Legislator Case Law & Legislation
1710/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance liability judgment due to procedural error in assessing damages.

Case Number 1710/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal against the First Instance Court's judgment regarding insurance liability for vehicle damage. The court found that the First Instance Court erred in its assessment of damages by failing to account for the plaintiff's contributory negligence regarding the extent of the injury. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remitted to the Supreme Court for a substantive trial to correct the error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for substantive trial when a lower court's judgment contains a procedural error regarding the assessment of damages that affects the outcome.

Keywords

AI generated
insurance liability contributory negligence assessment of damages remittal for trial procedural error substantive trial code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 681A, 666, 667 and 670 to 676 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553 paragraph 1b, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 last part of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 part 5 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1710 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1710/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTEΡΣAΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-10-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του πατρός και δικαστικού του συμπαραστάτη, Θ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούκλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2-10-2018 αίτησή του και τους από 4-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 639/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 21/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση από 30-1-2023 (αριθμ.καταθ.10/3-2-2023), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.21/11-1-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

2. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 21/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.639/2020 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη υπ' αριθμ. 45/2018 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

3.Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.21/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσίβλητος, νομίμως εκπροσωπούμενος από τον δικαστικό συμπαραστάτη πατέρα του Θ.

Κ., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου την από 8-5-2015 (αριθμ.εκθ. καταθ. ΕΓα601/2015) αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, η πρώτη εναγόμενη Σ. Σ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) οδηγώντας το ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Ν. Τ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητά της τον τραυματισμό του, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.

Ζήτησε, δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 389.600 ευρώ ως αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία, πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (επιφυλασσόμενος για το ποσό των 15 ευρώ, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων προς υποστήριξη της κατηγορίας), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, 2) να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας α) το συνολικό ποσό των 350.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) τα αναφερόμενα ποσά για το διάστημα από 9-5-2015 έως 9-5-2017 ως μηνιαία αποζημίωση της μελλοντικής ζημίας του, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε μερικότερο ποσό θα καταστεί απαιτητό.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την υπ' αριθμ.380/2016 οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης Σ. Σ. -οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου στην επέλευση του ατυχήματος και συνυπαιτιότητα του ενάγοντα στην έκταση της ζημίας κατά ποσοστό 20%, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Μετά την άσκηση 1) της από 4-10-2016 (αρ. εκθ. καταθ. 84/4-10-2016 ) έφεσης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, 2) της από 12-10-2016 (αρ. εκθ. καταθ.91/14-10-2016) έφεσης από την τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και τους λοιπούς εναγόμενους και μη διαδίκους στην παρούσα δίκη Σ. Σ. και Ν. Τ., εκδόθηκε, η υπ'αριθμ. 45/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις αντιμωλία των διαδίκων α) απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του εκκαλούντα-ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου, β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας- εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας (και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη λοιπών εκκαλούντων- εναγόμενων) και μετά την εξαφάνιση της απόφασης, αφού δέχθηκε ότι οι εμπλακέντες οδηγοί είναι συνυπαίτιοι στην μεν επέλευση του ατυχήματος κατά ποσοστό 70% η πρώτη εναγόμενη οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου και κατά 30% ο ενάγων, στη δε έκταση της ζημίας ο ενάγων κατά ποσοστό 30% λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Ασκηθείσης αναίρεσης μετά προσθέτων λόγων από τον νυν αναιρεσίβλητο εκδόθηκε η υπ'αριθμ.639/2020 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ( Δ Τμήμα), με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ειδικότερα, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 45/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου για τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους ως προς την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντα στην πρόκληση του ατυχήματος, ενώ κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικά με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ'άρθρο 932 ΑΚ και αποζημίωσης κατ'άρθρο 931 ΑΚ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 21/2023 απόφασή του, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις κατά τα άνω ασκηθείσες εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν αυτές.

4. α. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας (το παράνομο της πράξης ή παράλειψης του οδηγού) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού (της πράξης ή της παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 του Ν ΓΠΝ/1911, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος δύναται να αφορά είτε στην πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή στη γένεση από αυτό της ζημίας του, είτε στην έκταση αυτής. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενστάσεις, καθεμία των οποίων συντίθεται από διαφορετικά, ολικά ή μερικά, πραγματικά περιστατικά, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας, η δε δεύτερη στην έκτασή της (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 213/2017, ΑΠ 766/2007).

Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΟλΑΠ 15/2006). Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν καθ'εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 76/2014). Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 1425/2024,ΑΠ 250/2023,ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021,ΑΠ 68/2020).

β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1615/2024,ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).

5. Στην ερευνώμενη υπόθεση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δέχθηκε τα εξής: "...Στις 21-5- 2014 και περί ώρα 17:55 ο υπό δικαστική συμπαράσταση πλέον Α. Κ., ενάγων ( ήδη αναιρεσίβλητος ), οδηγούσε, στερούμενος αδείας ικανότητας οδηγού, τη με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του ...(μη διαδίκου), κινούμενος επί της οδού ... Άστρους του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας και με κατεύθυνση από την έξοδο της πόλης προς το κέντρο αυτής. Η ως άνω οδός βρίσκεται εντός του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα, κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος 6,40μ.

είναι δε σχεδόν ευθεία με ελάχιστη καμπύλη και με μικρή ανωφέρεια στο ρεύμα πορείας του ενάγοντα. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην περιοχή, η οποία είναι κατοικημένη, ανέρχεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ανά ώρα.

Κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, στην περιοχή επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε πλήρης φυσικός φωτισμός, η ορατότητα ήταν επαρκής και η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών αραιή. ...Ο τελευταίος, οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με ταχύτητα που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε το προαναφερόμενο νόμιμο όριο, ενώ δεν έφερε προστατευτικό κράνος.

Στον ίδιο τόπο και χρόνο, επί της ιδίας οδού αλλά με αντίθετη κατεύθυνση (ήτοι από το κέντρο της πόλης προς την έξοδο αυτής), εκινείτο η Σ. Σ. (πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη και εκκαλούσα δεύτερης έφεσης), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του συζύγου της Ν. Τ. (δεύτερου εναγομένου και εφεσίβλητου και εκκαλούντος της δεύτερης έφεσης), ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην (ήδη αναιρεσείουσα ) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" (τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη και εκκαλούσα δεύτερης έφεσης).

Οδηγούσε δε το όχημα της με ταχύτητα που επίσης δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, αλλά που επίσης δεν υπερέβαινε το προαναφερόμενο νόμιμο όριο. Η τελευταία έχοντας πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και να εισέλθει σε ιδιωτικό χώρο άθλησης ευρισκόμενο αριστερά της πορείας της, οδηγώντας χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, έστριψε αριστερά με αμείωτη την ταχύτητα της, παραβιάζοντας την διπλή διαχωριστική γραμμή και χωρίς να κινηθεί προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος της οδού και παράλληλα με την διαχωριστική γραμμή και να ακινητοποιήσει το όχημα της προτού προβεί στην εν λόγω κίνηση, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η κίνηση της από τα αντίθετα αυτής κινούμενα οχήματα και για να ελέγξει και να επιτρέψει τη διέλευση των οχημάτων αυτών [που κινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει] και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την ταχύτητα και την κατεύθυνση τους, όπως όφειλε και μπορούσε να κάνει ως μέσος συνετός οδηγός.

Έτσι ενώ αντελήφθη, όπως η ίδια συνομολογεί, ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού κινούνταν έτερα οχήματα και δη η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, παρόλα αυτά δεν ανέμενε να περάσει ο τελευταίος και υπολογίζοντας εσφαλμένα την απόσταση από αυτόν άλλαξε αιφνίδια την κατεύθυνση της προς τα αριστερά, προκειμένου να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, φράσσοντας εν μέρει διαγώνια το ρεύμα όπου κινούταν η μοτοσικλέτα του ενάγοντος και παρεμβλήθηκε διαγωνίως στην πορεία του τελευταίου.

Από την άλλη μεριά ο οδηγός της μοτοσικλέτας -ενάγων παρόλο που είχε ορατότητα και αντελήφθη την κίνηση της ανωτέρω οδηγού σε απόσταση περί των 20 μέτρων, τροχοπέδησε μεν απότομα, πλην όμως ενόψει της αιφνίδιας παρεμβολής στην πορεία του, σε μικρή απόσταση από την κινούμενη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, δεν πρόλαβε να ακινητοποιήσει την δίκυκλη μοτοσικλέτα του και λόγω της απότομης τροχοπέδησης, έχασε τον έλεγχο αυτής με αποτέλεσμα να ανατραπεί προς την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, η οποία στη συνέχεια συρόμενη και κινούμενη ανεξέλεγκτα επί του οδοστρώματος επέπεσε με σφοδρότητα στο μέσον περίπου του κάτω μέρους της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου της εναγομένης.

Ο οδηγός -ενάγων της μοτοσικλέτας σύρθηκε βιαίως και μετά την σύγκρουση της μοτοσικλέτας στο αυτοκίνητο εκτινάχθηκε και προσέκρουσε με σφοδρότητα στο οδόστρωμα, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περί τα 1,25μέτρα από την οριογραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας (διπλή διαχωριστικής) εντός του ρεύματος πορείας του, ενώ η μοτοσικλέτα συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία της συρόμενη επί του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε πλησίον του χωμάτινου ερείσματος του αντίθετου ρεύματος της οδού (προς την έξοδο της πόλης) στην οριογραμμή σχεδόν του αντίθετου ρεύματος πορείας.

Οι πορείες, η τελική θέση των οχημάτων, τα σημεία σύγκρουσης των εμπλεκομένων οχημάτων και τα εκ της ένδικης σύγκρουσης αντικειμενικά ευρήματα, σημειώνονται στην έκθεση απλής αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, τα οποία μετέβησαν στον τόπο του ένδικου συμβάντος αμέσως και συγκεκριμένα περί ώρα 18:00π.μ.

και απεικονίζονται στο συνταγέν από αυτά σχεδιάγραμμα, τα οποία συνομολογούνται από τους διαδίκους. Στην έκθεση αυτή σημειώνεται με ακρίβεια ότι η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα όπου κινούταν ο ενάγων και ότι ευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης περί τα 6,40μέτρα από την μοτοσικλέτα και τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης αυτού μήκους 3,80 μέτρων.

Επίσης αναφέρεται ότι η μπαγκαζιέρα της μοτοσικλέτας αποκολλήθηκε και ευρέθη εντός του ρεύματος πορείας του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης οδηγού του αυτοκινήτου ότι πριν προβεί στην αλλαγή της κατεύθυνσης της, ενεργώντας αριστερή στροφή κινούμενη κατά τα ανωτέρω, διέκοψε την πορεία της στην συμβολή των οδών και έχοντας θέσει σε χρήση τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης [φλας], προκειμένου να γνωστοποιήσει την πρόθεση της στους λοιπούς χρήστες της οδού ακινητοποίησε το όχημα της και έλεγξε σχολαστικά την οδό, δεν κρίνεται βάσιμος και αληθινός.

Και τούτο διότι αν πράγματι η οδηγός του αυτοκινήτου είχε ενεργήσει κατά τους ισχυρισμούς της και εφόσον όπως και η ίδια συνομολογεί ότι είχε διαπιστώσει ότι στο αντίθετο ρεύμα κινούταν η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, θα είχε ακινητοποιήσει το όχημα της και θα ανέμενε να περάσει αυτή, δεν θα επιχειρούσε αιφνιδίως στροφή (για να προλάβει την μοτοσικλέτα) και δεν θα είχε αποκλείσει την πορεία αυτής.

Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος φέρει η οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, η οποία παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8α, β, 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, η παράβαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν. Πέραν των ανωτέρω, δεν απεδείχθη ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε με αυξημένη για τις περιστάσεις της οδού ταχύτητα, και συγκεκριμένα πέραν των 50χιλμ /ώρα.

Επίσης, ουδεμία αποφευκτική ενέργεια θα μπορούσε να κάνει ο τελευταίος, διότι οποιοσδήποτε ελιγμός προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, θα τον οδηγούσε σε κίνδυνο σύγκρουσης με τα έτερα κινούμενα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οχήματα, ενώ τυχόν αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά θα το οδηγούσε και πάλι σε πορεία σύγκρουσης με το ζημιογόνο ΙΧΦ αυτοκίνητο, καθόσον θα ακολουθούσε την ίδια πορεία με αυτό.

Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είχε επαρκή τοπικά και χρονικά περιθώρια άλλης πρόσφορης αντίδρασης, πλην αυτής που έλαβε χώρα, ήτοι της απότομης τροχοπέδησης. Τέλος, η έλλειψη κατάλληλης άδειας ικανότητας οδήγησης από τον ενάγοντα οδηγό, δε συνετέλεσε ούτε συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεδομένου ότι η κάθετη είσοδος του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας που κινούνταν ο ενάγων πραγματοποιήθηκε όταν το όχημα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, περί τα 20 μέτρα περίπου και περιόριζε, αντικειμενικά, χρονικά και τοπικά τα περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης ακόμη και αν ο ίδιος είχε την άδεια οδήγησης, εφόσον κρίνεται ότι η έλλειψη αυτής δεν μείωσε την ικανότητα του, δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά, και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο υπό τις ανωτέρω περιστάσεις θα είχε συμβεί έστω και αν ο ενάγων είχε την κατάλληλη άδεια ικανότητας οδήγησης....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα ήταν η οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Σ. Σ. ( που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και ότι ουδεμία υπαιτιότητα δύναται να αποδοθεί στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ήδη αναιρεσίβλητο.

6. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1εδ.β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300,330, 914 ΑΚ καθώς και εκείνων των άρθρων, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 ΚΟΚ ότι, ως προς τον παραδεκτά και νόμιμα προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της για συνυπαιτιότητα του ενάγοντα οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ήδη αναιρεσείοντα (που πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα), το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του α) ελλιπώς και ενδοιαστικά αιτιολόγησε το ζήτημα της ταχύτητας των εμπλακέντων οχημάτων, καθώς αποφαίνεται ότι αυτά εκινούντο με ταχύτητα μη προσδιορισθείσα επακριβώς αλλά μη υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο όριο, χωρίς, να προσδιορίζει με βεβαιότητα ποια ακριβώς ήταν η ταχύτητα των τελευταίων.

Ειδικότερα, δε, ότι για το ζήτημα της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας του παθόντα αποφαίνεται για το τι δεν αποδείχθηκε και όχι για το τι αποδείχθηκε. Για τη θεμελίωση, δε, των ως άνω αιτιάσεών της η αναιρεσείουσα παραθέτει εκδοχές διαφορετικών ταχυτήτων τόσο της μοτοσικλέτας όσο και του ζημιογόνου αυτοκινήτου, οι οποίες με βάση τους κανόνες της φυσικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας οδηγούν, η κάθε μία, στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας μπορούσε να αντιδράσει αποτελεσματικά μειώνοντας εγκαίρως την ταχύτητά του και να αποφύγει τη σύγκρουση, β) ελλιπώς και αντιφατικά αποφαίνεται ότι η έλλειψη της κατάλληλης άδειας ικανότητας οδήγησης από τον ενάγοντα οδηγό της μοτοσικλέτας δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στη σύγκρουση.

Οι ως άνω αιτιάσεις, δεν συνιστούν ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, αλλά ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής, περί των συνθηκών της σύγκρουσης, που δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό και, συνακόλουθα, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με αυτές, υπό το πρόσχημα της προβαλλόμενης πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 εδ.β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην επέλευση της ζημίας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν Ειδικότερα: 1) αναφέρονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού, στην οποία έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, 2) παρατίθενται με σαφήνεια οι συνθήκες κυκλοφορίας και δη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα στην περιοχή, η οποία είναι κατοικημένη, 3) περιγράφεται με πλήρη σαφήνεια η οδηγική συμπεριφορά α) της οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου , η οποία δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της, ώστε να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς λαμβάνοντας υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, και η οποία i) οδηγούσε με ταχύτητα μη προσδιορισθείσα ακριβώς, αλλά που δεν υπερέβαινε τα επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ /ώρα, ii) έχοντας πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και να εισέλθει σε ιδιωτικό χώρο άθλησης ευρισκόμενο αριστερά της πορείας της, έστριψε αριστερά με αμείωτη την ταχύτητα της, παραβιάζοντας την διπλή διαχωριστική γραμμή, χωρίς να κινηθεί προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος της οδού και παράλληλα με την διαχωριστική γραμμή και χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημα της, προτού προβεί στην εν λόγω κίνηση και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την ταχύτητα και την κατεύθυνση τους, iii) ενώ αντελήφθη, ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού κινούνταν άλλα οχήματα και δη η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, παρόλα αυτά δεν ανέμενε να περάσει ο τελευταίος και υπολογίζοντας εσφαλμένα την απόσταση από αυτόν, άλλαξε αιφνίδια την κατεύθυνση της προς τα αριστερά, προκειμένου να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, φράσσοντας εν μέρει διαγώνια το ρεύμα, όπου κινούταν η μοτοσικλέτα του ενάγοντα και παρεμβλήθηκε διαγωνίως στην πορεία του τελευταίου.

β) του οδηγού τα δίκυκλης μοτοσικλέτας και ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς αυτός i) κατά το χρόνο της σύγκρουσης, οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με ταχύτητα μη προσδιορισθείσα ακριβώς, αλλά που δεν υπερέβαινε τα επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ /ώρα, ενώ δεν έφερε προστατευτικό κράνος, ii) ότι αντελήφθη την κίνηση της οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, όταν αυτό βρισκόταν σε απόσταση περίπου 20 μέτρων, αλλά παρά το ότι τροχοπέδησε, εντούτοις λόγω του αιφνιδίου της παρεμβολής του αυτοκινήτου και της μικρής απόστασης από αυτό η οποία περιόριζε τα χρονικά και τοπικά όρια αποτελεσματικής αντίδρασης, δεν πρόλαβε να ακινητοποιήσει την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, iii) λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής της τελευταίας σε μικρή απόσταση από αυτόν και λόγω της απότομης τροχοπέδησης έχασε τον έλεγχο μοτοσικλέτας, η οποία ανετράπη προς την αριστερή πλευρά της και στη συνέχεια συρόμενη και κινούμενη ανεξέλεγκτα επί του οδοστρώματος επέπεσε με σφροδρότητα στο μέσον περίπου του κάτω μέρους της δεξιάς πλευράς του ζημιογόνου αυτοκινήτου, 3) ουδεμία αποφευκτική ενέργεια θα μπορούσε να κάνει ο οδηγός της δίκυλης μοτοσικλέτας, διότι οποιοσδήποτε ελιγμός προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, θα τον οδηγούσε σε κίνδυνο σύγκρουσης με τα κινούμενα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οχήματα, ενώ τυχόν αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά θα τον οδηγούσε και πάλι σε πορεία σύγκρουσης με το ζημιογόνο ΙΧΦ αυτοκίνητο, καθόσον θα ακολουθούσε την ίδια πορεία με αυτό.

Επίσης, ότι ο ίδιος με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν είχε επαρκή τοπικά και χρονικά περιθώρια άλλης πρόσφορης αντίδρασης, πλην αυτής που έλαβε χώρα, ήτοι της απότομης τροχοπέδησης, 4) ότι η έλλειψη κατάλληλης άδειας ικανότητας οδήγησης από τον ενάγοντα οδηγό, δε συνετέλεσε ούτε συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, δεδομένου ότι η κάθετη είσοδος του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας, που κινούνταν ο παθών, πραγματοποιήθηκε, όταν το όχημα του τελευταίου είχε πλησιάσει σε πολύ μικρή απόσταση το σημείο της εισόδου του επιβατικού αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, περί τα 20 μέτρα περίπου και περιόριζε, αντικειμενικά, χρονικά και τοπικά τα περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης ακόμη και αν ο ίδιος είχε την άδεια οδήγησης, εφόσον κρίνεται, ότι η έλλειψη αυτής δεν μείωσε την ικανότητα του, δεν επέδρασε στην οδηγική του συμπεριφορά, και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο υπό τις ανωτέρω περιστάσεις θα είχε συμβεί έστω και αν ο ενάγων είχε την κατάλληλη άδεια ικανότητας οδήγησης, 5) περιγράφονται με σαφήνεια οι πορείες των εμπλακέντων οχημάτων, η λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία συνέβη η σύγκρουση (στο ρεύμα όπου κινούταν ο ενάγων), τα ίχνη τροχοπέδησης και πλάγιας ολίσθησης της μοτοσικλέτας εντός του ρεύματος που εκινείτο αυτή, τα σημεία σύγκρουσης των εμπλακέντων οχημάτων, η τελική θέση αυτών, ήτοι η τελική θέση του αναιρεσίβλητου, ο οποίος μετά την σύγκρουση εκτινάχθηκε και προσέκρουσε με σφοδρότητα στο οδόστρωμα, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περί τα 1,25μέτρα από την διπλή διαχωριστική οριογραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας εντός του ρεύματος πορείας του, όπως και η τελική θέση της μοτοσικλέτας, η οποία συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία της συρόμενη επί του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε πλησίον του χωμάτινου ερείσματος του αντίθετου ρεύματος της οδού (προς την έξοδο της πόλης) στην οριογραμμή σχεδόν του αντίθετου ρεύματος.

Από το σύνολο, δε, των πλήρων και λεπτομερών παραδοχών, αναφορικά με την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΦ αυτοκινήτου στην επέλευση του ατυχήματος και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος.

Για να καταλήξει, δε, στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. 6. Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ.1β`ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται άρρηκτα προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1670/2023,ΑΠ 1220/2023 ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 679/2011).

Αν παρά ταύτα το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επιληφθεί και εξετάσει εκ νέου κεφάλαια της απόφασης, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, τότε παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου αναιρετικός λόγος, που αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ως προς τα "κριθέντα" μόνο νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης (ΑΠ 1671/2023, ΑΠ 1941/2022, ΑΠ 739/2022, ΑΠ 707/2008).

Κατά τη διάταξη, δε, του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανέλεγκτα δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση, από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ'αριθμ. 45/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις κατά της υπ'αριθμ. 380/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου α) απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του εκκαλούντα-ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου β) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εκκαλούσας- εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη εκκαλούντων- εναγόμενων και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αφού κρίθηκε, ότι οι εμπλακέντες οδηγοί είναι συνυπαίτιοι στη μεν επέλευση του ατυχήματος κατά ποσοστό 70% η πρώτη εναγόμενη οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου και κατά 30 % ο ενάγων, στη δε έκταση της ζημίας ο ενάγων κατά ποσοστό συνυπαιτιότητας 30%.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 639 /2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από άσκηση αναίρεσης εκ μέρους του ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητου αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου για τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους ως προς την ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντα μόνο, όμως, στην πρόκληση του ατυχήματος και όχι στην έκταση της ζημίας, ενώ κρίθηκε, ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικά με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ'άρθρο 932 ΑΚ και αποζημίωσης κατ'άρθρο 931 ΑΚ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Επομένως, μετά την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, η εξουσία του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκτεινόταν μόνο στα ανωτέρω προσβληθέντα και αναιρεθέντα κεφάλαια και όχι στο μη προσβληθέν με την αναίρεση και μη αναιρεθέν κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας στην έκταση της ζημίας, ως προς το οποίο διατηρείται το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 45/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό, επιπρόσθετα, ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο ήδη αναιρεσίβλητος με την αναίρεση, με την οποία προσέβαλε την υπ'αριθμ. 45/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου επικαλέσθηκε πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559ΚΠολΔ ως προς τα κεφάλαια τα αφορώντα την συνυπαιτιότητα στην επέλευση μόνο της ζημίας και όχι στην έκτασή της, την χρηματική ικανοποίηση κατ'άρθρο 931 ΑΚ και την αποζημίωση κατ'άρθρο 932ΑΚ.

Όπως, δε, εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας η ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος δύναται να αφορά είτε στην πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή στη γένεση από αυτό της ζημίας του, είτε στην έκταση αυτής. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενστάσεις, καθεμία των οποίων συντίθεται από διαφορετικά, ολικά ή μερικά, πραγματικά περιστατικά, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας, η δε δεύτερη στην έκτασή της.

Επομένως, η κατά τα άνω ένσταση η αφορώσα την συνυπαιτιότητα του παθόντα στην έκταση της ζημίας, ποσοστού 30% καλύφθηκε από το δεδικασμένο της υπ'αριθμ. 45/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Παρά ταύτα το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιλήφθηκε και εξέτασε το ανωτέρω κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου στην έκταση της ζημίας, το οποίο δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση και ως προς το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διατηρείτο το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 45/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας στην έκταση της ζημίας προσδιόρισε το ποσοστό αυτής σε ποσοστό 20% για τον οδηγό της μοτοσικλέτας δεχθέν τα εξής: "....Με βάση λοιπόν τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών που υπέστη ο παθών εξαιτίας του ατυχήματος, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα, το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του λόγω της μη χρήσης προστατευτικού κράνους πρέπει να προσδιοριστεί σε 20%, δεκτού γενομένου κατά ένα μέρος του σχετικού ισχυρισμού των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης.

Επισημαίνεται, ότι η μείωση της αποζημίωσης από την παράλειψη χρήσης του κράνους, περιορίζεται σε εκείνο το τμήμα της αποζημίωσης προς το οποίο συνδέεται αιτιωδώς, δηλαδή με την αποζημίωση λόγω σωματικών κακώσεων, ήτοι νοσήλια, φάρμακα, πρόσληψη νοσοκόμας, διαφυγόντα εισοδήματα, καθώς και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος αναφορικά με την έκταση των ζημιών στο ίδιο ως άνω ποσοστό, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός τέταρτος λόγος της δεύτερης έφεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν...". Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, αποφανθέν για το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντα στην έκταση της ζημίας, ήτοι για κεφάλαιο το οποίο δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης κατ'αρθρο 932 ΑΚ και πρόσθετης παροχής κατ'άρθρο 931 ΑΚ, που συνέχεται αναγκαστικά με το αναιρούμενο κεφάλαιο, καθόσον και για τα δύο αυτά κεφάλαια λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το κατά τα νωτέρω συντρέχον πταίσμα του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 10/2015, ΑΠ 1060/2017) και του οποίου μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση τους.

Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 21/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ