινόμενης αναιρέσεως, οι οποίες αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα σε διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση των όσων κατέθεσε ο μάρτυρας N. J., των όσων ανέφερε στην αναγνωσθείσα απολογία του ο Ν.

Π. και των όσων κατέθεσε για το άλλοθι του κατηγορουμένου ο μάρτυρας υπερασπίσεως B. S., είναι ως απαράδεκτες, αφού αυτές, οι οποίες συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2015 αναίρεση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 43 - 47 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καλαμάτας, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. ...2015 έκθεση αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ