Legislator Case Law & Legislation
1711/2012 AI generated

1711/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1711/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1711/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως , καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1711 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1711/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μυταλούλη.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 10/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Απριλίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως , καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ενώ, κατά το άρθρο 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς αυτές των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανατέθηκε από τον εντολέα, σύμφωνα με τις οδηγίες του τελευταίου, σε περίπτωση δε που δεν του δόθηκαν οδηγίες, να πράξει κάθε τι που επιβάλλει η φύση της υποθέσεως και το συμφέρον του εντολέα.

Ο εντολοδόχος υποχρεούται να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του (ΑΠ 1005/2009, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 536/2004, ΑΠ 1115/2003). Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως , για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από τα αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της-διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι δυνάμει της από 1-1-1980 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), προσλήφθηκε από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ.

Π. Ο.Ε." που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διανομή εντύπων και περιοδικών στο Ν. Φθιώτιδας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της, αρχικά ως πωλήτρια, από τις αρχές δε του έτους 1990 και έπειτα, ως εξαιρετική διεκπεραιώτρια. Από το έτος 2004, όμως, η ενάγουσα άρχισε να έχει προβλήματα με την εργοδότρια, διαμαρτυρόταν σ' αυτή για το λόγο ότι απουσίαζε από την εργασία της στις 17-07-2004, παρότι ο σύζυγός της, ο οποίος νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας από 14-07-2004 και τον οποίο αυτή συνόδευε, απουσιάζοντας από την εργασία της με τη συναίνεση της εργοδότριας, είχε λάβει εξιτήριο στις 16-07-2004.

Με την ίδια ως άνω δήλωση, η εργοδότρια, αφού ανέφερε ότι θεωρούσε την ανωτέρω απουσία της ενάγουσας ως αδικαιολόγητη, καθώς και ότι και κατά το παρελθόν αυτή απουσίαζε χωρίς καμία ενημέρωση, παρά τις έγγραφες συστάσεις, υποδείξεις και προτροπές προς αυτή, της γνωστοποιούσε ότι σε περίπτωση νέας αδικαιολόγητης απουσίας της από την εργασία της, θα προχωρούσε σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 03-11-2004 η εργοδότρια εταιρία κοινοποίησε στην ενάγουσα την με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη εξώδικη δήλωση της, με την οποία διαμαρτυρόταν για το λόγο ότι στις 27-08-2004, κατά τη διεκπεραίωση των επιστρεφόμενων εντύπων, δεν προέβη στην καταμέτρηση και δεματοποίηση μερικών από αυτά, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με την εργασία αυτή οι συνάδελφοι της πρωινής βάρδιας και ταυτόχρονα την προειδοποιούσε ότι σε περίπτωση που θα επιδείκνυε παρόμοια συμπεριφορά και στο μέλλον, θα προέβαινε σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας.

Τις ανωτέρω σε βάρος της καταγγελίες της εργοδότριας, η ενάγουσα της απέρριπτε και θεωρούσε ότι αυτές ήταν προσχηματικές, με απώτερο σκοπό την απόλυση της, χωρίς την υποχρέωση καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Στα μέσα Ιουνίου του έτους 2006, η ενάγουσα, με αφορμή τραυματισμό της κατά τη διάρκεια της εργασίας της, που είχε λάβει χώρα στις 09-06-2006, απευθύνθηκε στον εναγόμενο - δικηγόρο του Πρωτοδικείου Λαμίας.

Κατά τη συνάντηση τους, αφού του έδωσε την εντολή, δυνάμει άτυπης (προφορικής) σύμβασης, να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αποζημιωθεί από την εργοδότρια για το ανωτέρω ατύχημα της, ακολούθως, του εξέθεσε την κατάσταση που επικρατούσε στο χώρο εργασίας της και ειδικότερα τις συνθήκες, τις οποίες προσπαθούσε να δημιουργήσει η εργοδότρια εταιρία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, με τις (προσχηματικές) πλημμέλειες που απέδιδε αυτή σ' αυτή σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων της αλλά και με διάφορες ενέργειες ενοχοποίησής της για τα αδικήματα της κλοπής και της υπεξαίρεσης, με απώτερο σκοπό να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Περαιτέρω, ως προς μεν το πρώτο ζήτημα, του ανέφερε ότι σκόπευε να προβεί σε αναγγελία στην αρμόδια Επιτροπή του ΙΚΑ, προκειμένου το εν λόγω ατύχημα να χαρακτηρισθεί ως εργατικό, πράγμα το οποίο έπραξε στις 26-06-2006, ως προς δε το δεύτερο ζήτημα, του χορήγησε εντολή να συντάξει έγκληση κατά του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας, πράγμα το οποίο ο εναγόμενος έπραξε, με συνέπεια η ενάγουσα να προβεί στην κατάθεση της από 19-06-2006 έγκλησής της, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, κατά του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας.

Σημειώνεται ότι λόγω του ατυχήματος της, η ενάγουσα, ήδη από 20-06-2006 είχε καταστεί ανίκανη για εργασία και τελούσε σε αναρρωτική άδεια. Εξαιτίας αυτού, αλλά και συνεπεία του άσχημου κλίματος στις σχέσεις της με την εργοδότρια, το οποίο προϋπήρχε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, που επιδεινώθηκε μετά την αναγγελία του εργατικού ατυχήματος και την υποβολή έγκλησης από μέρους της, η ενάγουσα - εκκαλούσα δυνάμει του με αριθ. .../04-07-2006 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Λαμίας Βασιλικής Κουμπάρου - Τσιτσιπή, παρείχε στον εναγόμενο, αφενός μεν την εξουσία να την αντιπροσωπεύει ενώπιον, παντός Δικαστηρίου και Επιτροπής, ως ενάγουσα ή εναγομένη, καθώς και να προβαίνει στην άσκηση στο όνομα και για λογαριασμό της, κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων και ,μέσων (αγωγών, ενστάσεων, ασφαλιστικών μέτρων, διαταγών πληρωτής κλπ.), αφετέρου δε, να εισπράττει από την εργοδότριά της, τους μηνιαίους μισθούς, τυχόν χορηγούμενους, αναδρομικές αυξήσεις, επιδόματα εορτών και αδειών και αποζημιώσεις για οποιοδήποτε λόγο.

Περαιτέρω, στις 25-07-2006, η προαναφερόμενη εργοδότρια της ενάγουσας επέδωσε σ' αυτή την με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη εξώδικη δήλωση της, στην οποία ανέφερε ότι αυτή, παρότι είχε προσκομίσει τις βεβαιώσεις ανικανότητας της για εργασία, για τα χρονικά διαστήματα από 21-06-2006 μέχρι 23-06-2006, από 20-06-2006 μέχρι 30-06-2006, από 01-07-2006 μέχρι 15-07-2010 και από 16-07-2006 μέχρι 30-07-2006, προκειμένου να σφραγιστούν για να προσκομιστούν στο ΙΚΑ για να επιδοτηθεί σχετικά από το προαναφερόμενο ασφαλιστικό ταμείο, ακολούθως δεν της είχε επιστρέψει τα αντίγραφα των ανωτέρω βεβαιώσεων, με αποτέλεσμα αυτή να αδυνατεί να προσδιορίσει το ποσό της διαφοράς που υποχρεούταν να της καταβάλει ως εργοδότρια και συνακόλουθα να αδυνατεί να προβεί στην κατάθεση της αναλυτικής περιοδικής της δήλωσης προς το ΙΚΑ για το διάστημα Απριλίου - Μαΐου - Ιουνίου 2006.

Συγχρόνως, με την ίδια ως άνω δήλωση, η εργοδότρια δήλωνε στην ενάγουσα ότι σε περίπτωση που η ανωτέρω παράλειψη της προσκομιδής των αντιγράφων, οδηγήσει στον καταλογισμό σε βάρος αυτής (εργοδότριας), από μέρους του ΙΚΑ, οποιοδήποτε ποσού ή προστίμου, θα προσφύγει κατά αυτής (ενάγουσας) στα αρμόδια πολιτικά και ποινικά δικαστήρια.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη ανικανότητα της ενάγουσας για εργασία διήρκεσε όλο το καλοκαίρι του έτους 2006. Λίγο διάστημα πριν λήξει η αναρρωτική της άδεια, η ανωτέρω, δήλωσε στον εναγόμενο ότι εκτός αυτού, πληρεξούσιος δικηγόρος της θα είναι επιπλέον και ο δικηγόρος του Πρωτοδικείου Λαμίας Χρήστος Γιαταγάνας, ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του Πολυμ.

Πρωτ. Λαμίας ως μάρτυρας από την πλευρά του εναγομένου, με τον οποίο θα πρέπει να ενεργούν από κοινού, στη συνέχεια δε δήλωσε και στους δύο ως άνω δικηγόρους, ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην εργασία της αμέσως μετά την λήξη της αναρρωτικής της άδειας. Τότε οι δικηγόροι της, της εξήγησαν, ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε οικειοθελή αποχώρηση της από την εργασία της, με συνέπεια την απώλεια του δικαιώματος της είσπραξης αποζημίωσης απόλυσης και της συνέστησαν να επιστρέψει στην εργασία της αμέσως μετά την λήξη της αναρρωτικής της άδειας (βλ.

σχ. την με αριθ. .../06-03-2009 ένορκη βεβαίωση, κατάθεση του μάρτυρα-δικηγόρου στο Πρωτοδικείο Λαμίας Δημητρίου Χριστοδούλου). Η ενάγουσα, παρά την ως άνω νομική συμβουλή δεν πείσθηκε ότι πρέπει να επανέλθει στην εργασία της, παρόλο ότι μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή δεν υπήρχε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο υπέρ της εργοδότριας, που να δικαιολογεί την αποχώρησή της από την εργασία της.

Αντίθετα η ενάγουσα προέβη στην με αριθμό πρωτοκόλλου 1339/15-09-2006 αίτηση της για διενέργεια εργατικής διαφοράς, ενώπιον του τμήματος επιθεώρησης εργασίας Ν. Φθιώτιδας, στην οποία δήλωσε ότι δεν μπορεί να μεταβεί στον χώρο εργασίας της, λόγω του κλίματος που επικρατούσε εκεί, γεγονός που συνιστούσε καταγγελία της σύμβασης της από την εργοδότριά της και ζητούσε τη διαβίβαση της ανωτέρω δήλωσης της στην εργοδότρια.

Στη δήλωση αυτή της ενάγουσας, η εργοδότρια απάντησε με την από 04-10-2006 εξώδικη δήλωση. της, στην οποία ανέφερε ότι τα καταγγελόμενα περί κλίματος τρομοκρατίας στο χώρο εργασίας είναι ψευδή και καλούσε την ενάγουσα εντός προθεσμίας 2 ημερών να αναφέρει με απόλυτη ακρίβεια και λεπτομέρεια τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία θεμελίωνε την καταγγελία της, επισημαίνοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προέβαινε στην υποβολή μήνυσης εναντίον της.

Στις 02-11-2006, η εργοδότρια επέδωσε στην ενάγουσα την με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη εξώδικη δήλωση της, στην οποία ανέφερε ότι αυτή (ενάγουσα) απουσιάζει αδικαιολόγητα από την εργασία της και ότι η αποδοχή από μέρους της των καταβαλλόμενων στον τραπεζικό της λογαριασμό μηνιαίων μισθών συνεπάγεται τη συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, καλούσε δε αυτή εντός 3 ημερών να προσέλθει στην εργασία της.

Η ενάγουσα, δεν επέστρεψε στην εργασία της, με αποτέλεσμα στις 17-11-2006, η εργοδότρια να της επιδώσει έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, στην οποία ανέφερε ότι δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα στις 04-10-2006, όταν δηλαδή της επιδόθηκε η προαναφερόμενη έγγραφη εξώδικη δήλωση της εργοδότριας, έδωσε ρητή εντολή στον εναγόμενο, παρά την αντίθετη νομική του συμβουλή, να ασκήσει κατ'αυτής (εργοδότριας) αγωγή με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης και ότι την εντολή της αυτή επανέλαβε στις 17-11-2006 όταν της επιδόθηκε η έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Μόνη δε η παράδοση των ανωτέρω εγγράφων στον εναγόμενο, δεν αρκεί για να συναχθεί ασφαλής δικανική πεποίθηση περί παροχής εντολής για την άσκηση αγωγής καταβολής αποζημίωσης απόλυσης κατά της εργοδότριας. Εξάλλου, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος εξακολούθησε να έχει την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, από κοινού με τον προαναφερόμενο συνάδελφο του, καθόσον εκκρεμούσαν ακόμη οι υποθέσεις αυτής και ειδικότερα το εργατικό της ατύχημα και η από 19-06-2006 έγκληση της και ως εκ τούτον κάθε έγγραφο προερχόμενο από την εργοδότρια, κατά λογική ακολουθία, παραδιδόταν σε αυτόν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τις παραπάνω εκκρεμείς υποθέσεις της ενάγουσας, η μεν πρώτη, έληξε την 01-03-2007, για την οποία εκδόθηκε η με αριθ. 113/01-03-2007 απόφαση της τοπικής επιτροπής του περιφερειακού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Λαμίας, δυνάμει της οποίας, κατόπιν τυπικής παραδοχής, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η με αριθ.

πρωτ. 1298/2007 ένσταση της ενάγουσας κατά της με αριθ. 15786/2006 απόφασης του Διευθυντή του ίδιου ως άνω Υποκαταστήματος, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την αναγγελία του ατυχήματος ως εκπρόθεσμη, η δε δεύτερη έληξε την 12-06-2007 με την με αριθ. 89/12-06-2007 Διάταξη της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, η οποία, κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, απέρριψε ως βάσιμη την από 19-06-2006 έγκληση, λόγω του ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις για την τέλεση αξιόποινης πράξης.

Περαιτέρω, η εντολή από μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο για άσκηση εναντίον της εργοδότριας της αγωγής καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε από την περιεχόμενη στην με αριθ. 4/13-01-2009 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του μάρτυρα συζύγου της Φ. Κ., ο οποίος αντίθετα με τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, προσδιορίζει το χρόνο της παροχής της εντολής αυτής στις 15-09-2006 (ταυτόχρονα δηλαδή με δήλωση της ενάγουσας ενώπιον του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας).

Η παραπάνω κατάθεση δεν ενισχύεται από άλλο αποδεικτικό μέσο, ενώ είναι αντίθετη με την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Γ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται υπόψη συμπληρωματικά. Σημαντική εξάλλου για την υπόθεση αυτή είναι η από 19-12-2007 έγγραφη δήλωση της ενάγουσας ότι παρέλαβε από τον εναγόμενο όλα τα έγγραφα του φακέλου περί του εργατικού ατυχήματος και περί της αξίωσης της για καταβολή υπερωριακής αποζημίωσης από την εργοδότριά της, καθώς και η δήλωση της ότι ουδεμία οφειλή, αξίωση ή απαίτηση έχει (εννοώντας προφανώς τον εναγόμενο) σχετικά με τις ανωτέρω υποθέσεις.

Επίσης, η ενάγουσα δεν δίνει καμία πειστική εξήγηση, για ποιο λόγο η επικαλούμενη από αυτή εντολή άσκησης της αγωγής αποζημίωσης απόλυσης δόθηκε μόνο στον εναγόμενο και όχι στον προαναφερόμενο έτερο πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Γιαταγάνα, με τον οποίο ενεργούσαν από κοινού. Εφόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν αποδείχθηκε εντολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο για άσκηση αγωγής αποζημίωσης απόλυσης κατά της εργοδότριας της εταιρείας "αφοί Γ.

Π. Ο.Ε.", δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε παράλειψη αυτού, η οποία να θεμελιώνει την άσκηση της ένδικης αγωγής κατ' αυτού. Ακολούθως, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου της προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Με τις παρατιθέμενες δε, ως άνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ, έχει τις αναλυτικώς εκτιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο μόνος, εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.4.2011 αίτηση αναίρεσης της Κ. Α., για αναίρεση της 10/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2012

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ