Legislator Case Law & Legislation
1710/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking uncontested evidence evaluation under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1710/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final judgment in a property dispute. The appellant argued procedural errors and evidence evaluation flaws, but the court ruled these claims were inadmissible. The court held that challenging the trial court's assessment of evidence constitutes an attack on an uncontrollable factual determination, which is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the trial court's evaluation of evidence is inadmissible as it attacks an uncontrollable factual determination.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal uncontrollable evaluation evidence assessment factual determination property dispute Greek Civil Procedure uncontested facts

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 558, 564 and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(9) of Law 4335/2015
Article 1, 2, 4 and 9 of Law 3226/2004
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 202, 203(2) and 915 of the Code of Civil Procedure
Article 4(2) of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1710 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1710/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. - Χ. Χ. - Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα - Ανδριάνα Βατάνσεβερ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/ 2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 233/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χας Χ. Μ., το γένος Τ., 2) Γ. Μ. του Χ. και 3) Θ. Μ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2017 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Χ. Μ. του Γ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 30-6-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8/5-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 70/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 25-5-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 70/2022, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 14-2-2017 αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία άσκησε ο αρχικώς ενάγων Χ.

Μ., ο οποίος απεβίωσε και την αρξαμένη δίκη, μετά από ματαίωση της συζητήσεως της αγωγής, συνέχισαν οι κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει του από 8-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσαν στον εναγόμενο το αναφερόμενο ακίνητο του αρχικού εκμισθωτή, αντί μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ, καταβαλλόμενου την πρώτη εβδομάδα κάθε μισθωτικού μήνα, ότι η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε διετής, ήτοι μέχρι τις 7-9-2010, η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 8-9-2012 και έκτοτε παρατάθηκε αορίστως και ότι ο εναγόμενος αποχώρησε από το μίσθιο τον Οκτώβριο του 2015, χωρίς να καταβάλει τα μηνιαία μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Μάιο του 2014 έως τον Οκτώβριο του 2015, ήτοι μισθώματα 18 μηνών, συνολικού ποσού 3.600 ευρώ, καθώς και τα τέλη υδρεύσεως, την δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος και τα κοινόχρηστα συνολικού ποσού 645,79 ευρώ, αν και οχλήθηκε στην καταβολή των παραπάνω ποσών.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει συνολικό ποσό 4.245,79 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο των οφειλόμενων μισθωμάτων από την 8η μέρα κάθε μήνα και δη, από την 8η Μαΐου 2014 και την 8η μέρα κάθε μηνός μέχρι και την 8η Οκτωβρίου 2015 και του υπολοίπου ποσού που αντιστοιχεί σε δαπάνες ρεύματος, υδρεύσεως και κοινοχρήστων, από την επομένη της επιδόσεως της εξωδίκου προσκλήσεως προς αυτόν, άλλως με τον νόμιμο τόκο ολοκλήρου του ποσού από την επομένη της επιδόσεως της εξωδίκου προσκλήσεως, άλλως με τον νόμιμο τόκο ολοκλήρου του ποσού από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 332/2019 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των καλούντων - εναγόντων, κατά τα λοιπά έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την από 24-9-2019 έφεσή του.

Επ' αυτής εκδόθηκε από το τελευταίο Δικαστήριο η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 70/2022, τελεσίδικη απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων Δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το Δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού Δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας Δικαίου περιέχει νομικές έννοιες για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024, Α.Π. 1096/2024).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 551/2020).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή δεν υπήγαγε στην έννοια του πραγματικού ελαττώματος του επιδίκου μισθίου το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός ότι ο εκμισθωτής διέκοψε την παροχή ύδατος σε αυτό και ότι ο αναιρεσείων καθ' όλη την διάρκεια της συμβάσεως μισθώσεως παρεμποδίζονταν στην χρήση των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής. Η προβαλλόμενη αιτίαση αυτή, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το Δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1088/2024, Α.Π. 1054/2023). Τέλος, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 651/2021, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 1455/2009, Α.Π. 94/2008).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε μη ορθή εκτίμηση των προσκομισθέντων από αυτόν εγγράφων και δη, χειρογράφων σημειωμάτων, από τα οποία αποδεικνύεται η εξόφληση από αυτόν των επιδίκων μισθωμάτων μέχρι τον Απρίλιο του 2015 και σε μη ορθή αξιολόγηση της μαρτυρικής καταθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, της μητέρας του Χ. Π. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1098/2024), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1229/2024, Α.Π. 1228/2024, Α.Π. 1100/2024, Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1093/2024).

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι αυτή περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι δεν αιτιολογεί για ποιόν λόγο ο αρχικώς ενάγων, αν και με την ένδικη αγωγή του ζητεί την καταβολή μισθωμάτων μέχρι τον Οκτώβριο του 2015, εν τούτοις, όσον αφορά τις κοινόχρηστες δαπάνες, ζητεί την καταβολή τους μέχρι τον Απρίλιο του 2015, ήτοι αν και οι επίδικες δαπάνες αφορούν το ίδιο μίσθιο, όμως, δεν καλύπτουν το ίδιο χρονικό διάστημα.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 70/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις επίδικες αξιώσεις: "Δυνάμει του από 08-09-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης διαμερίσματος ο Χ. Μ., σύζυγος της πρώτης εφεσίβλητης, εκμίσθωσε στον εκκαλούντα ένα ισόγειο διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, εμβαδού 37 τ.μ. που βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη, επί της διασταύρωσης των οδών ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 200,00 ευρώ, προκαταβαλλόμενο την πρώτη εβδομάδα κάθε μισθωτικού μήνα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους 5 και 6 του ως άνω συμφωνητικού, οι δαπάνες για τον ηλεκτροφωτισμό, το νερό, και τις κοινόχρηστες δαπάνες ορίσθηκαν ότι βαρύνουν τον μισθωτή. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε διετής, από την 8-9-2008 έως την 7-9-2010 και εν συνεχεία παρατάθηκε με τους ίδιους όρους μέχρι την 8-9-2012.

Μετά την ημερομηνία αυτή ο εναγόμενος εξακολούθησε να παραμένει στη χρήση του μισθίου, συνεπώς επήλθε έκτοτε μετατροπή της μισθωτικής σύμβασης σε τέτοια αορίστου χρόνου, με σιωπηρή συμφωνία των μερών, κατά τους όρους της διάταξης του άρθρου 611Α.Κ., διεπόμενη από τους ίδιους όρους, όπως καί η αρχική σύμβαση μισθώσεως.

Η ως άνω σύμβαση μίσθωσης λύθηκε με την πραγματική και προσήκουσα παράδοση του μισθίου στον εκμισθωτή η οποία έλαβε χώρα στις 30-10-2015 με την παράδοση των κλειδιών του μισθίου από την μητέρα του μισθωτή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκμισθωτή. Προς τούτο μάλιστα, συντάχθηκε η με ημερομηνία 30-10-2015 απόδειξης παραλαβής κλειδιών του μισθίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκμισθωτή.

Η απόδειξη των καταβολών εκ μέρους του μισθωτή γινόταν με ιδιόγραφα σημειώματα του εκμισθωτή τα οποία παρέδιδε στον μισθωτή και στα οποία αναλύονταν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο καταβληθέν ποσό - ενοίκια, δαπάνες- συνοδευόμενα από αποδείξεις, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών εναγόμενος αναφέρει στην από 1-6-2015 εξώδικη πρόσκλησή του προς τον εκμισθωτή.

Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, ο μισθωτής δεν ήταν συνεπής στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του οφειλόμενου κατά μήνα μισθώματος, καθώς και των αντιστοιχούνταν σε αυτόν λογαριασμών ύδρευσης, ηλεκτρισμού και κοινοχρήστων λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε, προβαίνοντας σε άτακτες καταβολές.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου μέχρι την 30-10-2015 δεν κατέβαλε μισθώματα για τους μήνες Μάϊο του έτους 2014 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2015, ήτοι συνολικά (18X200=) 3.600 ευρώ. Επίσης δεν κατέβαλε τη δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος περιόδου από 29-09-2014 έως 26-11-2014, ποσού 23,00 ευρώ (λογαριασμός έναντι), τη δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος της περιόδου από 29-09-2014 έως 29-01-2015 (εκκαθαριστικός λογαριασμός) ποσού 71,00 ευρώ (εκκαθαριστικός λογαριασμός) και της περιόδου από 29-01-2015 έως και 27-03-2015, ποσού 24,00 ευρώ (λογαριασμός έναντι), ήτοι συνολικού ύψους 118,00 ευρώ.

Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τη δαπάνη ύδρευσης περιόδου από 4- 07-2014 έως 4-11-2014, ποσού 18,00 ευρώ, περιόδου με ημερομηνία λήξης πληρωμής την 30-01-2015, ποσού 18,00 ευρώ και περιόδου από 4-11-2014 μέχρι και 4-03-2015, ποσού 17 ευρώ, ήτοι συνολικά 53,00 ευρώ. Τέλος, δεν κατέβαλε τις δαπάνες κοινοχρήστων που αντιστοιχούσαν στο διαμέρισμά του σύμφωνα με τον πίνακα αναλογιών οικοπέδου και κοινόχρηστων χώρων (ποσοστό 0.043 επί των κοινοχρήστων και 0,048 επί της θέρμανσης και 0,00 επί των δαπανών ανελκυστήρα) και συγκεκριμένα τις κοινόχρηστες δαπάνες για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του έτους 2014 μέχρι και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2015, συνολικού ποσού 474,79 ευρώ.

Μάλιστα, ο εκμισθωτής ήδη στις 5-6-2015 απέστειλε στον εκκαλούντα-εναγόμενο εξώδικη δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο στις 5-6-2015 (βλ. την με αριθ. ...-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Κ. Κ.), με την οποία του ζητούσε την καταβολή των μέχρι τότε οφειλόμενων μισθωμάτων, καθώς και των ως άνω οφειλόμενων δαπανών ύδρευσης, ηλεκτρικού και κοινοχρήστων.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, για τις όποιες καταβολές προέβαινε ο μισθωτής για μισθώματα, δαπάνες ύδρευσης, ηλεκτρισμού και κοινοχρήστων, παραλάμβανε από τον ενάγοντα χειρόγραφα σημειώματα στα οποία αναλύονταν τα ακριβή ποσά, συνοδευόμενα από αποδείξεις. Ο εκκαλών-εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα ποσά που κατέβαλλε υπερβαίνουν τα οφειλόμενα από τον ίδιο και σε κάθε περίπτωση ότι εξόφλησε όλα τα μισθώματα και τις κοινόχρηστες δαπάνες μέχρι και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2015.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός, δια του οποίου επιχειρείται η προβλεπόμενη από της διάταξη του αρθ. 416 ΑΚ ένσταση εξόφλησης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι τυγχάνει απολύτως αόριστος ..., δεδομένου ότι ουδόλως προσδιορίζει ως όφειλε ποιο ποσό καταβλήθηκε στον αντίδικό του και πότε ως απαιτείται για το ορισμένο του εκ μέρους του σχετικού ισχυρισμού.

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί και ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω εναγόμενος κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό σε εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων και δαπανών ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και κοινοχρήστων. Εξάλλου, από την επισκόπηση των ως άνω προσκομιζομένων μετ' επίκληση από τον ίδιο χειρογράφων σημειωμάτων, δεν αποδεικνύεται η καταβολή των οφειλόμενων ποσών για τα ως άνω διαστήματα.

Ειδικότερα, εκ των ως άνω τριών χειρόγραφων σημειωμάτων ουδόλως αποδεικνύεται η καταβολή μισθώματος πέραν του Απριλίου του 2014, αλλά ούτε και η εξόφληση των μη καταβαλλόμενων ως άνω ποσών ρεύματος και ύδρευσης. Ούτε άλλωστε αποδεικνύεται από τις εκτυπωμένες κινήσεις του λογαριασμού του ότι οι αναλήψεις των ποσών στις οποίες προέβαινε αφορούσαν την εξόφληση των οφειλομένων ποσών προς τον εκμισθωτή.

Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν δύναται το Δικαστήριο να αχθεί από την κατάθεση της μητέρας του ενάγοντος η οποία κατέθεσε ενόρκως αφενός στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι "τελευταίο ενοίκιο καταβάλλαμε τον Απρίλιο" και αφετέρου στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά την εκδίκαση της από 3-9-2015 ανακοπής ότι "Τα έχει πάρει τα χρήματα και τον έχουμε εξοφλήσει από την διατροφή και την υποτροφία που λάμβανε ο γιος μου" η οποία δεν κρίνεται πειστική καθώς δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.

Αντίθετα μάλιστα, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την από 1-5-2015 εξώδικη πρόσκληση διαμαρτυρία του ενάγοντος και της μητέρας του Χ. Π., στην οποία αναφέρεται ότι "θα βοηθηθείτε όλοι με ένα ποσό που δεν ξεπερνά τις δύο χιλιάδες ευρώ, πολύ δε λιγότερο, όπως θα αναλύσω παρακάτω" και ακολούθως "Διότι πως δύναται ένας άνθρωπος να καταστραφεί από μία απλή επιδίκαση ασφαλιστικών μέτρων σε Ειρηνοδικείο και για ποσόν ευτελές που δεν αγγίζει τις δύο χιλιάδες ευρώ..".

Ήτοι ο ίδιος προσδιορίζει το ποσό σε λιγότερο από 2.000,00 ευρώ, το οποίο όμως δεν προσδιορίζει επ' ακριβώς και πάντως σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας εφόσον οφειλόταν μόνο τα μισθώματα και οι λοιπές δαπάνες μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2015, οπωσδήποτε θα προσδιόριζε την οφειλή του στο πολύ μικρότερο αυτό ποσό.

Σημειώνεται, άλλωστε ότι η εξώδικος φέρει ημερομηνία 1-6-2015 και το μίσθωμα για το μήνα Ιούλιο δεν ήταν ακόμη ληξιπρόθεσμο (αφού συμφωνήθηκε να καταβάλλεται την πρώτη εβδομάδα κάθε μισθωτικού μήνα). Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το μίσθιο αποτελούσε τμήμα ενός μεγαλύτερου διαμερίσματος, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να γνωρίζει εάν οι καταλογιζόμενες στον ίδιο κοινόχρηστες δαπάνες αφορούσαν το μισθωμένο διαμέρισμα ή το αρχικό διαμέρισμα και οι λογαριασμοί ύδρευσης και ηλεκτρικού ήταν σε άλλα ονόματα και για τον λόγο αυτό δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση σ' αυτούς και μέσω των σχετικών κοινωφελών Υπηρεσιών.

Οι ισχυρισμοί του αυτοί είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι διότι το διαμέρισμα που εκμίσθωνε αποτελούσε λειτουργικά αυτοτελές διαμέρισμα από το όμορό του, εμβαδού 52 τ.μ. και η συμμετοχή του διαμερίσματος του στις κοινόχρηστες δαπάνες ήταν σαφής με βάση τον πίνακα αναλογιών οικοπέδου και κοινόχρηστων δαπανών.

Επιπλέον, το διαμέρισμα που μίσθωνε είχε δική του παροχή ηλεκτροδότησης (υπ' αριθ. ...) και υδροδότησης (υπ' αριθ. ...) και επομένως, παρότι οι λογαριασμοί δεν εκδίδονταν στο δικό του όνομα, εντούτοις ασφαλώς μπορούσε να γνωρίζει ποιοι λογαριασμοί τον αφορούσαν.

Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εκμισθωτής δεν του παρείχε πρόσβαση στους λογαριασμούς αυτούς. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εφόσον το διαμέρισμά του είχε πρόσβαση από την οδό ..., δεν είχε σχέση με την πολυώροφη οικοδομή που βρίσκεται επί της οδού ... και τους κοινόχρηστους αυτής χώρους ενώ δεν είχε καν κλειδί της κεντρικής εξώθυρας της οικοδομής και συνεπώς δεν είναι δυνατό να βαρύνεται με δαπάνες κοινοχρήστων.

Ο ως άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι αφενός σύμφωνα με τον όρο 31 του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ο μισθωτής υποχρεούται στην καταβολή κατά μήνα των κοινοχρήστων της πολυκατοικίας αφετέρου δε ουδόλως αποδείχθηκε ότι δεν έκανε χρήση των κοινόχρηστων χώρων και δη της ταράτσας της οικοδομής.

Αντίθετα, μάλιστα η χρήση της ταράτσας από τον ίδιο ρητά συμφωνήθηκε με τον όρο 20 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού για την ανάρτηση κλινοσκεπασμάτων, ενδυμάτων κλπ, ενώ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, δεν αποδείχθηκε παραβίαση του όρου αυτού από τον εκμισθωτή. Εξάλλου, ουδεμία εναντίωσή του αποδείχθηκε ως προς την επιβάρυνση του αυτή καθ' όλα τα προηγούμενα έτη παρά μόνο με την από 1-6-2015 εξώδικη πρόσκλησή του.

Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τον Μάϊο του έτους 2015 η μητέρα του συνάντησε τον εκμισθωτή και του προσέφερε το ποσό των 400,00 ευρώ προς εξόφληση των οφειλών του πλην όμως εκείνος αρνήθηκε να το παραλάβει καθιστώντας εαυτόν υπερήμερο.Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε η προσφορά του ως άνω ποσού προς τον εκμισθωτή.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση εξακολουθούσε να είναι εφικτή η καταβολή του ως άνω ποσού στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων σε περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης του εκμισθωτή να το λάβει, γεγονός που όμως δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω. Σημειώνεται δε, ότι ο εκκαλών- εναγόμενος δεν αναφέρει τέτοιο γεγονός στη μεταγενέστερη (του αναφερόμενου από τον ίδιο χρόνο προσφοράς) από 1-6-2015 εξώδική πρόσκλησή του προς τον εκμισθωτή.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε η οφειλή του εκκαλούντα-εναγομένου ήταν πολύ μεγαλύτερη του ποσού των 400,00 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί υπερημερίας του εκμισθωτή-αρχικού ενάγοντας είναι απορριπτέος ώς αβάσιμος ... Περαιτέρω, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι δεν οφείλει μισθώματα για το χρονικό διάστημα από τον Μάϊο έως τον Οκτώβριο του έτους 2015 διότι το μίσθιο είχε ελάττωμα και συγκεκριμένα ότι ο εκμισθωτής διέκοψε αυθαιρέτως την παροχή νερού στο διαμέρισμα.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο εκμισθωτής διέκοψε την παροχή του νερού στο μίσθιο. Σημειώνεται άλλωστε ότι ο εκκαλών στη μεταγενέστερη από τον αναφερόμενο από τον ίδιο χρόνο διακοπής, ήτοι τον Μάιο του 2015, από 1-6-2015 εξώδικη δήλωσή του προς τον εκμισθωτή δεν αναφέρει το γεγονός αυτό.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι με το με αριθ. πρωτ. ...-2020 έγγραφο της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης του Δήμου Αλεξανδρούπολης βεβαιώνεται ότι "το υδρόμετρο με αριθμό ... που υδροδοτεί το ακίνητο επί της οδού ..., στην Αλεξανδρούπολη, με κωδικό καταναλωτή ... δεν έχει σφραγισθεί και δεν έχει διακοπεί η ηλεκτροδότησή του ακινήτου, με εντολή και με ενέργειες της ΔΕΥΑΑ για το χρονικό διάστημα 19-1-2009 έως 17-1-2018" ...

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αποχώρησε από το μίσθιο τον Μάιο του έτους 2015, οπότε και μετακόμισε σε νέα μισθωμένη κατοικία, δεν αποδείχθηκε. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος στην από 3-9-2015 και με αριθ. κατάθεσης 208/2015 αλλά στο από 4-9-2015 και με αριθ. κατ. 213/2015 δικόγραφο της αίτησης αναστολής στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, δήλωσε ως προσωρινώς διαμένων επί των οδών ..., αριθμός ...

και ..., ήτοι δήλωσε ως προσωρινή κατοικία του το ως άνω διαμέρισμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και εάν λάμβανε χώρα αποχώρησή του από το μίσθιο τον Μάϊο του 2015, τούτο δεν συνεπάγεται και την απόδοσή του μισθίου στον εκμισθωτή, αφού κατά το χρόνο εκείνο δεν παραδόθηκαν τα κλειδιά του και συνεπώς δεν μπορούσε να περιέλθει στην κατοχή του εκμισθωτή.

Ούτε εξ άλλου αποδείχθηκε ότι προσέφερε σε προγενέστερο της 30-10-2015 χρόνο τα κλειδιά του μισθίου στον εκμισθωτή και αυτός αρνήθηκε να τα παραλάβει, αφού όπως προαναφέρθηκε, τέτοια προσφορά προσήκουσα έγινε στις 30-10-2015. Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντα-εναγομένου ότι ο εκμισθωτής επωφελήθηκε της δωρεάν παροχής ρεύματος που δικαιούνταν από το Σεπτέμβριο του έτους 2015 δεν ασκεί επιρροή, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός μόνο στο πλαίσιο ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους θα μπορούσε να εξετασθεί, που ωστόσο δεν προβλήθηκε εν προκειμένω".

Με τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ως μισθωτής, δεν κατέβαλε τα επίδικα μηνιαία μισθώματα και τις επίδικες κοινόχρηστες δαπάνες και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεσή του κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων τα προαναφερθέντα ποσά και για τις παραπάνω αιτίες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 574 επ. του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την οφειλή του αναιρεσείοντος προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων από την σύμβαση μισθώσεως και ως προς την μη εξόφληση της οφειλής αυτής. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εξόφλησε τα οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Μάϊο του 2014 μέχρι τον Οκτώβριο του 2015, συνολικού ποσού 3.600 ευρώ και τις δαπάνες ηλεκτρικού ρεύματος, υδρεύσεως και κοινοχρήστων, συνολικού ποσού 645,79 ευρώ.

Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε το Εφετείο, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Περαιτέρω, οι παραπάνω αιτιάσεις όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη του τελευταίου, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Όσα αναφέρει ο αναιρεσείων παραπάνω, στον λόγο αυτόν, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι ίδιες ανωτέρω αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον ερευνώμενο τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Πρέπει να λεχθεί ότι η παροχή νομικής βοήθειας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του Ν. 3226/2004 "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος" και η οποία παρασχέθηκε στον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθμ. 233/2022 Πράξη της Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε την νομική βοήθεια, να επιβάλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση, πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου Δικαστή, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 202, 203 παρ. 2 και 915 του Κ.Πολ.Δ.

και 4 παρ. 2 του Ν. 3226/2004 (Α.Π. 1087/2023, Α.Π. 2095/2022, Α.Π. 1420/2022, Α.Π. 1401/2022, Α.Π. 1351/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 70/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που δίκασε ως Εφετείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ