Legislator Case Law & Legislation
1710/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance subrogation ruling, citing lack of new evidence and procedural errors.

Case Number 1710/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding insurance subrogation rights. The appellant argued for a stay of proceedings to verify the foreign insurance contract's validity under Italian law, but the court found this request inadmissible as it did not present new facts. Consequently, the court ruled that the lower court had already considered the foreign law ex officio and rejected the appeal, ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3, 1916, 14 para. 1, 25 of the Civil Code; An appeal based on the non-existence of new facts or procedural errors regarding the application of foreign law is inadmissible if the lower court has already considered the foreign law ex officio without requiring specific evidence.

Keywords

AI generated
insurance subrogation foreign law application admissibility of appeal Italian Civil Code procedural error legal costs stay of proceedings

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1916 para. a of the Italian Civil Code
Article 14 para. 1 of Law 2496/1997
Article 25 of the Civil Code
Article 337 of the Code of Civil Procedure
Articles 559 nos. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1710 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1710/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... με την επωνυμία "...." (όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "...."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Σικιαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/8/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 28-8-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 85/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1916 εδ. α του Ιταλικού Αστικού Κώδικα, που αναφέρεται στην υποκατάσταση του ασφαλιστή, ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα, υποκαθίσταται μέχρι το ύψος του καταβληθέντος ποσού στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των υπαίτιων τρίτων. Κατά το άρθρο δε 14 παρ. 1 του ελληνικού νόμου 2496/1997, αναφερόμενου στην ασφαλιστική σύμβαση, εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε.

Οι δύο αυτές ρυθμίσεις, κατά το μέρος τους που προβλέπουν την εκ του νόμου προβλεπόμενη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα και αξιώσεις του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης (εφόσον ταυτίζεται με τον ασφαλισμένο) έναντι τρίτων υποχρέων προς αποζημίωσή τους, είναι ουσιαστικά ταυτόσημες. Εξάλλου κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο, στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη, και, αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από σύμβαση υποκαθίσταται από τον νόμο τρίτος γενικά και ειδικότερα ασφαλιστής, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, δεν διέπεται αναγκαίως (εκτός αντίθετης πρόβλεψης στην ασφαλιστική σύμβαση συνάδουσας με το ενωσιακό δίκαιο) από το δίκαιο της πολιτείας που εφαρμόζεται για τη διαφορά από τη σύμβαση, από την οποία προκύπτει η αξίωση αποζημίωσης (ομοίως και από αδικοπραξία), αφού η αξίωση του τρίτου ασφαλιστή έχει άμεσο έρεισμα τον νόμο και δεν απορρέει από τη σύμβαση από την οποία προέκυψε η αξίωση αποζημίωσης, αλλά από το δίκαιο, που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή από το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σχέση την επιστηρίζουσα την υποκατάσταση του τρίτου- ασφαλιστή στα δικαιώματα του δανειστή.

Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως lex causae της υποκατάστασης εφαρμόζεται κατ' άρθρο 25 ΑΚ (βλ. και ΟλΑΠ 19/1995, ΑΠ 736/2019, 640/2019, 684/2011). Το αναφερόμενο δε στις συμβάσεις ασφάλισης (όχι αντασφάλισης) άρθρο 7 παρ. 2, 3 περ. α και β, 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), που εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι:

Οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ' της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.

Στο μέτρο που τα μέρη δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση ασφάλισης διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ο ασφαλιστής έχει τη συνήθη διαμονή του. Όταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση (ασφάλισης) προδήλως συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας (παρ. 2).

Σε περίπτωση σύμβασης ασφάλισης, πλην της ασφάλισης που εμπίπτει στην παράγραφο 2, τα μέρη μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 3, να επιλέξουν μόνο μεταξύ των εξής δικαίων: α) του δικαίου οιουδήποτε κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος κατά τη χρονική στιγμή σύναψης της σύμβασης, β) του δικαίου της χώρας όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του... (παρ. 3).

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η χώρα όπου βρίσκεται ο κίνδυνος προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988 (παρ. 6), ενώ στο άρθρο 2 στ. δ' της τελευταίας αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για τους σκοπούς της ως κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος νοείται, μεταξύ άλλων, το κράτος μέλος καταχώρισης, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα, και το κράτος μέλος όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του ή, εάν ο ασφαλισμένος είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η εγκατάσταση αυτού του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ασφαλιστήριο, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις προηγούμενες περιπτώσεις (αφορώσες ασφαλίσεις ακινήτων, ασφαλίσεις διαρκείας μέχρι 4 μηνών για κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών).

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του ανωτέρω κανονισμού ως συνήθης διαμονή εταιρείας ή άλλης ένωσης, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, νοείται ο τόπος της κεντρικής της διοίκησης, αυτή δε η "διαμονή" του ασφαλισμένου εγκαθιδρύει αυτοτελή δυνατότητα επιλογής του δικαίου της χώρας όπου βρίσκεται κατά το ανωτέρω άρθρο 7 παρ. 3 στ.

β. Εξάλλου κατ' άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κανονισμού, εφόσον δεν πρόκειται περί συμβάσεων που ρυθμίζονται ειδικότερα (συμβάσεις μεταφοράς: άρθ. 5, συμβάσεις καταναλωτών : άρθ. 6, συμβάσεις ασφάλισης: άρθ. 7, ατομικές συμβάσεις εργασίας: άρθ. 8), η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στ.

β, ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 3 το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται κατ' αρχήν από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του, κατά το άρθρο δε 12 παρ. 1 στ. γ το εφαρμοστέο δίκαιο (μέσα στα όρια των εξουσιών που παρέχει στο επιληφθέν δικαστήριο το δικονομικό δίκαιό του, ως προς το οποίο κατ' αρχήν δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός), διέπει, μεταξύ άλλων, τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης, ολικής ή μερικής, των ενοχών αυτών, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού της αποζημίωσης, εφόσον ρυθμίζονται από κανόνες δικαίου.

Τέλος κατ' άρθρο 15 του ως άνω κανονισμού, που αφορά την εκ του νόμου υποκατάσταση, όταν, δυνάμει μιας συμβατικής ενοχής, ένα πρόσωπο ("ο δανειστής") έχει απαίτηση έναντι άλλου προσώπου ("ο οφειλέτης"), και ένα τρίτο πρόσωπο έχει την υποχρέωση να ικανοποιήσει τον δανειστή, ή τον έχει πράγματι ικανοποιήσει εκπληρώνοντας την υποχρέωση αυτή, το δίκαιο, που διέπει την υποχρέωση του τρίτου να ικανοποιήσει τον δανειστή, καθορίζει αν και σε ποιο βαθμό αυτός ο τρίτος δικαιούται να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που είχε ο δανειστής κατά του οφειλέτη σύμφωνα με το δίκαιο, που διέπει τη σχέση τους.

Από τη σχετική ρύθμιση προκύπτει ότι, βάσει του ανωτέρω κανονισμού, το δίκαιο, που είναι εφαρμοστέο για τη σχέση μεταξύ του αρχικού, ήδη υποκατασταθέντος εκ του νόμου, δανειστή και του τρίτου, που τον υποκατέστησε, καθορίζει αν και σε ποιο βαθμό αυτός ο τρίτος δικαιούται (νομιμοποιείται ενεργητικώς) να ασκήσει κατά του οφειλέτη του αρχικού δανειστή τα δικαιώματα που είχε ο τελευταίος κατ' εκείνου, αυτό δε το δίκαιο δεν συμπίπτει αναγκαίως με το δίκαιο, που διέπει την υποχρέωση του οφειλέτη να ικανοποιήσει τον αρχικό δανειστή βάσει της μεταξύ τους σχέσεως, το οποίο και θα εφαρμοσθεί για την κρίση ως προς την ύπαρξη οφειλής.

Σύμφωνα με αυτά, επί αγωγής ασκούμενης από ασφαλιστή, που αποκατέστησε τη ζημία ασφαλισμένου του δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως, διεπόμενης από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους και καταρτισθείσας νομίμως σύμφωνα με ένα από τους καθιερούμενους με τον παραπάνω κανονισμό συνδέσμους (π.χ. τη συνήθη, κατά την προδιαλαμβανόμενη έννοια της διαμονής του ασφαλισμένου), η υποκατάσταση μεν του ασφαλιστή και κατ' επέκταση η ενεργητική του νομιμοποίηση να στραφεί κατά του ευθυνόμενου για τη ζημία οφειλέτη θα κριθεί σύμφωνα με εκείνο το δίκαιο, η ευθύνη όμως του τελευταίου από τη σύμβαση μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου, στις αξιώσεις του οποίου υποκαταστάθηκε ο ασφαλιστής, και η τυχόν οφειλόμενη εξαιτίας παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του οφειλέτη υποχρέωση αποζημίωσης θα κριθεί κατά το δίκαιο που ενδεχομένως επέλεξαν τα μέρη για τη σύμβαση από την οποία απορρέει η σχετική αξίωση, ελλείψει δε σχετικής συμφωνίας και, εφόσον η ευθύνη απορρέει από σύμβαση παροχής υπηρεσιών, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους, στην οποία ο πάροχος έχει την κατά την έννοια του κανονισμού τη συνήθη διαμονή του, χωρίς να καταλείπεται περιθώριο προσφυγής σε άλλους επικουρικώς προβλεπόμενους συνδέσμους (ιδίως του συνδέσμου της χαρακτηριστικής παροχής).

Με αυτό τον τρόπο το κοινοτικό δίκαιο ουσιαστικά ταυτίζεται με την προδιαλαμβανόμενη ρύθμιση του εθνικού ιδιωτικού δικαίου κατά το άρθρο 25 ΑΚ, όπως αυτό κατά τα προδιαλαμβανόμενα ερμηνεύεται.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, 713/2016). Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι κανονισμοί της ΕΕ, οι οποίοι από τότε που τίθενται σε ισχύ είναι άμεσης εφαρμογής και αποτελούν εσωτερικό ελληνικό δίκαιο (ΑΠ 93/2017), η παραβίαση των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1405/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι ασφαλιστική εταιρεία με έδρα το ... και έχει ως αντικείμενο εμπορίας την ασφάλιση ναυτικών σκαφών διαφόρων ειδών από κάθε κίνδυνο και η εναγόμενη εταιρεία είναι φορέας διαχείρισης της θαλάσσιας και χερσαίας ζώνης του καταφυγίου τουριστικών σκαφών στη ....

Στις ... η ενάγουσα κατάρτισε με την εταιρεία ... με ασφαλισμένες την πλοιοκτήτρια ... που έχει την έδρα της στο ... και την χρήστρια ... ασφαλιστική σύμβαση, περιεχόμενη στο υπ' αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την ασφάλιση ενός ιστιοφόρου αθλητικού - αναψυχής σκάφους τύπου ΟΥSTER 53, μήκους 16 μ., πλάτους 4,66 μ., βάρους 22 τόνν., κατασκευής του έτους 2001, εξοπλισμένου με εσωτερική μηχανή προώθησης ντήζελ κατασκευής ΥΑΝΜΑR 68 ίππων, Βελγικής σημαίας, με το όνομα SΑΒΑ ΟF ΗΑΜΒLΕ, που ανήκει στην ιδιοκτησία της τελευταίας και το είχε παραχωρήσει κατά χρήση στην εδρεύουσα στο Chiasso (Κιάσο) Ελβετίας εταιρία ...

SAGL, έναντι ποσού 400.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 30-5-2012 μέχρι 30-5- 2013, για κινδύνους ατυχήματος κατά την πλοήγηση, πυρκαγιάς, έκρηξης, ανέλκυσης και καθέλκυσης, εναπόθεσης στην ξηρά, κλοπής, ληστείας κλπ. Ακολούθως, με την από 22-10-2012 σύμβαση, που κατάρτισε για λογαριασμό της πλοιοκτήτριας ο νόμιμος εκπρόσωπός της ...

με την εναγόμενη εταιρία, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση έναντι χρηματικού ανταλλάγματος την ανέλκυση του σκάφους και την τοποθέτησή του στο χερσαίο χώρο των εγκαταστάσεών της, την τοποθέτηση αυτού σε κατάλληλη για τα χαρακτηριστικά του (μήκος, πλάτος ύψος, βάρος) ναυπηγική κλίνη και την ασφαλή φύλαξή του από 22-10-2012 μέχρι 21-4-2013.

Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής σύμβασης (παρακαταθήκης) η εναγόμενη με δικά της μέσα κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2012 ρυμούλκησε το ανωτέρω σκάφος, που είχε καταπλεύσει στην Πρέβεζα και το τοποθέτησε στις προαναφερόμενες εγκαταστάσεις της πάνω σε ναυπηγική κλίνη. Το έδαφος της ξηράς, όπου τοποθετήθηκε το σκάφος, αποτελείται από μείγμα χώματος και χαλικιών και η ναυπηγική κλίνη απαρτιζόταν από μια κεντρική διαμήκη χαλύβδινη δοκό, πάνω στην οποία τοποθετήθηκαν δύο κύριες εγκάρσιοι δοκοί και άλλες δοκοί κεντρικά στη διαμήκη δοκό, στα άκρα είχαν τοποθετηθεί από τρία σε κάθε πλευρά χαλύβδινα τηλεσκοπικά στηρίγματα αρθρωτά στη βάση τους, τα οποία διέθεταν πλάκες στήριξης, τα δε στηρίγματα αυτά ήταν ρυθμιζόμενα, συνδέονταν με την κεντρική δοκό με χαλύβδινα εξαρτήματα άρθρωσης και σταθεροποιούνταν στη θέση τους με αλυσίδες και "στριφτάρια", ενώ ένα διπλό στήριγμα βρισκόταν στην πρύμνη, πρόκειται δηλαδή για ένα μη άκαμπτο σύστημα πάνω σε φυσικό χωμάτινο έδαφος και επιτρέπει την κίνηση των πλευρικών στηριγμάτων προκαλώντας απώλεια εξισορρόπησης του σκάφους και της ίδιας της κλίνης ιδίως δε σε περίπτωση διάβρωσης του εδάφους από βροχόπτωση ή σε περίπτωση θυελλωδών ανέμων.

Στις 24-3-2013 η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία στις προγνώσεις καιρού προέβλεπε για την επόμενη ημέρα για την ευρύτερη περιοχή των εγκαταστάσεων της εναγόμενης ισχυρές καταιγίδες και νότιους ανέμους 5- 6 μποφόρ, όμως επικράτησαν ισχυροί άνεμοι από νότιες διευθύνσεις εναλλασσόμενες κατά διαστήματα σε νοτιοδυτικές και νοτιοανατολικές αρχικά 5-6 μποφόρ, οι οποίοι τις ώρες 11.00' - 14.00' με ριπές θυελλώδεις έφθασαν τα 10 μποφόρ κατά τόπους, με αποτέλεσμα το σκάφος να ολισθήσει από την κλίνη, να πέσει στο έδαφος και να υποστεί υλικές ζημίες.

Από διενεργηθείσες ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες με επιμέλεια αμφοτέρων των διαδίκων αποδεικνύεται ότι η πτώση του σκάφους οφείλεται στην κατάρρευση ενός υποστηρίγματος της πρύμνης, το οποίο έπεσε προς τα έξω στην αριστερή πλευρά και το στήριγμα κέντρου και πλώρης στην αριστερή πλευρά της κλίνης έπεσαν προς τα εμπρός, το δε κατώτερο μέρος του κεντρικού στηρίγματος στην αριστερή πλευρά βυθίστηκε στο έδαφος κι έτσι το βάρος αυξήθηκε στο στήριγμα της πλώρης, γεγονός που δεν θα συνέβαινε εάν η κλίνη είχε τοποθετηθεί σε έδαφος με σκυρόδεμα.

Η πτώση του σκάφους οφείλεται σε αμέλεια της εναγόμενης, διότι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλούς τοποθέτησης και φύλαξης αυτού. Ειδικότερα, η κλίνη που τοποθετήθηκε το σκάφος ήταν ασταθής και ακατάλληλη, ενόψει του βάρους του 22 τόννων και δεν λήφθηκαν μέτρα ασφαλούς στερέωσης (πρόσδεσης) πάνω σ' αυτή, διότι από τον κλυδωνισμό του σκάφους λόγω των θυελλωδών ανέμων σε συνδυασμό με τη φύση του εδάφους όπου είχε τοποθετηθεί, ήτοι πάνω σε χωμάτινη επιφάνεια με χαλίκια και όχι σε σταθερό έδαφος από σκυρόδεμα, υποχώρησε ένας από τους εντατήρες της πρύμνης, το στήριγμα του κέντρου και της πλώρης στην αριστερή πλευρά έπεσαν προς τα εμπρός και το κεντρικό τμήμα του πλαισίου της κλίνης βυθίστηκε στο έδαφος, με αποτέλεσμα το σκάφος να ολισθήσει και να πέσει στο έδαφος.

Από τα πραγματικά αυτά γεγονότα αποδεικνύεται ότι η πτώση του σκάφους οφείλεται κυρίως στο βάρος αυτού, το οποίο η εναγόμενη δεν έλαβε υπόψη της και λανθασμένα εκτίμησε ότι η κλίνη όπου το τοποθέτησε ήταν κατάλληλη γι' αυτό σε συνδυασμό με την ακαταλληλότητα του εδάφους που τοποθετήθηκε η κλίνη, η οποία δεν θα υποχωρούσε, εάν τα πέλματα επαφής των υποστηριγμάτων στο έδαφος είχαν μεγαλύτερη επιφάνεια και όχι αποκλειστικά στους θυελλώδεις ανέμους.

Η περιοχή των εγκαταστάσεων της εναγόμενης είναι πανταχόθεν ελεύθερη από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, υπαίθρια και εκτιθέμενη σε άσχημες καιρικές συνθήκες, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη και ως εκ τούτου όφειλε να λαμβάνει ασφαλή μέτρα φύλαξης των σκαφών. Το ότι η πτώση του σκάφους δεν οφείλεται αποκλειστικά στους θυελλώδεις ανέμους ενισχύεται αφενός μεν από το γεγονός ότι κανένα άλλο σκάφος από τα 450 που είχε στις εγκαταστάσεις της ολίσθησε από την κλίνη του, αφετέρου δε και από το γεγονός ότι στην γειτονική παρόμοια επιχείρηση Cleopatra δεν συνέβη το ίδιο.

Συνακόλουθα, η ένσταση της εναγόμενης ότι το ζημιογόνος γεγονός οφείλεται σε ανώτερη βία, ήτοι σε περιστατικά απρόβλεπτα, που δεν μπορούν να αποτραπούν με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης του μέσου ανθρώπου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επίσης η ένσταση της εναγόμενης περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, επειδή ο νόμιμος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας κατά την τοποθέτηση του σκάφους στη συγκεκριμένη κλίνη δεν εξέφρασε αντιρρήσεις ούτε ζήτησε τη μεταφορά σε άλλη θέση και κλίνη είναι κατ' ουσία αβάσιμος, διότι οι επιλογές αυτές ανήκουν αποκλειστικά στη σφαίρα της επαγγελματικής ευθύνης της εναγόμενης.

Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα καταχρηστικώς άσκησε την ένδικη αξίωσή της, διότι αρνείται τον ισχυρισμό της περί μη ευθύνης της λόγω ανωτέρας βίας, διότι ο πραγματογνώμων αυτής προσήλθε για την διενέργειά της μετά πάροδο οκτώ ημερών από την ειδοποίησή του και αποφάνθηκε πολύ αργότερα χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και διότι επιχειρεί να κερδοσκοπήσει σε βάρος της.

Τα πραγματικά αυτά γεγονότα που επικαλείται η εναγομένη, αληθή υποτιθέμενα, δεν αντιστρατεύονται τα κριτήρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν υπάγονται στο πραγματικό αυτής και η σχετική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Από την πτώση του το σκάφος υπέστη υλικές ζημιές, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτούνται τα εξής ποσά:

Αγορά καινούργιου ιστού (κατάρτι - ξάρτια) 90.000 ευρώ, επισκευή γάστρας 10.000 ευρώ, ρέλια (χαλύβδινο κιγκλίδωμα με ορθοστάτες περιμετρικά στην αριστερή πλευρά) 3.000 ευρώ, επισκευή αντηλιακής τέντας 3.000 ευρώ, αγορά και τοποθέτηση κατεστραμμένου ηλεκτρονικού εξοπλισμού 4.000 ευρώ, αντικατάσταση του θρυμματισμένου κρυστάλλου της πόρτας του φούρνου, επισκευές σε φθορές του εσωτερικού του σκάφους (ξύλινο δάπεδο, σαλόνι, ψυγείο, τραπέζι, σπασμένα ποτήρια και φιάλες) και του εξωτερικού μέρους αυτού συνολικά 40.000 ευρώ.

Από τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα αποδεικνύεται ότι η ζημία του σκάφους ανήλθε στο ποσό των 150.000 ευρώ. Το επί πλέον αιτούμενο ποσό είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική ζημία του σκάφους. Το ποσό αυτό κατέβαλε η ενάγουσα στην πλοιοκτήτρια εταιρία, υποκαθιστάμενη έτσι στα δικαιώματα της τελευταίας εναντίον της εναγόμενης." Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη), κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη 150.000 ευρώ, αφού έκρινε ότι αυτή ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη ως προς τη σχέση της εκ του νόμου υποκατάστασης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητητης εταιρίας και την ενεργητική της νομιμοποίηση προς άσκηση της αγωγής στο άρθρο 1916 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα, που διήπε την καταρτισθείσα αρκετούς μήνες πριν τη σύμβαση παρακαταθήκης ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ασφαλισμένης πλοιοκτήτριας του σκάφους (εταιρίας εδρεύουσας στην Ιταλία), ως προς τις αξιώσεις δε, στις οποίες υποκαταστάθηκε η αναιρεσίβλητη, στηριζόμενη στη σύμβαση παρακαταθήκης (διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο) που καταρτίσθηκε μεταξύ της πλοιοκτήτριας (νομίμως εκπροσωπούμενης) και εναγομένης - αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την αποτελούσα ζήτημα ουσιαστικού δικαίου ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας προς άσκηση της αγωγής και με τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του, με βάση τις οποίες κρίνεται η τυχόν πλημμέλεια απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις του Ιταλικού Αστικού Κώδικα για την ασφαλιστική υποκατάσταση, τις ρυθμίσεις του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008, που ήταν εφαρμοστέες, περιέχουν δε ανάλογο του άρθρου 25 ΑΚ κανόνα σύμφωνα με την προδιαλαμβανόμενη ερμηνεία του, και ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Η επί μέρους περαιτέρω αιτίαση, που περιλαμβάνεται στον ίδιο λόγο, με την οποία η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει το ελληνικό δίκαιο κρίνοντας την προηγηθείσα ασφαλιστική σύμβαση και την ασφαλιστική υποκατάσταση, επομένως δε και την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, διότι αυτό είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση φύλαξης ως εφαρμοστέο και για την προηγηθείσα ασφαλιστική σύμβαση, είναι απαράδεκτη κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι εκείνη ουδόλως επικαλέσθηκε τέτοια συμφωνία, αφορώσα εφαρμογή του ελληνικού δικαίου για τη σύμβαση ασφάλισης, ούτε επικαλείται ότι ο σχετικός ισχυρισμός της εμπίπτει στις εξαιρέσεις της ανωτέρω διατάξεως, ενώ η ίδια αιτίαση είναι απαράδεκτη και ως αλυσιτελής, διότι σε ακριβώς όμοιο αποτέλεσμα θα κατέληγε το Εφετείο ακόμη και αν εφάρμοζε το ελληνικό δίκαιο, εφόσον και αυτό προβλέπει επίσης την υποκατάσταση του ασφαλιστή, που ικανοποίησε τον (αρχικό) δανειστή ασφαλισμένο και λήπτη της ασφάλισης στα δικαιώματά του έναντι του ευθυνομένου για τη ζημία.

Επίσης απαράδεκτες ως αόριστες είναι και οι σωρευόμενες στον ίδιο λόγο περαιτέρω επιμέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας α) για παραβίαση του άρθρου 23 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται σε συμφωνία παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας (βλ. και ΑΠ 768/2019) και όχι στο εφαρμοστέο δίκαιο, όπως φαίνεται να υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, χωρίς όμως αυτή να αμφισβητεί περαιτέρω τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, που έκριναν τη διαφορά, και β) για παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί για τη νομιμότητα της υποκατάστασης της αναιρεσίβλητης κατά το ιταλικό δίκαιο σύμφωνα με τους κανόνες δημόσιας τάξης και τους διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του δικαίου της ιδιωτικής ασφάλισης, αιτίαση που ουδόλως περιλαμβάνει αναφορά οποιωνδήποτε τέτοιων κανόνων και τυχόν παραβίασή τους.

Κατά το άρθρο 822 ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.

Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (ΑΠ 1657/2017, 647/2017).

Η φύλαξη του παραδοθέντος πράγματος, την οποία αναλαμβάνει ο θεματοφύλακας, πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, σε τέτοιο τόπο και με τη λήψη συγκεκριμένων κατά περίπτωση μέτρων, ώστε αυτό να προστατεύεται έναντι του κινδύνου απώλειας, καταστροφής ή βλάβης του. Έτσι όταν το πράγμα που παραδόθηκε προς φύλαξη, η οποία αποτελεί κύρια υποχρέωση του θεματοφύλακα (όπως και η υποχρέωση απόδοσής του μετά το πέρας της διάρκειας της συμβάσεως), υπέστη κατά το διάστημα, κατά το οποίο αυτή διαρκούσε βλάβες, για να απαλλαγεί από την ευθύνη του προς ανόρθωση της ζημίας κατ' άρθρα 297, 298 ΑΚ ο θεματοφύλακας, η ευθύνη του οποίου είναι νόθος αντικειμενική και τεκμαίρεται όχι όμως αμαχήτως (πρβλ.

ως προς τη νόθο αντικειμενική ευθύνη: ΑΠ 935/2020), πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 335, 336 ΑΚ (που εφαρμόζονται αναλόγως επί πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής) ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, κατά τις αναφερόμενες στο άρθρο 823 ΑΚ διαβαθμίσεις (βλ.

και ΑΠ 1492/2021, 1657/2017, 647/2017, 1024/2010, 505/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε πως αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, η έννοια της υπαιτιότητας (και της συνυπαιτιότητας) είναι νομική και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επ' αυτών υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 60/2022, 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, που πρέπει να εξειδικευθούν, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022).

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 60/2020, 79/2018).

Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς αντιφάσεις και με πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, απέρριψε τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό της περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της για τις ζημίες, που υπέστη το σκάφος κατά την πτώση του και που εκείνη υποστήριξε πως οφείλονταν σε ανωτέρα βία, δεχόμενο υπαιτιότητα (αμέλεια) της αναιρεσείουσας- θεματοφύλακος (των εκπροσώπων και προστηθέντων της) για τις ζημίες αυτές, συνιστάμενη στα ελλιπή μέτρα, τα οποία εκείνη έλαβε για την αμειβόμενη φύλαξή του.

Το Εφετείο επίσης δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας: α) με τις παραδοχές της ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμέλειας, που επιδείχθηκε από την αναιρεσείουσα, και των ζημιών που προκλήθηκαν στο σκάφος και β) κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που αποδείχθηκαν στις αόριστες έννοιες της υπαιτιότητας (αμέλειας) και της ανώτερης βίας.

Ειδικότερα η μη ανταπόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι οι ζημίες που υπέστη το φυλασσόμενο από εκείνη σκάφος οφείλονταν σε ανωτέρα βία και η παραδοχή ότι αυτές οφείλονταν σε αμέλειά της, διότι παρέλειψε να διασφαλίσει πως αυτό δεν θα υφίστατο ζημίες, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα, που όφειλε και μπορούσε να λάβει ένας μέσος συνετός επιχειρηματίας ασχολούμενος με τη φύλαξη σκαφών, αιτιολογήθηκε με την παράθεση περισσότερων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, που σε συνδυασμό (και μη αντιφάσκοντας) μεταξύ τους οδήγησαν στο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Συγκεκριμένα οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνουσες την αμέλεια της αναιρεσείουσας πράξεις και παραλείψεις της συνίστανται συγκεκριμένα: α) στην τοποθέτηση του σκάφους στην ξηρά επί εδάφους αποτελούμενου από μείγμα χώματος και χαλικιών, που δεν προσφέρει σταθερότητα, διότι διαβρώνεται από βροχοπτώσεις και από θυελλώδεις ανέμους, και στην παράλειψή της να το τοποθετήσει επί σταθερού δαπέδου από σκυρόδεμα, β) στην τοποθέτησή του επί της λεπτομερώς περιγραφόμενης κατασκευής (κλίνης), που δεν αποτελούσε άκαμπτο σύστημα και ήταν ασταθής, με πέλματα επαφής των υποστηριγμάτων της στο έδαφος που δεν είχαν επαρκή επιφάνεια και κατά συνέπεια ήταν ακατάλληλη για το συγκεκριμένο σκάφος, βάρους των 22 τόννων, και στη παράλειψη στερέωσής του, έστω και επί της παραπάνω ακατάλληλης κλίνης (δια της προσδέσεώς του επ' αυτής), γ) στην παράλειψη της αναιρεσείουσας να συνεκτιμήσει τους κινδύνους από το γνωστό σε εκείνη γεγονός ότι ο χώρος, που χρησιμοποιεί για τη φύλαξη σκαφών, είναι ανοικτός, χωρίς εμπόδια που να τον προστατεύουν από τους ανέμους, και εκτεθειμένος σε άσχημες καιρικές συνθήκες.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, μπορούσαν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να έχουν και είχαν ως συνέπεια στις 24-3-2013, όταν οι ισχυρές καταιγίδες και οι ισχυροί άνεμοι, που η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία είχε προβλέψει ότι θα ανέλθουν σε 5-6 μποφόρ, εξελίχθηκαν τελικώς σε θυελλώδεις, εντάσεως 10 μποφόρ, την πτώση του σκάφους επί του εδάφους λόγω υποχώρησης της κλίνης και μη συγκράτησής του από αυτήν κατά τον αναλυτικώς περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο και την πρόκληση ζημιών σε αυτό, συνέπεια, η οποία μπορούσε να αποφευχθεί εάν είχαν ληφθεί τα παραπάνω κατάλληλα και προσιδιάζοντα στο βάρος του μέτρα για την ασφαλή φύλαξή του.

Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας ότι οι ζημίες του σκάφους δεν οφείλονται σε αμέλειά της αλλά σε ανώτερη βία, δηλαδή σε περιστατικό απρόβλεπτο μη δυνάμενο να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως μέσου ανθρώπου, και δη στο παραπάνω καιρικό φαινόμενο, απορρίφθηκε από το Εφετείο ακριβώς επειδή δεν λήφθηκαν τα προσήκοντα και ενδεικνυόμενα για το συγκεκριμένο σκάφος προαναφερόμενα μέτρα, που μπορούσαν να το προφυλάξουν και θα το προφύλασσαν κατά τα προεκτιθέμενα, δεδομένου μάλιστα ότι το ίδιο καιρικό φαινόμενο (το οποίο ασφαλώς συνετέλεσε επίσης στην πτώση του σκάφους), δεν είχε ανάλογες συνέπειες για οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα σκάφη που φύλασσε η αναιρεσείουσα και η γειτονική της επιχείρηση, στα οποία δεν προξενήθηκαν ζημίες.

Περαιτέρω το Εφετείο προσδιόρισε τις ζημίες, που αποδείχθηκε ότι υπέστη το σκάφος και την αποδειχθείσα επίσης δαπάνη αποκατάστασης της καθεμιάς τους, καταλήγοντας στο επιδικαστέο στην αναιρεσίβλητη ποσό. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται τα αντίθετα, επικαλούμενη πλημμέλειες από το άρθρο 519 αρ. 19 και 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες κατ'άρθρο 559 αρ. 19 β' ΚΠολΔ ως προς την παραδοχή της ότι, κατά τα λοιπά οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ήταν υπερβολικές, με συνέπεια να περιορισθεί το επιδικαζόμενο ποσό στις 150.000 ευρώ (αντί του αιτούμενου με την αγωγή ποσού των 175.000 ευρώ), επειδή το Εφετείο δεν αναφέρθηκε αναλυτικώς σε αυτές τις απορριπτόμενες αξιώσεις, είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας προς προβολή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 9/2020, 1033/2019, 119/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή αναφέρει στο δικόγραφό της, πλην άλλων, και τα εξής: α) την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ της ιδίας ως ασφαλίστριας και των ασφαλισμένων εταιριών "... ..." ως πλοιοκτήτριας του προσδιοριζόμενου σκάφους και "... ..." ως χρήστριας αυτού (σελ. 1, 2, 3 της αγωγής σε συνδυασμό μεταξύ τους) και την καταβολή του ασφαλίσματος σε αυτές όταν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, β) την κατάρτιση της σύμβασης φυλάξεως του σκάφους (σύμβασης παρακαταθήκης) μεταξύ της αναιρεσείουσας και των ασφαλισμένων της δια του ... (σελ. 3 της αγωγής, γ) αναλυτικώς τις ζημίες που υπέστη το σκάφος (με αναφορά των πληγέντων μερών αυτού και του μεγέθους της ζημίας εκάστου:

α) αρματωσιάς καταρτιού αλουμινίου: πλήρης καταστροφή και κοπή του, μάτσας: σημάδια πρόσκρουσης και γδαρσίματα, εξαρτιών με σπειροειδές συρματόσχοινο: παραμόρφωση και καταπόνηση, επιχείρια: κοπή, β) γάστρας: κτυπήματα και σημάδια πρόσκρουσης, ρηγματώσεις βολβού πλώρης γδαρσίματα στα έξαλα, γ)καταστρώματος:

λύγισμα αντηρίδας για ανάρτηση βοηθητικού φουσκωτού, σπάσιμο των ρελιών στην αριστερή πλευρά του σκάφους, ρηγματώσεις περιμετρικού ξύλινου περιζώματος σε συγκεκριμένο σημείο κ.ο.κ.: σελ. 5 και 6 της αγωγής) και το υπολογιζόμενο κόστος επιδιόρθωσής τους (σελ. 7 της αγωγής), δ) τη μη λήψη εκ μέρους της αναιρεσείουσας των κατάλληλων μέτρων για την ασφαλή φύλαξη του σκάφους (επιλογή κατάλληλης για το μέγεθος, βάρος και είδος του φυλασσόμενου σκάφους κλίνης, ήτοι κλίνης ανάλογης με το μήκος και το βάρος του σκάφους απαρτιζόμενης από μέλη συνδεδεμένα μεταξύ του επί σταθερού μεταλλικού πλαισίου επί του εδάφους, τοποθέτησης σε κατάλληλο σημείο με προσανατολισμό τέτοιο ώστε να μη είναι εκτεθειμένη στους συνήθεις για την περιοχή θυελλώδεις ανέμους ανέμους η πλευρά του και σε έδαφος από σκυρόδεμα, και όχι σε έδαφος χαλαρού σκύρου ή χώματος, μη λήψη επειγόντων μέτρων ενόψει επαπειλούμενου κινδύνου κατά την 25η-3-2013 και δη στερέωσης του σκάφους και με ιμάντες κλπ:

σελ. 11-13 της αγωγής). Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, κατ' εκτίμησή του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η αγωγή έπρεπε να κριθεί από το Εφετείο απαράδεκτη λόγω νομικής και ποσοτικής αοριστίας της αναφορικά ειδικώς με τα ως άνω ζητήματα.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως προς την επικαλούμενη αοριστία της αγωγής σε σχέση με τη γενόμενη δεκτή βάση της, τη στηριζόμενη στις αξιώσεις από τη σύμβαση παρακαταθήκης, όσον αφορά την επικαλούμενη ελλιπή αναφορά των κατάλληλων μέτρων που δεν έλαβε η αναιρεσείουσα για την ασφαλή φύλαξη του σκάφους, εφόσον για την πληρότητα αυτής της βάσης της δεν απαιτείτο, κατά τα προαναφερόμενα, αναλυτική παράθεση τέτοιων μέτρων, τεκμαιρομένης κατ' αρχήν (βάσει μαχητού τεκμηρίου) της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας- αμειβόμενης θεματοφύλακος για τις ζημίες, αλλά εναπέκειτο στην τελευταία να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι έλαβε όλα τα κατάλληλα μέτρα, η δε λεπτομερής αναφορά αυτών στην αγωγή έγινε πλεοναστικώς (απλώς καθ' υποφοράν ή και ενδεχομένως για να επιστηρίξει τη σωρευθείσα στο δικόγραφό της και απορριφθείσα από το Εφετείο βάση της τη στηριζόμενη σε αδικοπραξία).

Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται κατά τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις περί ασφαλιστικής υποκατάστασης της αναιρεσείουσας και τις αξιώσεις των ασφαλισμένων της- ληπτών του ασφαλίσματος από τη σύμβαση παρακαταθήκης, οι οποίες της εκχωρήθηκαν εκ του νόμου, καθόσον τα παρατιθέμενα στην αγωγή γεγονότα είναι επαρκή για να δικαιολογήσουν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά της εναγομένης (αναφορά στην ασφαλιστική σύμβαση και τους συμβληθέντες με αυτήν και λήπτριες του ασφαλίσματος καθώς και στη σύμβαση παρακαταθήκης για λογαριασμό των τελευταίων δια του αναφερόμενου φυσικού προσώπου), ενώ και ποσοτικά είναι ορισμένη η παράθεση των ζημιών που υπέστη το σκάφος και του κόστους επισκευής τους.

Η αναφορά σε άλλο σημείο της αγωγής ότι η πλοιοκτήτρια συνομολόγησε τη σύμβαση παρακαταθήκης δια του εκπροσώπου της δεν αναιρεί τον βασικό ισχυρισμό της αγωγής ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε από τις ανωτέρω ασφαλισμένες, αφού η πλοιοκτήτρια ήταν μία από αυτές, ενώ από το δικόγραφό της δεν δημιουργείται και αμφιβολία ως προς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε σχέση με την ταυτότητα των ασφαλισμένων με τη σύμβαση ασφαλίσεως, τέτοια δε αμφιβολία δεν δημιουργεί ούτε η αναφορά καταβολής του ασφαλίσματος στις ασφαλισμένες (η τυχόν μεταξύ τους κατανομή του δεν ασκεί επιρροή στην ανωτέρω δίκη, αφού η αναιρεσίβλητη υποκαταστάθηκε στις αξιώσεις αμφοτέρων τους, όπως δεν ασκούν επιρροή ως προς το ορισμένο της αγωγής και οι τελικές παραδοχές του Εφετείου ως προς την τελική λήπτρια του ασφαλίσματος, οι οποίες στηρίζονται πλέον στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά).

Επίσης η αναφορά στην αγωγή ότι οι ζημίες που υπέστη το σκάφος ήταν "ενδεικτικά" οι αναλυτικώς παρατιθέμενες δεν καθιστά την αγωγή ποσοτικώς αόριστη, αφού το δικαστήριο αποφάνθηκε με βάση όσες ζημίες προσδιορίσθηκαν ειδικώς και αποδείχθηκαν και όχι τυχόν άλλες μη περιλαμβανόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, το αυτό ισχύει δε και ως προς μη εξειδικευόμενες δαπάνες επισκευής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 348/2019, ΑΠ 168/2015).

Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να αποφανθεί επί αόριστης ή μη νόμιμης αίτησης για επίδειξη εγγράφου δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 414/2016, ΑΠ 1625/2014). Αυτονόητο είναι ομοίως ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια και όταν το έγγραφο, που ζητείται να επιδειχθεί, προσκομίζεται εκουσίως στο πλαίσιο της δίκης από τον αντίδικο του αιτούντος την επίδειξη, οπότε η σχετική αίτηση καθίσταται άνευ αντικειμένου.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις αιτήσεις τους για: α) επίδειξη του .../... ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την ασφάλιση έναντι κινδύνων ναυσιπλοϊας, ελλιμενισμού και ξηράς εναπόθεσης του ανωτέρω σκάφους, που υπέστη τις ζημίες και β) αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομισθεί γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου ως προς την εγκυρότητα της καταρτισθείσας βάσει του παραπάνω συμβολαίου σύμβασης ασφάλισης κατά το ιταλικό δίκαιο και τη νομιμότητα της ασφαλιστικής υποκατάστασης, καθώς και αν αυτή είναι σύμφωνη με τους κανόνες δημόσιας τάξης και τους διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του δικαίου ιδιωτικής ασφάλισης.

Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, ως προς το πρώτο του σκέλος (υπό στ. α'), διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου (σελ. 3), αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε το προαναφερόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά την εκδίκαση της έφεσής της, το δε Εφετείο αναφέρθηκε σε αυτό το συμβόλαιο και τις προβλέψεις του, με συνέπεια να μην ιδρύεται, κατά τα προεκτιθέμενα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης επειδή δεν απήντησε ειδικώς στην άνευ αντικειμένου αίτηση επίδειξής του.

Και, κατά το δεύτερο σκέλος του (υπό στ. β') προεχόντως, διότι το αίτημα της αναβολής για το προαναφερόμενο λόγο δεν αφορά τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο της ουσίας διαδικαστικής πράξης, με συνέπεια αυτό να μην είναι υποχρεωμένο να απαντήσει επί της συγκεκριμένης διαδικαστικής αιτήσεως, η παραδοχή ή μη της οποίας εναπέκειτο στη διακριτική του ευχέρεια και απορρίφθηκε σιωπηρώς, δεδομένου μάλιστα ότι το αλλοδαπό (ιταλικό) δίκαιο λήφθηκε στην κρινόμενη περίπτωση αυτεπαγγέλτως υπόψη και χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 337 ΚΠολΔ, μόνο δε αν το δικαστήριο δεν το γνώριζε (από οποιαδήποτε πηγή γνώσεως) θα μπορούσε να το πληροφορηθεί, προσφεύγοντας σε κάθε σχετική πηγή, ενώ περαιτέρω η εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου ελέγχεται αναιρετικά μόνον ως προς σφάλματα σχετικά με το περιεχόμενό του με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και όχι ως προς τη διαδικασία διαπιστώσεώς του (ΑΠ 1127/2020, 665/2011, 825/1989).

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 28-8-2020 αίτηση για αναίρεση της 85/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησής της.

Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2020 αίτηση για αναίρεση της 85/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ