Legislator Case Law & Legislation
1710/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court award, remanding case to correct wage calculation errors.

Case Number 1710/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by a public hospital against a lower court's labor judgment. The lower court had awarded benefits based on incorrect salary figures, violating specific statutory provisions regarding wage calculations. Consequently, the appeal was upheld in part, the case was remanded for retrial with a different judge, and the appellants were ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a labor court applies the wrong salary basis for calculating benefits or violates mandatory wage provisions, the judgment is liable to be set aside and remanded for retrial.

Keywords

AI generated
Labor Law Wage Calculation Civil Code Code of Civil Procedure Remand for Retrial Public Hospital Court Costs

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1952
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1710 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1710/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς-Γενικό Νοσοκομείο Θηβών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λιβαδειά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Γεωργούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Δ. του Γ., 2)…….. και 9) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2703/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2995/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν παρίσταται προσηκόντως ο διάδικος που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους αυτού και από άποψη πληρεξουσιότητας.

Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του εν λόγω διάδικου, επέρχεται η ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζήτησης, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν έχει κλητευθεί ούτε από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν και η γενομένη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, προχωρεί, όμως, νομίμως ως προς όσους από τους λοιπούς διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως.

Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 12-4-2017, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2995/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητες (βλ. την 9247β/12-9-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ευβοίας, Σ. Κ.), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η όγδοη (8) Ε.

Β. του Σ.. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εν λόγω φέρεται ότι παραστάθηκε όπως και οι υπόλοιπες. Εν όψει, όμως, του ότι ο δικηγόρος Ευάγγελος Μπέης, που φέρεται ότι έδωσε την παραγγελία προς επίσπευση της συζητήσεως και παραστάθηκε ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσίβλητων, δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους της ως άνω (βλ.

το 2560/28-2-2017 πληρεξούσιο της συμ/φου Θηβών Α. Β., που αφορά μόνο στις υπόλοιπες) και, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται κλήτευσή της ούτε από τους παριστάμενους ούτε από το αναιρεσείον, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενομένη συζήτηση ως προς αυτήν, να προχωρήσει, όμως, η δίκη ως προς άπαντες τους λοιπούς διαδίκους, που μετέχουν νομίμως στη διαδικασία.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/ 2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012).

Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος) ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/ 1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 1805/2017).

Δικαιούνται, επίσης, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, την αποζημίωση την οποία θα λάμβανε ο αντιστοίχως εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρα 7 παρ.2 εδ. β' του π.δ. 164/2004 και 55 παρ.1, 2, 5 και 9 του ν. 410/1988). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, κατά το έτος 2007, είχαν προσληφθεί από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θηβών", το οποίο ακολούθως διασυνδέθηκε νομίμως με το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς" και έκτοτε αποτέλεσαν το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, στο πλαίσιο προγράμματος χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), προκειμένου να απασχοληθούν στις υπηρεσίες του οι 1η, 2η, 3η, 5η, 6η και 7η ως διοικητικοί υπάλληλοι (ΔΕ), οι 4η και η 8η ως βοηθοί ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων (ΔΕ) και η 9η ως νοσηλεύτρια (ΔΕ).

Ότι στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, οι ενάγουσες εργάσθηκαν στο ως άνω νοσοκομείο με δύο διαδοχικές 18μηνες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πλην της ένατης, που είχε και μια προηγούμενη, 18μηνη σύμβαση από 8-8-2003 μέχρι 7-2-2005) κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ότι, ειδικότερα, οι ενάγουσες πρόσφεραν εργασία η πρώτη στο γραφείο προσωπικού και στο τμήμα πρωτοκόλλου, η τρίτη στο γραφείο κίνησης ασθενών, στο λογιστήριο και στη γραμματεία εξωτερικών ιατρείων, η έβδομη ως κλητήρας και οι λοιπές σε άλλα τμήματα, όπως είχε καθορισθεί με τις συμβάσεις τους. Ότι, σύμφωνα με αυτές, η απασχόλησή τους απέβλεπε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο αντικείμενο της απασχόλησης, θα έπρεπε να διαρκεί 7 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Παρασκευή με μέγιστη διάρκεια 22 ημερών κάθε μήνα και θα αμειβόταν με 25 ευρώ ημερησίως (μικτά) για τις διπλωματούχους ΙΕΚ ή αποφοίτους ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ β' κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή με 30 ευρώ ημερησίως (μικτά) για τις πτυχιούχους ΑΕΙ ή ΤΕΙ.

Ότι οι ενάγουσες ουδέποτε απασχολήθηκαν ως μαθητευόμενες, αλλά πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία με τους ίδιους ακριβώς όρους, όπως και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι του νοσοκομείου, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και τελούσαν υπό τις ίδιες, δεσμευτικές οδηγίες και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων, σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, υπαγόμενες και στον έλεγχο που γινόταν προς διαπίστωση της συμμόρφωσης αυτών.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων εκάστης ενάγουσας, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η άσκησή τους, καθίσταται εμφανές ότι η σχέση, που συνέδεε τις ενάγουσες με τον φορέα απασχόλησης, είχε τα χαρακτηριστικά όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας.

Ότι οι επίμαχες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως "μαθητείας", λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου (άρθρο 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994), με συνέπεια να έχει δημιουργηθεί απλή σχέση εργασίας. Και ότι οι ενάγουσες, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο νοσοκομείο, δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τη νόμιμη αμοιβή, που αυτό θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υπό τις ίδιες συνθήκες.

Τέλος, έκρινε το εφετείο ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων εκάστης ενάγουσας οι οποίες ανάγονται στο χρονικό διάστημα μέχρι την 31-12-2008 και είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή των άρθρων 48 παρ.1 και 3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974, οι ενάγουσες δικαιούνται για το υπόλοιπο μέρος του ένδικου χρονικού διαστήματος, αφ' ενός σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τις διαφορές αποδοχών μεταξύ εκείνων που λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και αυτών που έλαβε εκάστη ενάγουσα και αφ' ετέρου σύμφωνα με τις ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και την αποζημίωση απολύσεως, συνολικού ποσού 19.417,70 ευρώ η πρώτη, 18.515,36 ευρώ η δεύτερη, 19.095,76 ευρώ η τρίτη, 18.467,61 ευρώ η τέταρτη, 22.711,31 ευρώ η πέμπτη, 17.479,51 ευρώ η έκτη, 20.22,71 ευρώ η έβδομη και 17.780,34 ευρώ η ένατη από αυτές.

Γι' αυτό και, αφού έκανε δεκτή την έφεση του εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νοσοκομείου, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 2703/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής, αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με άκυρες σχέσεις εξαρτημένης εργασίας κατά τα χρονικά διαστήματα της απασχόλησης εκάστης και επιδίκασε τα ως άνω ποσά στην καθεμιά, για τις αντιστοίχως αναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

4. Με την κρίση αυτή και με την επιδίκαση στις ενάγουσες διαφορών αποδοχών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης λόγω λήξεως της σχέσης εργασίας με βάση τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων και όχι του συμφωνηθέντος μεταξύ των μερών ημερομισθίου, το εφετείο παραβίασε αφενός τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διότι, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω (αρ.1), ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλου εργαζόμενου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως την κάθε ενάγουσα και αφετέρου τις διατάξεις που, επίσης, αναφέρονται παραπάνω και ήσαν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν εφάρμοσε ως προς το ημερομίσθιο με βάση το οποίο έπρεπε να κάνει το σχετικό υπολογισμό. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 και επέκεινα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις εκάστης ενάγουσας για καταβολή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας καθώς και αποζημίωσης λόγω λήξεως της σχέσεως εργασίας σύμφωνα με το καταβαλλόμενο ή το συμφωνημένο ημερομίσθιο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1952 σε συνδυασμό με την ΥΑ 134423/8-12-1992 Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς την όγδοη (8) αναιρεσίβλητη Ε. Β. του Σ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτήν.

Αναιρεί την 2995/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τις υπόλοιπες αναιρεσίβλητες και μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. -Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ