1711/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1711/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Επομένως οι από 11.4.2006 και από 27.4.2006 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 10/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1711 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1711/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α΄. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.
Β΄. Του αναιρεσείοντος: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ2 , κατοίκου Αθηνών, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω Τραπεζικής Εταιρίας και δικαιοπαρόχου του αποβιώσαντος πρώην διοικητή και νομίμου εκπροσώπου της .................. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2001 αγωγή του Ψ1, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1132/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχεία Α΄ αναιρεσείουσα με την από 11-4-2006 αίτησή της και ο υπό στοιχεία Β΄ αναιρεσείων με την από 27-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε τις από 7-5-2007 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ΄Αρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση
και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Επομένως οι από 11.4.2006 και από 27.4.2006 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της 10/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Α) Επί της από 11.4.2006 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." Κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας, που καταρτίστηκε με την από ............. Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται α) με το θάνατο του υπαλλήλου β) με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας γ) με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο δ) λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του παρόντος Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης.
ε) Αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) μήνα στ) αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Στο άρθρο 29 του Κανονισμού προβλέπεται και η ποινή της προσωρινής παύσεως. Εξάλλου αν στον Κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ή ακόμη και μεμονωμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ΄ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως μέχρι τη λήξη της ως επαχθής για τον εργοδότη.
Επομένως, σπουδαίο λόγο μπορεί να θεμελιώσει όχι μόνον η ποινική καταδίκη, αλλά ακόμη και η υποψία τελέσεως ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης προς τον εργαζόμενο (ΑΠ 112/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής :
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 3.10.1995 ως δόκιμος υπάλληλος του οικονομικού κλάδου με σύμβαση ορισμένου χρόνου από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και από 25.5.1998 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του οικονομικού κλάδου. Ως Ταμιολογιστής του Καταστήματος .........., επωφελούμενος της θέσης του, πραγματοποίησε συναλλαγές (αναλήψεις και καταθέσεις) σε δύο λογαριασμούς Ταμιευτηρίου συγγενικών του προσώπων, τις οποίες απέκρυψε από τους δικαιούχους, αποτυπώνοντας τις σχετικές εγγραφές σε κάποιο χαρτί αντί στα βιβλιάριά τους.
Τα ποσά των αναλήψεων χρησιμοποίησε προσωρινά για την εξυπηρέτηση δικών του αναγκών και τα επέστρεψε στους δικαιούχους λίγες ημέρες αργότερα. Ειδικότερα στις 11.11.1999 πραγματοποίησε ανάληψη "άνευ βιβλιαρίου" ποσού 100.000 δρχ. από τον αποταμιευτικό λογαριασμό της αδελφής του Γ1, προκειμένου να καλύψει ισόποσο έλλειμμα που είχε δημιουργήσει στο ταμείο του, το οποίο επέστρεψε στις 23.11.1999.
Στις 18.1.2000 πραγματοποίησε και πάλι με τη διαδικασία "άνευ βιβλιαρίου" ανάληψη ποσού 1.000.000 από τον αποταμιευτικό λογαριασμό της Γ2 και Γ3 (γιαγιάς του και θείου του) και ανάληψη 1.000.000 από το λογαριασμό της αδελφής του. Με το προϊόν των αναλήψεων αυτών πίστωσε τον κοινό με τον πατέρα του αποταμιευτικό λογαριασμό και συμμετείχε στις δημόσιες εγγραφές για την Α.ΜΚ των εταιριών "INFORMATICS AE" και "ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ", ενώ στις 26.1.2000 και 4.2.2000 επέστρεψε τα ποσά στους δικαιούχους, πιστώνοντας τις υπομερίδες τους.
Επίσης στις 21.4.1999 και 22.7.1999 ανέλαβε από λογαριασμό Γ2 και Γ3 τα ποσά των 2.000.000και 1.800.000 δρχ., τα οποία χρησιμοποίησε για την αγορά μετοχών και τα επέστρεψε στις 29.4.1999 και 26.7.1999. Επιπλέον στις 31.3.2000 ανέλαβε από το λογαριασμό της αδελφής του τα ποσά των 770.000 και 1.080 δρχ., τα οποία επέστρεψε στις 3.4.2000, πλην όμως τις σχετικές εγγραφές δεν καταχώρισε στο οικείο βιβλιάριο.
Από τον έλεγχο των Επιθεωρητών της αναιρεσείουσας προέκυψε, ότι ο αναιρεσείων διενήργησε αναλήψεις σημαντικού ύψους από λογαριασμούς διαφόρων πελατών του Καταστήματος, χωρίς να προκύπτει έγγραφη εντολή των δικαιούχων, υπέγραφε ο ίδιος τα σχετικά εντάλματα με τυχαίες κατά περίπτωση υπογραφές, βεβαιώνοντας με τη δική του υπογραφή την ταυτότητά τους (γνωστός από συναλλαγή).
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι οι παραπάνω ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες είχαν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, ήταν παράτυπες και μη επιτρεπτές. Όμως το έτος 2000 η αναιρεσείουσα για παρόμοιες περιπτώσεις υπαλλήλων της, αντί του επαχθούς μέτρου της απόλυσής τους εφήρμοσε την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται από τον Κανονισμό της και επέβαλε σ΄ αυτούς μόνο πειθαρχικές ποινές.
Από τη σύγκριση των παραβάσεων και των κυρώσεων που επεβλήθηκαν σε συναδέλφους του αναιρεσιβλήτου, σε σχέση με τις παραβάσεις αυτού, συνάγεται ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεώς του. Το μέτρο αυτό δεν ήταν αναγκαίο για να επιτευχθεί ο σκοπός της προστασίας των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, ούτε τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας.
Δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προξένησε σοβαρό πρόβλημα στην εκμετάλλευση της επιχείρησής της, ώστε η διατήρησή του ως υπαλλήλου να είναι ανώφελη και επικίνδυνη. Αντικειμενικώς η καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου (νέου υπαλλήλου, μικράς τραπεζικής εμπειρίας, υπηρεσιακώς αποδοτικού), μη ζημιώσαντος την εναγομένη οικονομικώς, (ούτε ως προς τη φήμη, ούτε τους πελάτες της), δεν ήταν αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι ουδεμία υλική ή ηθική ζημία υπέστη από τις παράτυπες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες ευχερώς μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με τις προβλεπόμενες στον Κανονισμό πειθαρχικές (πλην της απόλυσης) ποινές και ως εκ τούτου δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 25.7.2001 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ΄ αυτόν μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672 και 281 ΑΚ, αφού, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, ενόψει του ότι οι ενέργειες του αναιρεσιβλήτου και η υπεύθυνη θέση την οποία αυτός κατείχε συνεπάγονται κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της αναιρεσείουσας, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέτρο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως.
Β) Επί της από 27.4.2006 αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ1.
Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αυτής από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, διότι, παρότι αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, απέρριψε το αίτημα της αγωγής του να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε χρηματική ποινή και να απαγγελθεί κατά των νομίμων εκπροσώπων της προσωπική κράτηση σε περίπτωση που αυτή δεν εκπληρώσει την ανωτέρω υποχρέωσή της. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατόπιν των όσων εκτέθηκαν για τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου της πρώτης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Συνεπώς, το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων, προκειμένου να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει σ' αυτήν το ποσόν των 17.260,48 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 21.5.2007 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 10.4.2006 έγγραφη απόδειξη, αποδεικνύεται ότι στον αναιρεσίβλητο έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, το καθαρό συνολικό ποσό των 17.260,48 ευρώ, που δεν αμφισβητεί ο τελευταίος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ΄ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων, να υποχρεωθεί δε ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις κρινόμενες από 11.4.2006 και από 27.4.2006 αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 27.4.2006 αίτηση του Ψ1 για αναίρεση της 10/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την από 11.4.2006 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Αναιρεί την 10/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων διακοσίων εξήντα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (17.260,48), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ