Legislator Case Law & Legislation
1711/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, upholds partial judgment, and orders restitution of executed amounts.

Case Number 1711/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment, upholding the portion regarding the plaintiff's claim while annulling the specific award amounts. The court found the appeal admissible and noted that the defendants had voluntarily executed the annulled part of the judgment, resulting in a payment of over 54,000 euros. Consequently, the court ordered the defendants to return the specific annulled sum of 18,939.09 euros plus interest to the plaintiff.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 579, 580 of the Code of Civil Procedure: When an appeal annuls a specific part of a final judgment, the court must rule on the admissibility of the appeal and the request for restitution of executed amounts, ordering the return of funds paid under the annulled portion.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment restitution of executed amounts voluntary execution of judgment request for restitution Code of Civil Procedure partial appeal success court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1711 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1711/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. του K., κατοίκου ... και 2. Χ. Σ. συζ. Χ. το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Αλεπάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τιμολέoντα Φουντεδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 404/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 10-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έβδομος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 404/2011 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Θράκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 16-4-2010 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η 37/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία είχε απορριφθεί εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 11-12-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των 215.178,92 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους. Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει κατ'ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη (και νόμιμη), και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 34.992 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι από την ειδικότερα αναφερόμενη υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, ζημιώθηκε και τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: 1) Το ποσό των 1075,62 ευρώ, που προκατέβαλε για αμοιβή και έξοδα για την έκδοση της .../2003 οικοδομικής άδειας κατεδάφισης της υπάρχουσας παλαιάς οικίας στο οικόπεδο των εναγομένων, στην οδό ...

αριθ.7, 2) το ποσό των 11.404,35 ευρώ για αμοιβή και έξοδα που κατέβαλε στο Τεχνικό και Εμπορικό Επιμελητήριο για την έκδοση της .../2004 άδειας οικοδομής στο οικόπεδο των εναγομένων στο όνομα Ν. Π., 3) το ποσό των 5.770,44 ευρώ για αμοιβή του, ως επιβλέποντος μηχανικού, και το ποσό των 1762,30 ευρώ για έξοδα, όπως αναγράφονται ειδικότερα στην πιο πάνω .../2004 άδεια οικοδομής και 4) το ποσό των 10.315,05 ευρώ, που δαπάνησε για την αγορά των απαιτούμενων οικοδομικών υλικών για την ανέγερση της οικοδομής των εναγομένων (μπετόν- τοιχοποιϊες-επιχρίσματα), όπως τα υλικά αυτά κατ' είδος και αξία αγοράς τους προκύπτουν από τα επισυναπτόμενα (στην αγωγή) τιμολόγια.

Η αγωγή ως προς τα ως άνω κονδύλια είναι αρκούντως ορισμένη και δεν απαιτούνταν επιπλέον στοιχεία προσδιορισμού των επιμέρους ποσών, η συγκεκριμενοποίηση των οποίων, άλλωστε, είναι επιτρεπτή με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία. Συνεπώς, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη ως προς τα ανωτέρω κονδύλια, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα.

3.- Επειδή, κατά το άρθρο 919 ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που συμπληρώνει και επεκτείνει τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημιάς.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικώς, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η διαπίστωση στη συγκεκριμένη περίπτωση της αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη, την οποία δε αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας, γίνεται από το δικαστή με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες πραγματώθηκε η συγκεκριμένη συμπεριφορά, όπως τα κίνητρα, τα μέσα, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν και ο σκοπός που επιδιώχθηκε.

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί η θέλησή του για την επελθούσα ζημία, ότι τελούσε, δηλαδή, σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια εσφαλμένη.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας είναι ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής. Την άνοιξη του έτους 2002 γνωρίστηκε με τον πρώτο εναγόμενο..., ο οποίος τον πληροφόρησε ότι έχει στην κυριότητά του ένα οικόπεδο με τη δεύτερη εναγόμενη - αδελφή του και τον αδελφό του Ζ.

Π., που βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη, στην οδό (... 7), συνολικού εμβαδού 600 τμ, περίπου, με ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, όπου είχαν συστήσει τρεις κάθετες ιδιοκτησίες. Εντός του οικοπέδου υπήρχε μία παλαιά οικία, όπου ζούσαν οι γονείς τους και ο αδελφός τους Ζ. Π. είχε ήδη κτίσει το μεγαλύτερο μέρος του ποσοστού του.

Ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ότι με τη δεύτερη εναγόμενη επιθυμούσαν να δώσουν αντιπαροχή τα ποσοστά που αντιστοιχούσαν στις δικές τους κάθετες ιδιοκτησίες και να λάβουν από ένα διαμέρισμα ο καθένας και μία γκαρσονιέρα για να διαμένουν οι γονείς τους. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους (2002) ο ενάγων συμφώνησε προφορικά με τους εναγόμενους (και ήδη αναιρεσείοντες) να ανεγείρει, με την μέθοδο της αντιπαροχής, στο οικόπεδο, μία τετραώροφη οικοδομή με κεραμοσκεπή υπόγειο και πυλωτή και να λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τέσσερα (4) συνολικά διαμερίσματα, δύο στον πρώτο και δύο στο δεύτερο όροφο, ενώ οι εναγόμενοι - οικοπεδούχοι θα λάμβαναν από ένα διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο και ο πρώτος επί πλέον και μία ισόγεια γκαρσονιέρα στην οποία θα διέμεναν οι γονείς τους ...

Στις 11-11-2002 κατέθεσε στην Πολεοδομία Αλεξανδρούπολης αίτηση που είχε υπογραφεί από τους συνοικοπεδούχους, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια κατεδάφισης της παλαιάς οικίας, που υπήρχε στο οικόπεδο και διέμειναν οι γονείς τους. Κατόπιν ο ενάγων ετοίμασε τα σχέδια της οικοδομής, τα οποία ενέκριναν οι εναγόμενοι και οι επόμενες συναντήσεις έγιναν μόνο με τον πρώτο εναγόμενο Ν.

Π., ο οποίος ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της δεύτερης, καθόσον η τελευταία διέμενε μόνιμα στην Αθήνα. Στις 23-1-2003 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2003 άδεια κατεδάφισης και στη συνέχεια ο ενάγων με τον πρώτο εναγόμενο μετέβησαν στον συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Θεόδωρο Δημητρόπουλο, προσκομίζοντας τα σχέδια της οικοδομής για να ετοιμάσει το εργολαβικό συμβόλαιο.

Ο προαναφερόμενος συμβολαιογράφος τους ενημέρωσε ότι για τη σύνταξη του εργολαβικού απαιτείται να προηγηθεί η μερική κατάργηση της υπάρχουσας κάθετης ιδιοκτησίας στο οικόπεδο, την οποία ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο πρώτος εναγόμενος, όπως είχε υποχρέωση, ενώ παράλληλα για να εκδοθεί η άδεια της οικοδομής έπρεπε να συνυπογράψει στο τοπογραφικό διάγραμμα και ο τρίτος συνιδιοκτήτης του οικοπέδου, αδελφός των εναγομένων Ζ.

Π.. Μολονότι δεν είχε προχωρήσει η τακτοποίηση των εγγράφων για τη σύνταξη του εργολαβικού οι εναγόμενοι πίεσαν τον ενάγοντα να αρχίσουν οι οικοδομικές εργασίες, προκειμένου να εγκατασταθούν γρήγορα στην ισόγεια γκαρσονιέρα οι γέροντες γονείς τους, οι οποίοι αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας.

Τον Ιούλιο του έτους 2003 ο ενάγων προέβη στην εκσκαφή των θεμελίων αναμένοντας να υπογράψει ο τρίτος συνοικοπεδούχος Ζ. Π. στα τοπογραφικά διαγράμματα, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια ανέγερσης της οικοδομής, έχοντας τη διαβεβαίωση των εναγομένων ότι θα συνταχθεί και το εργολαβικό συμβόλαιο, μόλις τακτοποιηθεί το πρόβλημα με την κατάργηση των κάθετων ιδιοκτησιών και παράλληλα αναζητούσε υποψήφιους αγοραστές για να πωλήσει τα διαμερίσματα που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, μεταξύ των οποίων ήταν και η Π.

Κ., στην οποία γνωστοποίησε ότι δεν είχε συνταχθεί ακόμη εργολαβικό και από την οποία έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 6.000 ευρώ. Και ενώ ο ενάγων συνέχιζε τις οικοδομικές εργασίες με δικές του δαπάνες ενημερώθηκε από τον προαναφερόμενο συμβολαιογράφο Θεόδωρο Δημητρόπουλο ότι δεν επιθυμεί να ασχοληθεί περαιτέρω με την υπόθεση, διότι οι εναγόμενοι δεν προχώρησαν στην μερική κατάργηση της κάθετης ιδιοκτησίας.

Κατόπιν τούτου ο ενάγων δήλωσε στους εναγόμενους ότι θα γίνει το εργολαβικό στη συμβολαιογράφο Θεοδώρα Μπαράκη ... . Τελικά ο πρώτος εναγόμενος επέλεξε για τη σύνταξη του εργολαβικού τη συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Μηλίτσα Καρυωτάκη, η οποία στο παρελθόν είχε κάνει τη σύνταξη της κάθετης ιδιοκτησίας του οικοπέδου τους.

Στις 19-3-2004 ο ενάγων κατέθεσε αίτηση στην Πολεοδομία για την έκδοση οικοδομικής άδειας, χωρίς ακόμη να συνταχθεί το εργολαβικό και χωρίς να συνυπογράψει στο τοπογραφικό ο τρίτος συνοικοπεδούχος Ζ. Π.. Κατά το χρονικό αυτό σημείο η οικοδομή έφθασε στο στάδιο των επιχρισμάτων με δαπάνες του ενάγοντος, ο οποίος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να την αποπερατώσει, χωρίς τη σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου, ώστε να πωλήσει τα διαμερίσματα που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό του αντάλλαγμα και να εισπράξει χρήματα για να συνεχίσει τις οικοδομικές εργασίες.

Για το λόγο αυτό είπε στους εναγόμενους, να επισπεύσουν τις νόμιμες διαδικασίες (μερική κατάργηση κάθετης ιδιοκτησίας), για να υπογραφεί το εργολαβικό και να εκδοθεί η άδεια της οικοδομής συνυπογράφοντας και ο αδελφός τους-τρίτος συνοικοπεδούχος. Και ενώ είχε δημιουργηθεί αυτή η πραγματική κατάσταση οι εναγόμενοι δήλωσαν στον ενάγοντα, ότι δεν συνέφερε πλέον οικονομικά σε αυτούς η σύνταξη του εργολαβικού.

Ο ενάγων μετέβη στη συμβολαιογράφο Μηλίτσα Καρυωτάκη που είχε αναλάβει τη σύνταξη του εργολαβικού, όπου διαπίστωσε ότι στον πίνακα ποσοστών της οικοδομής, στα τέσσερα διαμερίσματα του πρώτου και δεύτερου ορόφου, που είχε συμφωνήσει με τους εναγόμενους να λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα, η συμβολαιογράφος σημείωσε ως δικαιούχους τους εναγόμενους, οι οποίοι έδωσαν εντολή σε αυτήν να κάνει μόνο σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας μεταξύ τους και όχι εργολαβικό.

Μετά τη διαπίστωση αυτή διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους για τη συμπεριφορά τους, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι μέχρι τότε είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση σε αυτόν ότι θα φρόντιζαν να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τη σύνταξη εργολαβικού συμβολαίου. Μετά από την εξέλιξη αυτή των γεγονότων οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν σοβαρά και ο ενάγων βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία να αποπερατώσει την ημιτελή οικοδομή.

Τότε οι διάδικοι συμφώνησαν να αποπερατώσουν οι εναγόμενοι με δικά τους χρήματα την οικοδομή, με την επίβλεψη του ενάγοντος, λαμβάνοντας δάνειο από την Εθνική Τράπεζα στην οποία εργαζόταν ο πρώτος από αυτούς, και να διευθετήσουν τις οικονομικές διαφορές, αφού προηγουμένως πωλούσαν τα τέσσερα διαμερίσματα της οικοδομής που είχαν υποσχεθεί προφορικά ότι θα αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα.

Στη συνέχεια οι εναγόμενοι προέβησαν στις νόμιμες διαδικασίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας στις 18-7-2004, αφού τέθηκε στο τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου η υπογραφή του αδελφού τους, τρίτου συνοικοπεδούχου Ζ. Π. και ακολούθως στη μερική κατάργηση των κάθετων ιδιοκτησιών τους στο οικόπεδο, όπου συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία.

Αφού έλαβαν δάνειο από την Εθνική Τράπεζα και επέλεξαν δικά τους συνεργεία για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών αποπεράτωσαν την οικοδομή το Φεβρουάριο του έτους 2005. Τα διαμερίσματα που είχαν συμφωνηθεί άτυπα ως εργολαβικό αντάλλαγμα πουλήθηκαν από τους εναγόμενους μέχρι 14-10-2005, χωρίς να καταβάλουν στον ενάγοντα κανένα χρηματικό ποσό Μάλιστα τον προηγούμενο μήνα πριν την αποπεράτωση της οικοδομής (Ιανουάριο 2005) ο ενάγων βρήκε την αγοράστρια Ε.

Ν., η οποία ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και συμφώνησαν για την πώληση οι εναγόμενοι-πωλητές, οι οποίοι, ενόψει της επικείμενης μεταβίβασης του διαμερίσματος, παρέπεισαν τον ενάγοντα να υπογράψει για την ηλεκτροδότηση της οικοδομής, ώστε να κατοικήσει η αγοράστρια στο διαμέρισμα, όπως πράγματι έγινε, χωρίς όμως να αποδώσουν το τίμημα από την πώληση του διαμερίσματος το οποίο εισέπραξαν.

Στις 12-5-2005 ο ενάγων απέστειλε στους εναγόμενους εξώδικη δήλωση και τους καλούσε να συναντηθούν προκειμένου να διευθετήσουν τις οικονομικές διαφορές τους, χωρίς όμως να ανταποκριθούν οι εναγόμενοι στην πρόσκληση. Στις 6-7-2005 απέστειλε και πάλι εξώδικη δήλωση με το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς αποτέλεσμα. Οι εναγόμενοι, ισχυρίζονται ότι από υπαιτιότητα του ενάγοντος δεν συντάχθηκε το εργολαβικό συμβόλαιο, ο οποίος ουδέποτε τους κάλεσε για την υπογραφή του, ενώ εγκατέλειψε ημιτελή την οικοδομή, την οποία αναγκάστηκαν να αποπερατώσουν με δικές τους δαπάνες και ότι τα χρήματα που κατέβαλαν για τις εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής, καθώς και για τα πρόστιμα του ΙΚΑ, τα οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, υπερέβαιναν το χρηματικό ποσό που εισέπραξαν ως τίμημα από την πώληση των διαμερισμάτων του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμοι, καθόσον από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι οι εναγόμενοι κωλυσιεργούσαν και δεν συνέπραξαν στην κατάρτιση του εργολαβικού συμβολαίου και αυτούς βάρυνε η υποχρέωση να προβούν στην κατάργηση της μερικής κάθετης ιδιοκτησίας στο οικόπεδο τους για τη σύνταξη του εργολαβικού και η συνυπογραφή του αδελφού τους, τρίτου συνοικοπεδούχου Ζ.

Π. για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, ενώ γνώριζαν ότι για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών ήταν επιτακτική η σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου, ώστε να έχει τη δυνατότητα ο ενάγων να πωλήσει διαμερίσματα του εργολαβικού του ανταλλάγματος και να έχει στη διάθεση του τα αναγκαία χρήματα για την αποπεράτωση της οικοδομής.

Εξάλλου, το ποσό των 216.034,37 ευρώ που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν αφορά δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν προκειμένου να αποπερατώσουν την υπό ανέγερση οικοδομή και να καρπωθούν τα οφέλη από την πώληση των διαμερισμάτων που ανήκαν στην ιδιοκτησία τους και θα προέκυπταν από την ανοικοδόμηση και δεν ασκεί ο ισχυρισμός αυτός έννομη επιρροή στην υπό κρίση διαφορά.

Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη με πρόθεση να προκαλέσουν ζημία στον ενάγοντα με αντίστοιχο δικό τους όφελος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ενώ συμφώνησαν την ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδό τους με το σύστημα της αντιπαροχής και βιάζονταν να αρχίσουν οι εργασίες ανέγερσης με την αιτιολογία να κατοικήσουν στην γκαρσονιέρα που θα λάμβαναν ως αντιπαροχή οι γέροντες και ασθενείς γονείς τους, κωλυσιεργούσαν τη σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου και δεν συνέπρατταν στην κατάρτιση αυτού, προβαίνοντας στις νόμιμες διαδικασίες μεταξύ των οποίων ήταν και η κατάργηση της μερικής κάθετης ιδιοκτησίας στο οικόπεδό τους, ενώ γνώριζαν, ότι ο ενάγων είχε ξοδέψει ένα σημαντικό ποσό χρημάτων για την εκπλήρωση του οικοδομικού έργου που ανέλαβε και ήταν επιτακτική η σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να πωλήσει τα διαμερίσματα του εργολαβικού του ανταλλάγματος και να εισπράξει τα χρήματα που ήταν αναγκαία για τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών.

Παράλληλα κωλυσιεργούσαν και την έκδοση της οικοδομικής άδειας για την οποία απαιτούνταν και η υπογραφή του τρίτου συνιδιοκτήτη του οικοπέδου αδελφού τους Ζ. Π.. Με τον τρόπο αυτό, εκμεταλλευόμενοι την τεχνογνωσία του ενάγοντος, στον οποίο είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση ότι θα είναι συνεπείς στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, πέτυχαν να προχωρήσουν οι εργασίες της τετραώροφης οικοδομής μέχρι το στάδιο των επιχρισμάτων και τελικά δήλωσαν ότι λόγω οικονομικής του αδυναμίας να αποπερατώσει την οικοδομή συνεχίζουν οι ίδιοι με δικές τους δαπάνες την ανέγερση της, υποσχόμενοι απατηλώς ότι μετά την πώληση των διαμερισμάτων που θα αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα θα απέδιδαν το χρηματικό ποσό που δαπάνησε για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών και έτσι τον παρέπεισαν να υπογράψει για την ηλεκτροδότησή της, ενώ σκόπευαν να μην καταβάλουν κανένα χρηματικό ποσό σε αυτόν, όπως πράγματι έκαναν, με αντίστοιχο δικό τους όφελος.

Με τη συμπεριφορά τους αυτή γνώριζαν ότι μπορούσαν να προκαλέσουν ζημία στον ενάγοντα, την οποία αποδέχθηκαν, αφού είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση σε αυτόν ότι θα προέβαιναν στις νόμιμες διαδικασίες για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων του οικοπέδου τους (κατάργηση μερικής κάθετης ιδιοκτησίας) και τη σύνταξη του εργολαβικού, ώστε να μπορεί πλέον να πωλήσει τα διαμερίσματα που του είχαν υποσχεθεί ως εργολαβικό αντάλλαγμα σε υποψήφιους αγοραστές, τους οποίους και ο ίδιος φρόντιζε να βρίσκει και να έχει στη διάθεση του χρήματα για την αποπεράτωση της οικοδομής, ώστε να μη δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα στη μεταξύ του συναλλαγή.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την προαναφερόμενη συμπεριφορά των εναγόμενων που αντίκειται στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη ο ενάγων υπέστη την εξής ζημία: α) Για την έκδοση της υπ' αριθμό 13/2003 άδειας κατεδάφισης της παλαιάς οικίας στο οικόπεδο των εναγομένων προκατέβαλε το συνολικό ποσό των 1067,62 ευρώ για αμοιβή και έξοδα, β) για την έκδοση της υπ' αριθμ. .../2004 άδειας οικοδομής κατέβαλε στο Τεχνικό και Εμπορικό Επιμελητήριο 11.404, 35 ευρώ που αντιστοιχούν στην αμοιβή του και έξοδα, γ) δεν εισέπραξε την αμοιβή του και τα έξοδα, ως επιβλέποντος μηχανικού ποσού 7.534,74 ευρώ για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, δ) κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 3060,00 ευρώ που αντιστοιχεί σε μισθώματα, ύψους 180,00 ευρώ το καθένα, για τη μίσθωση κατοικίας, προκειμένου να διαμείνουν οι γονείς των εναγομένων κατά το χρονικό διάστημα που εκτελούνταν οι οικοδομικές εργασίες δηλαδή από το Νοέμβριο του έτους 2002 μέχρι το Μάρτιο του έτους 2004 (17 μήνες Χ 180,00), δ) κατέβαλε 6.925,30 ευρώ για να αγοράσει τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποίησε για την ανέγερση της οικοδομής των εναγομένων και εκδόθηκαν τα παρακάτω αναφερόμενα 11 τιμολόγια ...

Συνολικά η ζημία που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται σε 29.992,00 ευρώ. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο ενάγων συνετέλεσε με δική του υπαίτια συμπεριφορά στη ζημία που προκλήθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγομένων, που νομότυπα προτάθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και επαναφέρεται με τις προτάσεις στη δευτεροβάθμια δίκη.

Τέλος αποδείχθηκε ότι από την προαναφερόμενη αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι ενήργησαν με πρόθεση βλάβης του ενάγοντος υπέστη, εκτός από την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, καθόσον προσβλήθηκε η προσωπικότητα και η επαγγελματική του φήμη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, δηλαδή τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματώθηκε η αντικείμενη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, τα κίνητρα και ο σκοπός που επιδιώχθηκε, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση, των διαδίκων μερών, κρίνεται εύλογο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση του τελευταίου εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή είχε απορριφθεί κατά ένα μέρος ως αόριστη και κατά το υπόλοιπο μέρος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και τη δέχθηκε εν μέρει, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των 34.992 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 919, 914 και 298 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και ειδικότερα στις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ, όπως η έννοια αυτού αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν, όπως παρακάτω αναλυτικότερα εκτίθεται, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, εφόσον η προπαρατεθείσα συμπεριφορά των αναιρεσειόντων αντίκειται στα χρηστά ήθη και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τις ανέλεγκτες κατά τούτο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με επάρκεια και σαφήνεια, το πραγματικό του εν λόγω εφαρμοστέου άρθρου, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία, (με βάση το σύνολο των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτή πραγματώθηκε), αντίκειται πράγματι στα χρηστά ήθη, ήτοι στις ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, και όγδοος λόγοι, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτοι.

4.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντιθέτως αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο, από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι "δέχθηκε εσφαλμένα ότι στοιχειοθετείται συμπεριφορά μας αντίθετη στα χρηστά ήθη, γιατί από τη μια πιέσαμε τον αναιρεσίβλητο να προχωρήσει στην ανέγερση της οικοδομής μας, ενώ από την άλλη δεν υπογράψαμε την οικοδομική άδεια, ούτε υπογράφαμε το εργολαβικό συμβόλαιο που κατοχύρωνε τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα αυτός να φτάσει την οικοδομή στο στάδιο των επιχρισμάτων και να ζημιωθεί, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, μέσος εργολάβος με αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, όπως δέχθηκε από τη μια η προσβαλλόμενη απόφαση, πως από την άλλη θα ήταν δυνατό να προχωρήσει σε ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια, δηλαδή παρανόμως και χωρίς να υπογραφεί προηγουμένως το εργολαβικό ... Επίσης δέχθηκε εσφαλμένα ότι αποτελούσε δική μας υποχρέωση η συνυπογραφή της οικοδομικής άδειας εκ μέρους του Ζ. Π., αν και ο τελευταίος δεν είχε συμφωνήσει, ούτε είχε έρθει σε συνεννόηση με τον αναιρεσίβλητο". Τα διαλαμβανόμενα όμως στον αναιρετικό αυτό λόγο αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

5.- Επειδή, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αναφορικά με την προαναφερθείσα ζημία του αναιρεσιβλήτου του ποσού των 6.925,30 ευρώ για την αγορά οικοδομικών υλικών που χρησιμοποίησε για την ανέγερση της οικοδομής τους, διότι "δέχεται τα 11 από τα 14 τιμολόγια που επισυνάπτει στην αγωγή του, χωρίς να αιτιολογεί καθόλου γιατί δέχεται αυτά μόνο και όχι όλα ή γιατί δεν δέχεται τα υπόλοιπα". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού οι αναιρεσειόντες είναι ωφελούμενοι από την μη παραδοχή επιπλέον ζημίας, (που αφορούν τα 3 μη αναφερόμενα τιμολόγια) του αναιρεσιβλήτου.

6.- Επειδή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στην σχετική νομική σκέψη, ο από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο λόγο, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης της ένστασής τους περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου. Όλες όμως οι αιτιάσεις που διατυπώνονται με τον λόγο αυτό, εκτιμώμενες στο σύνολό τους, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην έλλειψη αιτιολόγησης των πραγματικών επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, αναφορικά με το ρηθέν ουσιώδες ζήτημα. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος.

7.-. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει. Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με τον λόγο αυτόν η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, του ποσού των 6.925,30 ευρώ για την αγορά οικοδομικών υλικών που χρησιμοποίησε για την ανέγερση της οικοδομής. Επομένως, ο έκτος λόγος, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα εκείνα που ανάγονται στην πιο πάνω ζημία του αναιρεσιβλήτου είναι αβάσιμος.

8. - Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση της παραμόρφωσης, α) των τιμολογίων αγοράς οικοδομικών υλικών, γιατί δέχθηκε ότι αυτά αφορούν οικοδομικά υλικά προοριζόμενα για την οικοδομή τους, που ανήγειρε ο αναιρεσίβλητος, ενώ στα εν λόγω τιμολόγια δεν αναγράφεται η οδός ..., αριθ. 7, όπου κείται το οικόπεδό τους, ενώ σε πέντε από αυτά αναφέρεται η οδός αυτή με αριθ. όμως 9 που αντιστοιχεί σε διπλανό οικόπεδο, και β) του περιεχομένου της 375/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, γιατί δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος "γνωστοποίησε στην υποψήφια αγοράστρια διαμερίσματος της επίδικης οικοδομής Π. Κ., ότι δεν είχε συνταχθεί ακόμη εργολαβικό", ενώ από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η ανωτέρω κατέθεσε στο εν λόγω δικαστήριο "ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσίβλητος της παρέστησε ψευδώς ότι είχε συνταχθεί το εργολαβικό συμβόλαιο ανάμεσα σ'αυτόν και τους οικοπεδούχους". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τις δύο αιτιάσεις, γιατί το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

9.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψιν του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δε βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψιν του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψιν του έγγραφα που με επίκληση προσκομίσθηκαν από αυτούς με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά των 11.404,35 ευρώ για αμοιβή και έξοδα που καταβλήθηκαν στο Τεχνικό και Εμπορικό Επιμελητήριο για την έκδοση της .../2004 άδειας οικοδομής και των 7.534,74 ευρώ για αμοιβή του επιβλέποντος μηχανικού, κατά τα οποία ο αναιρεσίβλητος φέρεται να ζημιώθηκε, τα έχουν καταβάλει, κατά μεγάλο μέρος, οι ίδιοι (αναιρεσείοντες).

Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψιν τα εξής έγγραφα: 1) την υπ' αριθ. ΓΓ .../10-6-2004 τραπεζική επιταγή προς την ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης ποσού 125,95 ευρώ, 2) την υπ' αριθ. ΓΓ .../10-6-2004 τραπεζική επιταγή προς την ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης ποσού 665,54 ευρώ 3) την υπ' αριθ. ΓΓ .../10-6-2004 τραπεζική επιταγή προς την ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης ποσού 217,77 ευρώ, 4) το υπ' αριθ. 103734/10-6-2004 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ΕΤΕ ΑΕ προς τον Μ.

Π. ποσού 1859,62, 5) το υπ' αριθ. 103733/10-6-2004 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ΕΤΕ ΑΕ προς τον Γ. Δ. ποσού 1.486,26 ευρώ, 6) την υπ' αριθ. 341047/10-6-2004 απόδειξη είσπραξης ΤΣΜΕΔΕ του Γ. Δ. ποσού 37,78 ευρώ, 7) την υπ' αριθ. 341047/10-6-2004 απόδειξη είσπραξης ΤΣΜΕΔΕ του Μ. Π. ποσού 197,28 ευρώ, 8) την υπ' αριθ. 341046/10-6-2004 απόδειξη είσπραξης ΤΣΜΕΔΕ του Ν.

Π. ποσού 40,37 ευρώ, 9). το υπ' αριθ. 208288/13-1-2005/10-6-2004 αντίγραφο απόδειξης είσπραξης αμοιβών μηχανικών της ΕΤΕ ΑΕ προς τον Μ. Π. ποσού 5.770,44 ευρώ και 10) το σώμα της .../2004 οικοδομικής αδείας. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την σε αυτή διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα ενώπιον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας προσκομισθέντα από τους διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη έγγραφα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε τα ανωτέρω έγγραφα κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο αναιρεσίβλητος ζημιώθηκε και κατά τα ως άνω χρηματικά ποσά των 11.404,35 και 7.534,74 ευρώ.

Τούτο γιατί, παρά τη μη κατ' αρχήν ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς μνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψιν αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο κατά τους αναιρεσείοντες περιεχόμενο των εγγράφων αυτών γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθησαν πράγματι υπόψιν από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα ως άνω έγγραφα, από τα οποία, υπό την προϋπόθεση της αλήθειας των σ' αυτών διαλαμβανομένων, προκύπτει η ακρίβεια του ανωτέρω θεμελιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων.

Επομένως, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψιν του τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και να μη τη τα συνεκτιμήσει (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα) για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια ήτοι της μη λήψης υπόψιν αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διατείνονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε επίσης υπόψιν του έγγραφα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από αυτούς με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής και συγκεκριμένα (δεν έλαβε υπόψιν), α) την 375/2008 απόφαση-πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης και την αναφερομένη σ' αυτή απολογία του αναιρεσιβλήτου και β) τις από 12-5-2005 και 6-7-2007 εξώδικες δηλώσεις- διαμαρτυρίες του αναιρεσιβλήτου προς αυτούς. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δε γεννάται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος πορίσματός του.

10.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση πρέπει να γίνει (εν μέρει) δεκτή, κατά παραδοχή εν μέρει του πιο πάνω λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά τη διάταξή της, που αφορά την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών των 11.404,35 και 7.534,74 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

11.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε προκύπτει προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες κατέθεσαν στις 19-4-2013, ήτοι πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, υπέβαλαν παραδεκτώς αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 54.014,11 ευρώ, το οποίο του κατέβαλαν, σε αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του ως άνω άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προαποδεικνύεται, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και δη την από 26-9-2012 εξοφλητική απόδειξη και την από 15-10-2012 βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Χρυσής Μαυρουδή- Μηναϊδη οι τελευταίοι κατέβαλαν, σε αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 54.014, 11 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται και εκείνα των 11.404,35 και 7.534,74 ευρώ, κατά τα οποία αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, συνεπώς, το ως άνω αίτημα επαναφοράς να γίνει δεκτό εν μέρει και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στους αναιρεσείοντες το συνολικό ποσό των 18.939,09 (11.404,35+7.534,74) ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 404/2011 απόφαση του Eφετείου Θράκης μόνο κατά την αναφερθείσα στο σκεπτικό διάταξή της.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό των 18.939,09 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της απόφασης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ