Legislator Case Law & Legislation
1711/2008 AI generated

1711/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1711/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: και ήδη κρατουμένου στη δικαστική Φυλακή Χαλκίδας του Νομού Ευβοίας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (πρώην "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε", πρώην "ΜΙΝΩΑΝ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε." (ΜΙΝΩΑΝ FLYING DOLPHINS ANE), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας, του άνω πλοίου "GOLDEN VERGINA" από τις 23/12/1999 που μετονομάστηκε σε "ΕΞΠΡΕΣΣ ΣΑΜΙΝΑ" στις 20.1.2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.

Legislator headnote

AI generated

1711/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πλην όμως αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1711 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1711/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παντελή Καραντώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εδρεύουσας στον Πειραιά με την επωνυμία "ΓΚΟΛΝΤΕΝ ΒΕΡΓΙΝΑ ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας, κατά το χρονικό διάστημα από 14.7.1995 μέχρι 23.12.1999, του επιβατηγού - οχηματαγωγού Πλοίου (Ε/Γ-Ο/Γ) με την ονομασία "GOLDEN VERGINA", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Εδρεύουσας στον Πειραιά Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΓΑΠΗΤΟΥ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως εκμεταλλεύτριας - εφοπλίστριας του άνω πλοίου "GOLDEN VERGINA" κατά τον Αύγουστο 1999 και μέχρι 23.12.1999, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ψ3, με την ιδιότητά του ως μέλους και Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ως άνω εναγομένης εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα από 6.8.1997 μέχρι και 9.12.1999 και από 7.8.2000 μέχρι ασκήσεως και συζητήσεως της αγωγής, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ψ4, με την ιδιότητά του ως μέλους και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης ως άνω εναγομένης εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα από 6.8.1997 μέχρι και της ασκήσεως και συζητήσεως της αγωγής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δευκαλίωνα Ρεδιάδη, 5) Ψ5, με την ιδιότητά του ως πλοιάρχου του άνω πλοίου "GOLDEN VERGINA" κατά το χρονικό διάστημα από 18.8.1999 έως 20.8.1999, κατοίκου .....

και ήδη κρατουμένου στη δικαστική Φυλακή Χαλκίδας του Νομού Ευβοίας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (πρώην "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε", πρώην "ΜΙΝΩΑΝ ΦΛΑΪΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ Α.Ν.Ε." (ΜΙΝΩΑΝ FLYING DOLPHINS ANE), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας, του άνω πλοίου "GOLDEN VERGINA" από τις 23/12/1999 που μετονομάστηκε σε "ΕΞΠΡΕΣΣ ΣΑΜΙΝΑ" στις 20.1.2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4557/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 536/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2007 αίτησή της και τους από 10/4/2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 13/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των 4ου και 6ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση από τις ....., ....., ..... και ....., εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητού στο Πρωτοδικείου Αθηνών (των τριών πρώτων) ..... και του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος (της τετάρτης) τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 15.6.2007 αιτήσεως αναιρέσεως της 536/17.6.2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με τη πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο (19.5.2008), επεδόθησαν, με την επιμέλεια της αναιρεσειούσης, η οποία δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου επισπεύδει την συζήτηση, στην πρώτη, δεύτερη, τρίτο και πέμπτο εκ των αναιρεσιβλήτων.

Πλην όμως αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ' αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 731/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση η αγωγή της αναιρεσειούσης ως προς την δεύτερη και την έκτη εκ των αναιρεσιβλήτων εναγομένων απερρίφθη ως αόριστη. Με όλους τους αναιρετικούς λόγους και εκείνους του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έκρινε, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσειούσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους εναγομένους.

Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά της δευτέρας και έκτης εκ των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους δεν προβάλλεται αιτίαση για την δια τυπικούς λόγους (αοριστία) απόρριψη της αγωγής, είναι απαράδεκτη. IIΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων, περιπτώσεων, και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 1190/82). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσειούσης με αίτημα την επιδίκαση σ' αυτή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του τραυματισμού της εντός του χώρου του στην αγωγή αυτή αναφερομένου πλοίου, οφειλομένου (του τραυματισμού) σε υπαιτιότητα των υπό της πρώτης αναιρεσιβλήτου προστηθέντων κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και των αρμοδίων αυτής οργάνων.

Ειδικότερα, το Εφετείο στην περί της ουσιαστικής αβασιμότητος της αγωγής δικαιοδοτική κρίση κατέληξε με την παραδοχή ότι ο τραυματισμός της αναιρεσειούσης εντός του χώρου του πλοίου ήταν απόρροια της ιδικής της αποκλειστικά υπαιτιότητος, μη συνδεόμενος προς οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά των υπό της πρώτης αναιρεσιβλήτου προστηθέντων ή των αρμοδίων αυτής οργάνων.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως από αυτή προσκομισθέν και επικληθέν έγγραφο και ειδικότερα το από 19.8.1999 απόσπασμα από το ημερολόγιο συμβάντων του Λιμενικού Σταθμού Καρλοβασίου Σάμου, συνταχθέν κατόπιν καταγγελίας της αναιρεσειούσης, στο οποίο αναφέρεται το γεγονός του τραυματισμού της κατά την αποβίβασή της από το Ε/Γ - Ο/Γ πλοίο "ΓΚΟΛΝΤΕΝ ΒΕΡΓΙΝΑ" στις 19.8.1999, χωρίς ειδικότερη αναφορά στις συνθήκες του τραυματισμού και άλλα στοιχεία, συναρτώμενα με την υπαίτια συμπεριφορά των ανωτέρω προσώπων.

Ο προαναφερόμενος όμως αναιρετικός λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται και ως τοιούτος είναι απορριπτέος, γιατί το άνω αποδεικτικό μέσο δεν είναι πρόσφορο προς απόδειξη γεγονότων, θεμελιούντων την ένδικη αξίωση, πέραν εκείνων που εδέχθη ως αληθινήν το Εφετείο. Ειδικότερα το προμνημονευθέν αποδεικτικό μέσο δεν είναι πρόσφορο προς απόδειξη των στοιχείων της υπαιτιότητος των αρμοδίων οργάνων της πρώτης αναιρεσιβλήτου και των υπ' αυτής προστηθέντων, των στοιχείων αυτών, κριθέντων από το Εφετείο ως ελλειπόντων στην ένδικη διαφορά και ανηκόντων στο πραγματικό των υπ' αυτού εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 922 και 932 ΑΚ.

Το γεγονός όμως καθευατό του τραυματισμού της αναιρεσειούσης εντός του χώρου του ανωτέρω πλοίου, το οποίο και μόνο μνημονεύεται στο ανωτέρω δημόσιο έγγραφο, εδέχθη το Εφετείο ως αληθινό. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νομίμως προσαχθείσεις μετ' επικλήσεως υπό της αναιρεσειούσης υπ' αριθμ. .....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α και Β ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς και Αθηνών αντιστοίχως. Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, μνημονευόμενες σ'αυτή ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως (τρίτος από τον αριθμό 8 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν αποτελεί δικαστική ομολογία κάθε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων εναγομένων ενώπιον του Εφετείου, διαλαμβάνεται δε και στο αναιρετήριο, αυτοί ανέφεραν ότι τα μέλη του πληρώματος του ανωτέρω πλοίου παρέσχον στην αναιρεσείουσα μετά τον τραυματισμό της, κάθε δυνατή βοήθεια προκειμένου αυτή να επιβιβασθεί του εν λόγω πλοίου και να μεταφερθεί στον Πειραιά.

Το γεγονός αυτό της παροχής βοηθείας στην αναιρεσείουσα, οι αναιρεσίβλητοι ανέφεραν προς αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσειούσης ότι μετά τον τραυματισμό την άφησαν αβοήθητη. Η του ανωτέρω όμως περιεχομένου δήλωση των αναιρεσιβλήτων δεν εμπεριέχει δικαστική ομολογία κατά την έννοια τις ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 352§2 ΚΠολΔ όσον αφορά στις επιμέρους συνθήκες του τραυματισμού της και την υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της πρώτης αναιρεσιβλήτου (πλοιοκτήτριας εταιρείας) και των υπ' αυτής προστηθέντων, στην επέλευση του τραυματισμού της αναιρεσειούσης, όπως οι συνθήκες αυτές διαλαμβάνονται στην αγωγή προς θεμελίωση της ιστορικής αυτής βάσεως.

Επομένως, ο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος. V. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/96).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τον λόγο εφέσεως της αναιρεσειούσης, δια του οποίου διετυπώθη παράπονο κατά της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία απέρριψε την επί της αδικοπραξίας ερειδομένη βάση της αγωγής της, β) τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης ότι αμέσως μετά τον τραυματισμό της επί του πλοίου ενημέρωσε τον αρμόδιο αξιωματικό του πλοίου για τον τραυματισμό της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως προς μεν την υπό στοιχ. α' αιτίαση γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απήντησε στον προαναφερόμενο λόγο εφέσεως, τον οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ως προς δε την υπό στοιχ. β' αιτίαση, γιατί ο άνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα δικονομική έννοια.

VI. Επειδή, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, όπως αυτός ορθώς εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο με το να κρίνει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης, θεμελιωτικό της ιστορικής βάσεως της αγωγής της, ότι υπαίτιοι του τραυματισμού της είναι οι υπό της πρώτης εναγομένης προστηθέντες, παραλείψαντες να αποκαταστήσουν το ελάττωμα στην υπερυψωμένη βάση πυρασφάλειας ("κατωκάσι"), δεχόμενο, αντιθέτως, ότι αποκλειστικά υπαίτια του τραυματισμού της είναι η ίδια, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 481, 346, 914, 922, 926, 929, 932 ΑΚ, 40, 41, 49-51, 84, 106, 107 παρ.1 εδ.γ', 108, 134, 135, 174-189 του ΚΙΝΔ., και 46, 48 του Κ.Δ.Ν.Δ.

Με τον προαναφερόμενο όμως αναιρετικό λόγο και υπό την αιτίαση της παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων, στην πραγματικότητα πλήσσεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "οι χρησιμοποιούμενες στα πλοία λαμαρίνες έχουν ως εκ του προορισμού τους ικανό πάχος ακριβώς για να μην υφίστανται ταλαντώσεις" παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον υπό της αμέσως ως άνω διατάξεως προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών και όχι όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του ακυρωτικού ελέγχου κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ.

VII. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 930 και 914 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικώς να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, από το άρθρο 922 ΑΚ που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.

Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστεθείς σε τρίτους όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιόγονος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια.

Τοιαύτη αστική ευθύνη εκ της σχέσεως της προστήσεως γεννάται εις βάρος του πλοιοκτήτου και στις περιπτώσεις αδικοπραξιών, τελεσθείσες από τον πλοίαρχο και τα μέλη του πληρώματος του πλοίου κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτούς καθηκόντων (άρθρο 84 του ΚΙΝΔ). Υπαίτια δε ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 18.8.1999 η ενάγουσα προκειμένου να μεταβεί στους Φούρνους Ικαρίας προμηθεύτηκε από το πρακτορείο εκδόσεως εισιτηρίων πλοίων "Φιλλιπής Τours" το υπ' αριθμό .....

εισιτήριο επιβιβάσεως της δεύτερης εναγομένης στο με ελληνική σημαία επιβατηγό - οχηματαγωγό πλοίο "GOLDEN VERGINA" κ.ο.χ. 4.407,09. Πράγματι το εν λόγω πλοίο με πλοίαρχο τον πέμπτο εφεσίβλητο και την εκκαλούσα μεταξύ των επιβατών περί ώρα 20.00' της 18.8.1999 απέπλευσε από το λιμάνι του Πειραιά για ο προγραμματισμένο δρομολόγιο του προς Φούρνους Ικαρίας.

Το πρωί της 19.8.1999 κατά την αποβίβαση των επιβατών στο λιμάνι των Φούρνων Ικαρίας, ενώ η ενάγουσα -εκκαλούσα είχε μόλις κατέλθει μαζί με άλλους επιβάτες τη σκάλα αποβίβασης - επιβίβασης του πλοίου και επιχειρούσε να διέλθει την καιροστεγή θύρα πυρασφαλείας που οδηγεί στο χώρο σταθμεύσεως των αυτοκινήτων (γκαράζ) και από εκεί στην έξοδο του πλοίου, αιφνίδιος έχασε την ισορροπία της, και κατέπεσε στο πάτωμα του πλοίου στο χώρο του γκαράζ του πλοίου με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο αριστερό της πόδι στο οποίο προκλήθηκε κάταγμα σφύρας.

Η ενάγουσα αποδίδει τον τραυματισμό της στο γεγονός ότι πάτησε την υπερυψωμένη βάση της θύρας (κατωκάσι) από λαμαρίνα η οποία ήταν πρόσθετη και μη επαρκώς συγκολλημένη με το κυρίως φέροντα σκελετό της θύρας με αποτέλεσμα να ταλαντωθεί αυτή (η λαμαρίνα), να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο πάτωμα.

Η θύρα αυτή όπως προαναφέρθηκε ήταν καιροστεγής θύρα πυρασφαλείας δηλαδή έπρεπε ως εκ της ιδιότητας της αυτής να κλείνει ασφαλώς και ερμητικά. Για τον λόγο αυτό δηλαδή για το πυρασφαλές κλείσιμο της το κάτω μέρος δηλαδή η βάση της θύρας αυτής ήταν υπερυψωμένη κατά (0,20) είκοσι εκατοστά του μέτρου από το πάτωμα.

Το κάτω μέρος της θύρας από κατασκευής του πλοίου αποτελούσε μέρος του όλου τοιχείου εξ ελάσματος (λαμαρίνας) από σίδηρο. Από τα διδάγματα της κοινής πείρας εξάγεται (αρθρ. 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) ότι οι χρησιμοποιούμενες στα πλοία λαμαρίνες έχουν ως εκ του προορισμού τους ικανό πάχος ακριβώς για να μην υφίστανται ταλαντώσεις.

Εν πάση περιπτώσει, αν πράγματι κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας το κάτω μέρος της θύρας αυτής ήταν από πρόσθετη λεπτή λαμαρίνα μη επαρκώς συγκολλημένη, υφιστάμενη ταλαντώσεις, τότε η θύρα αυτή οπωσδήποτε θα είχε απολέσει τις ιδιότητες της ως καιροστεγούς και πυρασφαλούς. Όμως στην περίπτωση αυτή οπωσδήποτε θα είχε γίνει αντιληπτό κατά τις τακτικές και έκτακτες επιθεωρήσεις του πλοίου από τους επιθεωρητές του νηογνώμονα, τις λιμενικές Αρχές και ειδικά τα όργανα αυτών που σε κάθε λιμάνι έχουν τη δυνατότητα επιβλέποντας την είσοδο και την έξοδο των επιβατών να επιθεωρούν εκ των πραγμάτων, μακροσκοπικά τη θύρα αυτή.

Από τη θύρα αυτή κατά τους θερινούς μήνες, κατά τους οποίους είναι γνωστό τοις πάσι ότι υπάρχει μεγάλη τουριστική και επιβατική κίνηση, χιλιάδες επιβάτες εισέρχονται και εξέρχονται στα διάφορα λιμάνια του προορισμού τους.

Συνεπώς αν πράγματι το κάτω μέρος της ως άνω θύρας ήταν ελαττωματικό θα έπρεπε να πίπτουν επί του πατώματος, εκτός από τα μέλη του πληρώματος ο ένας μετά τον άλλο οι διερχόμενοι εξ αυτής επιβάτες. Όμως καμιά τέτοια περίπτωση δεν αναφέρθηκε ούτε κατάγγειλε η ενάγουσα. Αντίθετα ο ως άνω μάρτυρας της ανταποδείξεως Γ, που ήταν υπεύθυνος λειτουργίας του πλοίου βεβαιώνει ότι τέτοιο ατύχημα στην εν λόγω θύρα δεν είχε ξαναγίνει.

Αξιολογώντας το σχετικό ισχυρισμό της ενάγουσας, σε κάθε περίπτωση αυτή (η ενάγουσα) θα έπρεπε να δρασκελίσει το υπερυψωμένο κάτω μέρος της εν λόγω θύρας και όχι να πατήσει επ' αυτού με συνέπεια, άνευ λόγου, να υπερυψωθεί το σώμα της από το πάτωμα κατά είκοσι εκατοστά του μέτρου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα κατά την κάθοδο της από την κλίμακα καθόδου έμπροσθεν της ως άνω καιροστεγούς - πυροστεγούς θύρας:

α) δεν πρόσεξε την ειδική με κίτρινες και μαύρες γραμμές σήμανση και την σχετική προειδοποίηση στην Ελληνική και την Αγγλική γλώσσα με τη λέξη προσοχή και β) δεν πρόσεξε τους έμπροσθεν αυτής εξερχόμενους επιβάτες οι οποίοι δρασκέλιζαν το κάτω μέρος της εν λόγω θύρας κατά την διέλευση τους από αυτή (τη θύρα) ώστε να πράξει και αυτή το ίδιο, με αποτέλεσμα όπως ήταν, αφηρημένη να σκοντάψει κατά την διέλευση της στο υπερυψωμένο κάτω μέρος της εν λόγω θύρας, να πέσει επί του πατώματος του χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων του πλοίου και να τραυματιστεί σοβαρά δηλαδή να υποστεί ρωγμώδες κάταγμα σφύρας στο αριστερό της πόδι.

Συνεπώς αποκλειστική υπαίτια του τραυματισμού της από έλλειψη προσοχής υπήρξε η ίδια η ενάγουσα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επαληθεύεται και από την αμέσως μετά το ατύχημα συμπεριφορά κυρίως της ενάγουσας. Ειδικότερα κατά την κρίση του μέσου κανονικού ανθρώπου η ενάγουσα, ο συνοδός αυτής και μάρτυρας της αποδείξεως Β ως και οι παραστάντες του ατυχήματος μάρτυρες -επιβάτες θα έπρεπε να καταγγείλουν το γεγονός να ειδοποιήσουν δηλαδή αμέσως τον πλοίαρχο και τα παριστάμενα κατά την αποβίβαση μέλη του πληρώματος του πλοίου και τα λιμενικά όργανα.

Όμως ουδέν περί αυτού συνέβη με αποτέλεσμα οι αγωγικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας περί των συνθηκών του τραυματισμού της να εμφανίζονται ως οψιγενείς και συνεπώς μη πειστικοί. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχετικές καταθέσεις του μάρτυρα της αποδείξεως Β δεν κρίνονται αντικειμενικές επειδή αν είχε γίνει καταγγελία στη Λιμενική Αρχή θα υπήρχε στη δικογραφία προανακριτικό υλικό και σχετική εγγραφή στο ημερολόγιο του πλοίου, πράγμα που κανένας διάδικος δεν ισχυρίζεται".

Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσειούσης, με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για τον στην αγωγή της αναφερόμενο τραυματισμό. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ούτε και κάποια άλλη διάταξη.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.06.2007 αίτηση για αναίρεση της 536/17.6.2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του τετάρτου και έκτης εκ των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ