Supreme Court dismisses appeal against tax authority's priority in creditor ranking due to lack of procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the bank's objection to the tax authorities' priority in creditor ranking. The State argued the lower court erred in applying Article 559 of the Code of Civil Procedure regarding the admissibility of the objection, but the Court found the appellate court correctly applied the law. The Court ruled that the objection was not inadmissible under Article 935 because it did not arise in the original objection proceedings, and the State lost on costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 935, 979 of the Code of Civil Procedure; The objection to the creditor's ranking table is not inadmissible under Article 935 if raised in a subsequent proceeding, as this article applies only to objections raised in the original objection proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1711 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1711/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και από τους Προϊσταμένους των ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά, Ιλίου και Αθηνών ΚΒ., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αναστασία Βασιλείου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 894/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4406/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 28-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4406/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 894/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του ... πίνακα κατάταξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού και ύστερα από μεταρρύθμιση αυτού, αποβλήθηκε το αναιρεσείον για το ποσό των 58.240,71 ευρώ και κατατάχθηκε στη θέση του η αναιρεσίβλητη Τράπεζα. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ].
2. Το άρθρο 935 ΚΠολΔικ, κατά το οποίο λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933,είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτελέσεως, έχει εφαρμογή επί της ανακοπής του άρθρου 933,στο οποίο και ρητώς παραπέμπει, όχι όμως και επί της ανακοπής κατά πίνακος κατάταξης [άρθρο 979 παρ.2 ΚΠολΔικ].
Με την διάταξη αυτή θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτελέσεως, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, (αν δεν προβλήθηκαν) με ήδη ασκηθείσα ανακοπή. Δεν εμποδίζεται επομένως η προβολή λόγων που είχαν μεν γεννηθεί πριν από την άσκηση της προγενέστερης ανακοπής αλλά για οποιαδήποτε αιτία, δεν μπορούσαν τότε να προταθούν [πρβλ ΑΠ 1791/2008].
Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, αποτελούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον οικείο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό [Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 120/2008]. Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 14 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο [ΑΠ 1050/2010]. Τέλος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη η αντίφαση ή η ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου, και όχι όταν η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων δια τάξεων [ΑΠ 1680/2008]. 3.
Το αναιρεσείον επικαλούμενο τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται στην αίτησή του τα ακόλουθα κατά λέξιν: "(α), συνεπεία εσφαλμένης ανάγνωσής τους, οι υπ' αριθμ. 1 και 2 λόγοι της ως άνω έφεσής μου απορρίφθηκαν με ανεπαρκή αιτιολογία, γεγονός που καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα σύμφωνα με τις περιπτώσεις 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής μου ισχυρίστηκα ότι το επίδικο ακίνητο εκπλειστηριάστηκε "ενιαίως" δηλαδή ότι δεν έγινε χωριστός πλειστηριασμός για το 1/2 που ανήκε στον Γ. Α. (οφειλέτη και του Ελληνικού Δημοσίου) και χωριστός για το 1/2 που ανήκε στην σύζυγό του, Ε. Α.. Ισχυρίστηκα, περαιτέρω, ότι ο κατ' αυτόν τον τρόπο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου "δεν αποτελούσε αυθαίρετη επιλογή της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, αλλά προβλεπόταν από την υπ' αριθμ. 536 Δ' επαναληπτική περίληψη της υπ' αριθμ. ...
έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του πλειστηριασθέντος ακινήτου"..... β] Ισχυρίστηκα, ακόμη, ότι εφόσον, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η διαδικασία το πλειστηριασμού είχε ορισθεί σε πράξεις εκτέλεσης που είχαν προηγηθεί της σύνταξης του ένδικου πίνακα κατάταξης, η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) όφειλε, τηρώντας τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ και λαμβανομένου υπόψη του καθιερούμενου από το άρθρο 935 ΚΠολΔ απαραδέκτου λόγων ανακοπής που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν σε προγενέστερο στάδιο της εκτέλεσης, να είχε προ βάλει τις αντιρρήσεις της (διαφωνίες) σχετικά με τη διαδικασία του πλειστηριασμού σε προηγούμενες ανακοπές της που αφορούσαν τις σχετικές πράξεις της ένδικης εκτέλεσης.
Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο της έφεσής μου, ο λόγος ανακοπής της αντιδίκου (ήδη αναιρεσίβλητης) στο μέτρο που αφορούσε τον πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο ενιαίο, απότοκη του οποίου ήταν και η ενιαία διανομή του πλειστηριάσματος (αντί του χωρισμού αυτού σε δύο ίσα μέρη, αντιστοιχούντα στο ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας έκαστου οφειλέτη - συγκυρίου) ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 935 ΚΠολΔικ, γιατί μπορούσε και όφειλε να είχε προταθεί με ανακοπές κατά προηγούμενων πράξεων της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης γ] Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής μου, ο οποίος ήταν συναφής με τον πρώτο, ισχυρίστηκα ότι, εφόσον ένας ήταν ο εκτελεστός τίτλος και το επίδικο ακίνητο είχε εκπλειστηριασθεί ενιαίως, όπως άλλωστε, προβλεπόταν στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και στο σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού, ένας μόνο πίνακας κατάταξης μπορούσε να συνταχθεί.....
δ] ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο Αθηνών απέρριψε τους λόγους έφεσής μου με αιτιολογία από την οποία συνάγεται, καταρχάς, ότι το εκδόσαν αυτή δικαστήριο εσφαλμένα ανέγνωσε τους παραπάνω λόγους έφεσής μου. Πράγματι, το Ελληνικό Δημόσιο, στην έφεσή του δεν είχε ισχυρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να είχε ασκήσει ανακοπή κατά των αναγγελιών του Δημοσίου.
Ισχυρίστηκε ότι η ενιαία αντιμετώπιση του πλειστηριάσματος από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία στον ένδικο πίνακα κατάταξης κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο στο 1/3 του συνολικά επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, χωρίς προηγουμένως να διαιρέσει αυτό σε δύο μέρη, αντιστοιχούντα στο ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας εκάστου συγκυρίου επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου όπως ζήτησε η αντίδικος με την ανακοπή της, ήταν αναγκαία συνέπεια του γεγονότος ότι το επίδικο ακίνητο είχε πλειστηριασθεί ενιαία, σύμφωνα με πράξεις εκτέλεσης ...
που προέβλεπαν τον κατ' ενιαίο τρόπο πλειστηριασμό του και δεν είχαν προσβληθεί με ανακοπή από κανένα πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης και της αντιδίκου (ήδη αναιρεσίβλητης). Η αναιρεσίβλητη που, με το να μην ασκήσει ανακοπή κατά των πράξεων εκτέλεσης που είχαν προηγηθεί του ένδικου πίνακα κατάταξης και όριζαν τη σχετική διαδικασία, αποδέχθηκε τον ενιαίο πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου και ωφελήθηκε (όπως όλοι οι δανειστές) από τον ενιαίο πλειστηριασμό του ακινήτου που ...
Εξ άλλου, το Δημόσιο δεν ισχυρίστηκε, ούτε στην έφεσή του ούτε στις προτάσεις του επί της έφεσης αυτής, ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να είχε ασκήσει ανακοπή κατά των αναγγελιών των Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, Ιλίου και ΚΒ' Αθηνών., ε] ότι από τα παραπάνω συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της περίπτωσης 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στο μέτρο που αναφέρεται σε παράπονο του Δημοσίου ότι η αντίδικος δεν είχε ασκήσει ανακοπή κατά των αναγγελιών του Δημοσίου, απαντά σε ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν, αφήνει δε αναπάντητους και δεν εξετάζει τους πραγματικούς ισχυρισμούς που πράγματι προτάθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στην έφεσή του ...
το επιτευχθέν πλειστηρίασμα έπρεπε και αυτό να αντιμετωπισθεί ως σύνολο, και στ] Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω η αιτιολογία τη προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκής, γιατί δεν απαντά στο παράπονο του Δημοσίου που αφορούσε στην εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ, λαμβανομένων υπόψη των πράξεων εκ τέλεσης που είχαν προηγηθεί της σύνταξης του ένδικου πίνακα κατάταξης και προέβλεπαν τον ενιαίο πλειστηριασμό του ακινήτου (έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, πρόγραμμα πλειστηριασμού, έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού), συνέπεια του οποίου ήταν η αντιμετώπιση του πλειστηριάσματος ως ενιαίου συνόλου και η αδυναμία χωρισμού του σε διακριτά ιδανικά μερίδια, όπως ζητούσε η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη).
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα και σύμφωνα με την περίπτωση 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ". 4. Το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "........ Στις 5 Ιουλίου του 2006 με επίσπευση της ... εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE", εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... ακίνητο που ανήκε κατά το ήμισυ εξ' αδιαιρέτου σε καθέναν από τους οφειλέτες της επισπεύδουσας...
Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα των 360.100 ευρώ δεν αρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε ... πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε τα έξοδα ..., κατέταξε στο ένα τρίτο του προς διανομή ποσού, από 116.488,11 (349.464,34/3) ευρώ, το Ελληνικό Δημόσιο, από τα οποία τη Δ.Ο.Υ.
ΦΑΕ Πειραιά για 94.280,74 ευρώ, τη Δ.Ο.Υ. Ιλίου για 1.564,35 ευρώ και τη Δ.Ο.Υ. ΚΒ Αθηνών για 20.643,02 ευρώ, και στα υπόλοιπα δύο τρίτα, από 232.976,23 ευρώ, την ανακόπτουσα ως ενυπόθηκο δανείστρια. Προηγουμένως, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, η ανακόπτουσα είχε αναγγείλει νόμιμα δύο απαιτήσεις που είχε κατά των ως άνω οφειλετών της...
συνολικού ποσού 900.166,69 ... ευρώ. Υπέρ της ανακόπτουσας, σε βάρος των ανωτέρω και προς εξασφάλιση προνομιακής ικανοποίησης της πρώτης από τις δύο ως άνω αναγγελθείσες απαιτήσεις της ανακόπτουσας, από 404.212,78 ευρώ, γράφτηκε δυνάμει της 10.719/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ... προσημείωση υποθήκης για 457.813,65 ευρώ, η οποία τράπηκε σε υποθήκη.
Το Ελληνικό Δημόσιο του οποίου οφειλέτης ήταν μόνον ο Γ. Α., κύριος του ενός δευτέρου (1/2) εξ' αδιαιρέτου του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, στο οποίο ως διανεμόμενο εκπλειστηρίασμα αντιστοιχεί ποσό 174.732,17 (349.464,34 / 2) ευρώ, αναγγέλθηκε για τις εξής επιμέρους απαιτήσεις κατά του ως άνω οφειλέτη του που έχουν ως εξής: ...
οι οποίες κατατάχθηκαν συνολικά στο ένα τρίτο όχι του διανεμόμενου πλειστηριάσματος που αφορούσε το εκπλειστηριασθέν ακίνητο του οφειλέτη τους, δηλαδή σε 58.244,05 (174.732,17/3) ευρώ, αλλά σε 116.488,11, δηλαδή στο ένα τρίτο του διανεμόμενου πλειστηριάσματος όλου του ακινήτου (349.464,34/3), δηλαδή και του ποσοστού συνιδιοκτησίας της μη οφειλέτριας του Ελληνικού Δημοσίου Ε.
συζύγου Γ. Α., ... η δε ανακόπτουσα θα έπρεπε να καταταγεί, πέραν του ποσού για το οποίο έχει ήδη καταταγεί, για επιπλέον ποσό 58.244,05 ευρώ, αποβαλλομένων της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά για 47.140,37 ευρώ, της Δ.Ο.Υ. ΚΒ Αθηνών για 10.321,51 ευρώ και της Δ.Ο.Υ. Ιλίου για 782.175 ευρώ ... Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την ένδικη ανακοπή παραδεκτή, νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε, όσα δε αντιθέτως υποστηρίζονται από το εκκαλούν με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και αυτή (έφεση) στο σύνολό της.
Συγκεκριμένα η ανακόπτουσα ενόψει των ... αναγγελιών των Προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. ... αντίστοιχα, που στρέφονται ατομικά κατά του ως άνω οφειλέτη τους Γ. Α. και με τις οποίες ζητείτο η προνομιακή κατάταξη τους επί του υπό εκπλειστηριασμό ακινήτου του, δεν είχαν λόγο άσκησης ανακοπής κατά των εν λόγω αναγγελιών, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς άσκησης ανακοπής και άρθρο 934 παρ.1 ή 2 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα διατείνεται το εκκαλούν.
Ούτε βέβαια πρόκειται περί διαιρέσεων του πλειστηριάσματος αλλά αναγωγή του κατασχεθέντος μεριδίου του ακινήτου του οφειλέτη του εκκαλούντος και των κατ' αυτού απαιτήσεων του τελευταίου (εκ καλούντος), το οποίο (εκκαλούν) μάλιστα θεωρεί ως συμφεροτέρα την ενιαία εκποίηση του κοινού ακινήτου...".
Ενόψει των παραδοχών αυτών του Εφετείου, ο λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τούτο δε καθόσον, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι με σαφή και επαρκή αιτιολογία στηρίζει το διατακτικό του, δηλαδή την απόρριψη της έφεσης που άσκησε το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά τρόπο που παρέχει την ευχέρεια στο παρόν Δικαστήριο να ελέγξει αναιρετικά αν συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν για την κατά τον νόμο [άρθρα 972 και 975 ΚΠολΔικ], κατάταξη των διαδίκων, ήτοι αφενός μεν των διατάξεων περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, ΦΠΑ και των προβλεπόμενων προστίμων και προσαυξήσεων στους οποίους στηρίζονταν οι αναγγελίες των απαιτήσεων των ΔΟΥ κατά του οφειλέτη τους -καθού η εκτέλεση Γ.
Α. και του προνομίου που αυτές απολάμβαναν [ν. 3296/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 61 ΚΕΔΕ και 975 ΚΠολΔικ], αφετέρου δε των διατάξεων των άρθρων 1257 επ ΑΚ όσον αφορά τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατ' αμφοτέρων των οφειλετών της - καθών η εκτέλεση και του προνομίου αυτών. Αβάσιμος επίσης είναι και ο λόγος της αίτησης κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔικ [κατά την εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του].
Τούτο δε καθόσον το Εφετείο ορθά κατά τον νόμο δεν απέρριψε τον λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔικ, αφού σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αυτό δεν είχε εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση. Άλλωστε ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που αποτέλεσε το περιεχόμενο των λόγων της έφεσής του και απορρίφθηκε από το Εφετείο, αλυσιτελώς είχε προβληθεί, δεδομένου ότι το γεγονός του ενιαίου πλειστηριασμού των εξ αδιαιρέτου μεριδίων των καθών η εκτέλεση επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου, δεν επηρεάζει την κατάταξή των δανειστών στον πίνακα και το μέγεθος της ικανοποίησης των απαιτήσεων τους από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα, αφού αυτή επιβάλλεται από τον νόμο [άρθρα 972 και 974 ΚΠολΔικ] να γίνει με βάση το περιεχόμενο των αναγγελιών τους και του προσώπου του οφειλέτη έναντι του οποίου αυτές στρέφονται.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔικ). Η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου της θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρα 22 §§1 και 3 ν. 3693/1957,που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝ ΚΠολΔικ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5§12 ν.1738/1987 και 2 της υπ`αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4406/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ