Supreme Court quashes labor law conviction due to lack of specific reasoning on employer liability and legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed a criminal conviction for unpaid wages and severance pay due to insufficient reasoning in the lower court's decision. The defendant argued that the judgment failed to clearly establish his specific role as the legal representative of the company responsible for the debts. The court ruled that without explicit facts proving the defendant's authority to represent the company, the conviction lacked a legal basis and proper justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 28(1)(a) of Law 3996/2011 and Article 1(1) of AN 690/1945; A criminal conviction for employer liability regarding unpaid wages is void if the judgment fails to provide specific reasoning establishing the defendant's legal status as the company's representative and the basis for their obligation to pay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1710 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1710/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Ελισσάβετ Τσικαρίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 9 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κατσαδούρου, για αναίρεση της υπ' αριθμ.ΒΤ 995/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.6.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 965/2019.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα, η οποία αναφέρθηκε στην από 24 Ιουνίου 2019 κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της απόφασης ΒΤ 995/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 24.6.2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7123/2019 και πρότεινε να απορριφθεί και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα. Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του Ν. 3996/201 1, "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2.
Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α' του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις.
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.
Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρία, και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών.
Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Ακόμη κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από 1 το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν ΒΤ 995/2019 αποφάσεώς του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 2011 έως το Δεκέμβριο 2012, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας "...", που εδρεύει στο Δήμο ...
δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτή Σ. Σ., που εργάστηκε σε αυτήν ως διευθύνων μηχανογράφησης, και Ρ. Ν., που εργάστηκε σε αυτήν ως οικονομικός διευθυντής των εταιριών του ομίλου στο εξωτερικό και κάποιων στην Ελλάδα, τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως εργασίας τους αποδοχές που καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στον πρώτο εξ αυτών δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011 ποσού 1975 ευρώ, αποζημίωση αδείας 2011 ποσού 3.141,60 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές.
Ιανουαρίου 2012,. ποσού 3.500. ευρώ, Φεβρουαρίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, Μαρτίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, Απριλίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, Μαΐου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, δώρο Πάσχα 2012, ποσού 1.822,91 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, Ιουλίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, Αυγούστου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας 2012 ποσού 5.950 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές Σεπτεμβρίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, Οκτωβρίου 2012 ποσού 3.500 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές αναλογία Νοεμβρίου 2012 ποσού 1680 ευρώ, -αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 ποσού 3.147,06 ευρώ, αποζημίωση καταγγελίας ποσού 36.570 ευρώ και συνολικά το ποσό των 89.446,57 ευρώ και στο δεύτερο εξ αυτών δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011 ποσού 4.280 ευρώ, αποζημίωση αδείας 2011 ποσού 9.630,72 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2012, ποσού 7.150 ευρώ, Φεβρουαρίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, Μαρτίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, Απριλίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, Μαΐου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, δώρο Πάσχα 2012, ποσού 3.723,92 ευρώ, επίδομα ισολογισμού 2011 ποσού 6.600 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, Ιουλίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, Αυγούστου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας 2012 ποσού 12.155 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές Σεπτεμβρίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, Οκτωβρίου 2012 ποσού 7.150 ευρώ, δεδουλευμένες αποδοχές -αναλογία Νοεμβρίου 2012 ποσού 6.429 ευρώ, αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2012 ποσού 6.429 ευρώ, αποζημίωση καταγγελίας ποσού 58.391,67 ευρώ και συνολικά το ποσό των 175.755,52 ευρώ.
Νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ήταν ο δεύτερος εκ των εκκαλούντων Δ. Λ., καθώς σύμφωνα με το 2686/11.4.2012 ΦΕΚ της εταιρίας είχε οριστεί μέλος του ΔΣ της εταιρίας έχων μαζί με τα λοιπά μέλη της (Π. Κ., Πρόεδρο και Γ. Β., διευθύνοντα σύμβουλο) αρμοδιότητα διαχείρισης των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας, ήτοι της μισθοδοσίας, της κάλυψης υποχρεώσεων προς το Δημόσιο κτλ και σύμφωνα με το 1050/10.02.2012 της εταιρίας είχε οριστεί Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας έχων μαζί με τα λοιπά μέλη της (Γ.
Χ., Αντιπρόεδρο, και Π. Κ., διευθύνουσα σύμβουλο) αρμοδιότητα διαχείρισης των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας, ήτοι της μισθοδοσίας, της κάλυψης υποχρεώσεων προς το Δημόσιο κτλ. Όμως στην πραγματικότητα, σύμφωνα με όσα κατέθεσαν ενόρκως στο ακροατήριο οι παθόντες - εργαζόμενοι στην εταιρία, τον πλήρη έλεγχο της εργοδότριας εταιρίας είχε ο πρώτος εκ των εκκαλούντων Γ.
Σ., ο οποίος ακόμα και μετά την παραίτησή του αποφάσιζε για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την εταιρία, δίνοντας στους εργαζομένους εντολές πωλήσεων, εξουσιοδοτήσεις για το κλείσιμο των εταιριών του ομίλου στο εξωτερικό και για την κυκλοφορία επιταγών και αξιόγραφων και υποσχόμενος σε αυτούς την πλήρη και ολοσχερή πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, σε αντίθεση με τον δεύτερο εκ των εκκαλούντων, που ήταν γαμπρός του πρώτου και είχε τυπικό ρόλο στην εταιρία μη έχων διαχειριστικές και διοικητικές εξουσίες στην εταιρία.
Επομένως για την αποδιδόμενη με το κατηγορητήριο πράξη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος εκ των εκκαλούντων, εν τοις πράγμασι εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας, και αθώος ο δεύτερος εξ αυτών. Ο προβληθείς από τον πρώτο εκ των εκκαλούντων αυτοτελής ισχυρισμός περί άρσης του αξιοποίνου του εγκλήματος του άρθρου 28§ 1 ν. 3996/201 1 σε συνδ με ΑΝ 690/1945 εξαιτίας έλλειψης δόλου λόγω ύπαρξης ανυπέρβλητου ηθικού διλήμματος στον ίδιο, επειδή δυνάμει του άρθρου 172§ 1 ΠτΚ και της από 30.4.2013 αίτησης προς κήρυξη πτώχευσης απαγορευόταν η ικανοποίηση οποιασδήποτε απαίτησης εργαζομένου-πιστωτή, οπότε συνέτρεχαν συγκρουόμενα ταυτόχρονα δύο καθήκοντα που επιβάλλονταν από το νόμο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η αίτηση για κήρυξη πτώχευσης κατατέθηκε στις 30.4.2013 και η εργοδότρια εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης στις 19.02.2014 δυνάμει της 162/2014 απόφασης του ΠΠΑ με ορισθείσα ημέρα παύσης πληρωμών την 22.03.2012 και ως εκ τούτου οι μισθοδοτικές υποχρεώσεις της εταιρίας με βάση το χρόνο τέλεσης του αδικήματος κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πολύ πριν την ημερομηνία κατά την οποία, κηρύχθηκε η εταιρία σε κατάσταση πτώχευσης".
Στην συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού κήρυξε τον συγκατηγορούμενό του Δ. Λ., για την ίδια πράξη αθώο, κήρυξε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 ν. 3996/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945 κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και, αφού του αναγνώρισε το και πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β' του Π.Κ., του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην …κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο 2011 έως τον Δεκέμβριο 2012 περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος νόμιμοι εκπρόσωποι Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι της ανωνύμου εταιρείας "..." που εδρεύει στο Δήμο ... και εργοδότες τυγχάνοντες δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα σε απασχολούμενους στην παραπάνω εταιρία εργαζόμενους τις οφειλόμενες συνεπεία της συμβάσεως εργασίας αποδοχές που καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο νόμιμοι εκπρόσωποι τυγχάνοντες της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." δεν κατέβαλαν εμπρόθεσμα στους εργασθέντες στην παραπάνω επιχείρηση:
Α) στον Σ. Σ. τις οφειλόμενες προς αυτόν αποδοχές:
18) Δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011, ποσού 1.975€
19) Αποζημίωση αδείας 2011, ποσού 3.141,60€
20) Δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2012, ποσού 3.500€
21) Δεδουλευμένες αποδοχές Φεβρουαρίου 2012, ποσού 3.500€
22) Δεδουλευμένες αποδοχές Μαρτίου 2012, ποσού 3.500€
23) Δεδουλευμένες αποδοχές Απριλίου 2012, ποσού 3.500€
24) Δώρο Πάσχα 2012, ποσού 1.822,91€
25) Δεδουλευμένες αποδοχές Μαΐου 2012, ποσού 3.500€
26) Δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2012, ποσού 3.500€
27) Δεδουλευμένες αποδοχές Ιουλίου 2012, ποσού 3.500€
28) Δεδουλευμένες αποδοχές Αυγούστου 2012, ποσού 3.500€
29) Επίδομα Αδείας και αποδοχές αδείας 2012, ποσού 5.950 €
30) Δεδουλευμένες αποδοχές Σεπτεμβρίου 2012, ποσού 3.500 €
31) Δεδουλευμένες αποδοχές Οκτωβρίου 2012, ποσού 3.500 €,
32) Δεδουλευμένες αποδοχές-αναλογία- Νοεμβρίου 2012, ποσού 1.680 €
33) Αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2012, ποσού 3.147,06 €
34) αποζημίωση καταγγελίας, ποσού 3 6.5 70 € δηλαδή δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα προς τον παραπάνω εργαζόμενο το συνολικό ποσό των ογδόντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα έξι ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (89.446.57 €).
Β) στον Ν. Ρ. τις οφειλόμενες προς αυτόν αποδοχές:
18) Δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011, ποσού 4.280€
19) Αποζημίωση αδείας 2011, ποσού 9.630,72€ Δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2012, ποσού 7.150€".
Με τις παραπάνω παραδοχές που διαλαμβάνονται στο συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, τα οποία αλληλοσυμπληρούμενα αποτελούν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, στέρησε δε περαιτέρω την απόφαση και νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, μολονότι στο σκεπτικό της αποφάσεως εκτίθεται, ότι τη διοίκηση και εκπροσώπηση της άνω εταιρείας ασκούσε το Διοικητικό της Συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Π. Κ. ως Πρόεδρο, Γ. Β. ως Διευθύνοντα Σύμβουλο και Δ. Λ. ως μέλος (τον οποίο μάλιστα αναφέρει και ως νόμιμο εκπρόσωπο της εν λόγω εταιρείας), εν τούτοις, αντιφατικά προς τις ανωτέρω παραδοχές, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων φέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και εργοδότης της ως άνω εταιρείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζονται, με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά, αντίστοιχες ιδιότητες νομίμως αποκτηθείσες και παρέχουσες σ' αυτόν τις εξουσίες διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της άνω εταιρείας, από τις οποίες να ανακύπτει υποχρέωσή του για την καταβολή των επίμαχων αποδοχών στους εργαζόμενους της εν λόγω εταιρείας.
Εξ αιτίας, όμως, των παραπάνω ελλείψεων και αντιφάσεων, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προπαρατεθέντων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, ως αλυσιτελής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν ΒΤ 995/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ